
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ
(25-02-2008)
Την λάμψη του ήλιου καθρεφτίζεις στο βλέμμα σου,
την μέρα σαν παιδί που τον προσμένει για να τρέξει στους δρόμους
την νύχτα αντλώντας τον αντικατοπτρισμό του φεγγαριού
κι΄όταν ασέληνο είναι το στερέωμα, σαν ορφανό,
φωτίζεις απ΄τους πόθους σου καθάριο λευκό
Ανάσταση ζητάς μα κι΄ανάσταση είσαι
σαν και χθες σε θυμάμαι μέρα Μαγιού
λουσμένη στις ακτίνες, Πλατεία Αριστοτέλους, Ιανός
με το μαύρο των μαλλιών σου αντίθεση και χάρη
με την σκέψη σου στεφάνι μα και πρόσκληση μαζί
Σήμερα το βράδυ της Δευτέρας σου γράφω
με τα ίδια τα χέρια που δειλά σε ζυγώνουν
τυλιγμένα τα δάχτυλα αγγίζουν τις ψυχές
χαρίζοντας την γαλήνη, μα και μεταδίδοντας την αμηχανία
αίνιγμα ακόμα ο κόσμος σου που ζητώ να ανακαλύψω
Ιχνηλάτες στον κόσμο οι άνθρωποι γυρεύουν την αγάπη
οι περισσότεροι χαμένοι στους λαβύρινθους της πόλης
γυρεύοντας το όνειρο κι΄ας κόπηκε ο μίτος
κυριευμένοι στην αρχή που ποθούν να κατακτήσουν
ιχνηλάτης και΄γω στην ψυχή σου που μ΄ έλκει
Αν ήσουν αέρας θα γινόμουν πουλί
ήδη έγινα σύννεφο για να μου αλλάζεις το χρώμα
κόκκινο το χρώμα της φωτιάς που σου ταιριάζει
γαλάζιο το απέραντο στη Σάνη που αντικρύσαμε
είναι στιγμές που τίποτε δεν θέλω να σκέφτομαι
παρά μόνο το πώς θα σε προσέχω
Η ΣΕΡΒΟΠΟΥΛΑ(Ιούλιος 1994)
(γραμμένο στη Σερβία)
Δύο κόρες που σε ράγισαν πολύπαθη καρδιά μου
εκεί, απάνω στου χωριού το πανηγύρι.
Δυο φλόγες που τις έβλεπε κι΄ο ουρανός κι΄αυτός ακόμα δάκρυζε.
Και μού΄λεγες βρε Λέανδρε πως χάλασα
Κι΄η αιτία; Δυο μάτια μαχαίρια ντυμένα τη θάλασσα
Μια Σερβοπούλα μπήκε στο μυαλό μου και σε μια στιγμή το σάλεψε.
Και άλλο που δεν ήθελε καταστροφή να γένει
με πήρε και το βλέμμα που ταξίδεψε στο άπειρο το μάγεψε.
Και τώρα που θα φεύγω μακριά σου
η θύμηση σου ελάχιστο σημάδι θα μου μείνει
Και κάπου αυτήν την όψη θα ξεχάσω.
Μα σαν θα αντικρίζω του Ξενοφώντα τούτη τη βουλή(την θάλασσα)
Το τελευταίο αντίο σε σένα που ούτε το όνομά σου ξέρω θα σου στέλνω
Και μού΄λεγες βρε Λέανδρε πως χάλασα
Κι΄η αιτία; Δυο μάτια μαχαίρια ντυμένα τη θάλασσα
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ(1995)
Μ΄άφησες να κοιτάξω μεσ΄τα μάτια σου,
να δω τον πικραμένο κόσμο σου,
την πληγωμένη σου καρδιά
από στιγμές που απλά είναι ρουτίνα στη ζωή
Τα βλέφαρα σου ασάλευτα
κι΄αυτά δείχνουν κάτι
Κάθε τους κλείσιμο και μια δυστυχία
αποζητάνε μιαν αυγή
Θυμίζεις μια Αντιγόνη ξεχασμένη
σε ζόρικους καιρούς
σε πια Επίδαυρο κλεισμένη;
Κι΄όμως πάντα με το χαμόγελο στα χείλη
Τραγούδι και η ελπίδα πάντα ζει.
Κι΄εγώ σιγά-σιγά, με βήματα δειλά, τα τείχη ρίχνω
Που΄χτίσαν γύρω μου άλλοι για μένα
Για να μπορέσω να ατενίσω το μέλλον που έφτιαξα.
Νιώθω μια στάλα γαλήνης μέσα μου.
Της μοναξιάς μου πετάω τον μανδύα.
Μια ηλιόλουστη ημέρα !
Τι ειρωνεία ! Μεγάλη Τρίτη ! Απέχω ακόμα απ΄ την Ανάσταση.
ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ(1995)
(γραμμένο με αφορμή τους βομβαρδισμούς στη Βοσνία και γενικά την Γιουγκοσλαβία)
Πάλι θα δεις,
ταπεινωμένα τα μπουλούκια των ανθρώπων,
να χαιρετάνε πια στερνά
τις γειτονιές που ζήσανε μαζί για χρόνια αμέτρητα.
Μέσα στις λάσπες και το θάνατο γυρίζουν,
κι ο αγέρας γύρω τους βαρύς και ακατέβατος,
της προσφυγιάς το χώμα, γράμμα από τον ίδιο κουρελόχαρτο.
Ο ήχος του Καλάσνικωφ
Φαντάζει στους νεκρούς σαν Κυριακάτικη καμπάνα.
Αλίμονο στους ζωντανούς που θα πεθάνουν,
τους πρέπει μια Σταύρωση χωρίς Κρανίου Τόπο.
«Κι΄ο σπόρος του πολέμου μην ξεχνάς πως δεν γνωρίζεις που χτυπά και που θερίζεται.(Δόξης Άγγελος «Χαϊδάρι»)»
Και ο καθένας από μας
ανήμπορος σε μια γωνιά,
θα περιμένει τη σειρά του ξορκίζοντας της μοίρας του το κάλεσμα.
ΣΑΝ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ(1997)
(γραμμένο για μια κοπέλα που πολύ νέα αντίκρυσα την πρώτη και τελευταία φορά που μπήκα σε πορνείο, όχι ως πελάτης, διαφημίζοντας κάνοντας πιρουέτα το κορμί της. Μια στιγμή που δεν ξέχασα ποτέ)
Σαν μπαλαρίνα εχόρεψες το λυγερό σου σώμα
και το μακρύ ξανθό μαλλί η μόνη σου ντροπή
αλλιώς οι έμποροι ψυχών μετράμε την αξία
τη μάνα ποιος λογάριασε; Τα πάντα έχουν τιμή
Ήρθες να γίνεις λαμπερό αστέρι των ανθρώπων
γιατί στα μέρη τα χλωρά η δύση σας ξεχνά
και πώς να φέξεις μες στο φως που αντανακλά ο ήλιος
ο κόσμος δεν θα σ΄ έβρισκε, η μέρα δεν περνά
Θέλησες δω στη νύχτα αυτή για μια στιγμή να φύγεις
να γίνεις όνομα τρανό μ΄ ατύχησες πολύ
κι΄έτσι κατάντησες μικρές να δίνεις παραστάσεις
κάπου στα δικαστήρια, σε μια γωνιά στενή
Έτσι σε γνώρισα και΄γω, για μια φορά και μόνο
να δίνεις άοπλη, γυμνή, την μάχη της ζωής
η πιρουέτα ολόκληρη, μην χάσουν την πραμάτεια
μα στο καθρέφτη θα ξεσπάς, με τ΄άστρο της αυγής.
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΟΜΑΤΑΣ(1998)
(γραμμένο για το παράπονο μιας καστανομάτας γιατί έλεγε πως για τα καστάνά μάτια δεν γράφονταν ποιήματα και κυρίως τραγούδια)
Ατένισες βιβλία με παράπονο μα σιώπησαν
σ΄αδίκησαν κι΄ακούστηκε απ΄τα χείλη σου: «Νισάφι»!
χρυσάφι π΄ ανατέλλεις ποιητές δεν ανακάλυψαν
στα καστανά σου μάτια της γραφής δεν σου΄ταξαν στολή
Πικραίνεσαι γιατί κατασπατάλησες τις λέξεις
κουράστηκες και ελάχιστες απόμειναν διαθέσιμες.
Κι΄όμως ! Το φως παλεύει στη λάμψη και λάμπει στην άβυσσο
το σκουρόχρωμο φόντο σου λευτερώνει την νιότη.
Ανέστησε το πλάνο σου σκιρτήματα που ξέχασα
Μέθυσα στα χρώματα που τύφλωσαν το φόβο
έμαθα να βιώνω το λιγόλογο των αισθημάτων
θέλοντας
κρυφά να απολαμβάνω το βαθύχρωμο ζωηφόρο των ματιών
αποζητώντας να φωνάξω την σιωπή της Τετάρτης στην πόρτα σου.
Μέσα στις κόρες σου(2007)
Μέσα στις κόρες σου βυθίζομαι ξεχνώντας το πόνο μου/
κι΄όμως δεν είναι τα όμορφα μάτια σου που μου χάρισαν στιγμές απο ζωή.
Μέσα στα χέρια σου κλείνεις την παλάμη μου σκορπώντας τη γαλήνη, σταγόνες πολύτιμες που μεταγγίζουν στην ψυχή μου.
Κι΄όμως δεν είναι η μεταξένια σου αφή που μου δρόσισε την δίψα μου.
Μέσα στον πόνο μου ένιωσα τον πόνο σου και ένιωσα κάτι τόσο δυνατό να με κλονίζει.
Κι΄όμως δεν ήταν το χτύπημα η δύναμη, αλλά ο έρωτας που έγινε αγάπη.
Κι΄η αγάπη είναι άνεμος και έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει/
μένει για όσο η ίδια επιθυμεί/
και είναι αδύνατο χωρίς κρικέλια να την πιάσεις.
Πρεσβύτες
Δεν φταις εσύ γερόντισσα που στην πατρίδα σου ξέρασαν πρώτη τη φωτιά/ούτε και συ γέρο – Αντρέα από τον Μουσουλίτα/Γι΄αυτό άλλοι αποφάσισαν γιοι του Δαν χωρίς να σας ρωτήσουν.
Αυτοί που δε λογάριασαν το πόνο και τη θλίψη/αυτοί που δεν λυπήθηκαν το κλάμα των παιδιών.
Αφού η ζωή σας δεν είχε αύριο/ αφού το μέλλον προμηνύονταν μακάβριο/μόνο το τέρμα είχε νόημα, μόνο το τέρμα
Η προσφυγιά σαν ρούχο δεν σας πάει/ και η αγάπη στην πατρίδα πιο δυνατή από τον έρωτα/η ζωή είναι κενή, πολύ κενή για να΄ναι πρόφαση/αφού ο χρόνος σταματά στη Σαλαμίνα/ αφού στη λήδρα η μνήμη δεν πεθαίνει/ κάποιοι, πρέπει, να γίνουνε θυσία
Και συ γερόντισσα και συ Ανδρέα, σαν δύο ακοίμητες εστίες/ φάροι που οδηγούνε στη ζωή τους ναυτικούς
Ως χθες
Ως χθες περνάν απ΄ το μυαλό μου οι σκηνές/ μα ήρθαν τα χρόνια και έφυγαν όσα κι΄αυτά που ζω/ που σαν σκυλί το σώμα σου εβίαζε ο Αττίλας.
Κολύμπαγες στο βράχο που γεννήθηκες/ Και εγώ γεννιόμουν μακριά στην Κολονία/ ξένες γυναίκες μου τυλίγαν τα σεντόνια στο κορμί.
Ενάλιος ο πέπλος σου, πως κάλυπτε τη γύμνια σου/ Γαλάζιο απέραντο παντού, χρυσό το φως του ήλιου/ αντανακλώντας πέρα στις ακτές της Μικρασίας.
Στα ξένα φως δεν είχα, μα μου έδωσαν ψωμί/ εσένα σου΄λαχε εδώ να σε βιάσουν/άνανδροι που μετέφεραν γαλέρες της Μερσίνας.
Μήνες δεν άντεξα εκεί και πάλι επέστρεψα/εσύ σε ποια πατρίδα να παλιννοστήσεις; Ευχή να έχεις και κατάρα/ όπως κοιμάσαι ελεύθερα στη Πάφο να σηκωθείς στο Ριζοκάρπασο.
Σημείωση: Πρώτη δημοσίευση σε περιοδικό.










Απλά θεώρησα πως σε κάποια απο αυτά ήταν απαραίτητη μια εξήγηση. Ευχαριστώ.