![]()
![]()
![]()
![]()
Η ποιητική παραγωγή για το 2007 καταγράφεται ως μία από τις πτωχώτερες σε αξιομνημόνευτους τίτλους βιβλίων,ακολουθώντας τη φθίνουσα πορεία των τελευταίων πενήντα χρόνων, όπως επισήμανε ήδη ο Alfonso Berardinelli:
“είναι στʼ αλήθεια ελάχιστα, πραγματικά μετρημένα στα δάκτυλα για όλον τον αιώνα, τα βιβλία της ποίησης πού πραγματικά αξίζουν σαν βιβλία. Ακόμη και οι σημαντικοί ποιητές διαβάζονται πολύ καλύτερα στις ανθολογίες: για φαντασθείτε τι γίνεται σήμερα, που οι περισσότεροι γεμίζουν με έρμα τα σκάφη τους, κι επαναλαμβάνονται συνεχώς, μόνο και μόνο για να φτάσουν στο ονειρεμένο τους βιβλίο. Θα ήταν χίλιες φορές προτιμότερο αν εφευρίσκαμε τα κατάλληλα εκδοτικά εργαλεία, όπως είναι τα αλμανάκ και οι περιοδικές ανθολογίες που θα συμπεριλάμβαναν το καλύτερο των σκόρπιων δημοσιεύσεων ενός ολόκληρου έτους…
Ανακεφαλαιώνοντας, αν ένας ποιητής στη διάρκεια της ζωής του έγραψε καμιά δεκαριά καλά ποιήματα μπορεί κι οφείλει να είναι ικανοποιημένος, μπορεί κάλλιστα να αποκαλείται ποιητής και σίγουρα είναι ποιητής. “Αν έχει όμως δημοσιεύσει δέκα άσχημα βιβλία που δεν διαβάζονται και δεν τα μνημονεύουμε, επειδή δεν περιέχουν ούτε ένα ποίημα της προκοπής, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη σπατάλη.”

Χαιρετίζουμε λοιπόν την έκδοση της “κοινωνίας των δεκάτων” ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2006 ως την απόλυτη τομή στα εκδοτικά της ποίησης στην Ελλάδα. Το αλμανάκ με ποιήματα κι όχι με ποιητές το είχαμε σκεφτεί πολλοί τα τελευταία χρόνια, αλλά κανένας μας τελικά δεν το επιχείρησε. Εύγε στον Ντίνο Σιώτη και τους επιμελητές Γιάννη Ευσταθιάδη και Κώστα Γ. Παπαγεωργίου.
Από τα αλμανάκ θα περάσουμε και στις ανθολογίες αναφέροντας την ΓΑΛΛΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ του Γιάννη Βαρβέρη, τους ΔΩΔΕΚΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ του περιοδικού “Πλανόδιον”, και την ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ του Γιάννη Λειβαδά από τον “Ηριδανό”. Η επανέκδοση από τον “Πατάκη” της ΞΕΝΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ σε επιμέλεια και επιλογή της Μαρίας Λαϊνά θα μπορούσε να συμπεριληφθεί μόνο αν είχε υποστεί γενναία αναθεώρηση η προηγούμενη έκδοση του 1989.
Το παρόν σημείωμα δεν αποτελεί κριτική παρουσίαση της παραγωγής βιβλίων με ποιήματα για το έτος 2007, αλλά φιλοδοξεί να καταγράψει τους προβληματισμούς και να δώσει το στίγμα για την κατάσταση που βρίσκονται οι κουβέντες για την ποίηση στη χώρα μας. Πάνω σε αυτό πιστεύω ακράδαντα πως η εισαγωγή που υπογράφει ο Γιάννης Λειβαδάς στον τόμο της “αμερικανικής ποίησης” καταγράφεται στα αξιομνημόνευτα ποιητικά δρώμενα της χρονιάς. Σας παραθέτω κλείνοντας ένα μικρό απόσμασμα:

“Η ποίηση είναι κυρίως η προσωπική τροχιά του ποιητή. Ο ποιητής είναι μία σταθερή αξία ανά τους αιώνες, ό,τι κι αν συμβαίνει στην ιστορία. Είναι μία ακλόνητη φυσική πνοή που δεν ταυτοποιείται στα στενά πλαίσια μίας εποχής. Ακριβώς γι’ αυτό φέρνει τον γέλωτα η ανάγκη να μιλάμε για κλασικούς, ρομαντικούς, μοντέρνους, και μεταμοντέρνους. Πρέπει να μάθουμε ποιος είναι ο Ποιητής ώστε να απεμπλακούμε από τις προαναφερθείσες δυστοκίες, ώστε να βγούμε στο φως.
Εοώ, κάνουμε την προσπάθεια να καταδείξουμε την ποίηση που εξ αρχής αρνήθηκε να είναι δογματική, μονολιθική, και με τρόπο πατροναρισμένη. Παρουσιάζουμε ποιητές που απαξίωσαν τον διδακτικό πουριτανικό τόνο και τον κοινό ρομαντικό στίχο, δηλαδή την εμμονή στην ακαθόριστη μελαγχολία ποιητές που ανέπτυξαν μία «προσωπική θρησκεία» και οι οποίοι στην πορεία δικαιώθηκαν, αφού η ιστορία καταδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο πως οφείλουμε να είμαστε δύσπιστοι, αν όχι αδιάφοροι, προς κάθε ορθοδοξία:
Μια φωτιά μες στο μυαλό μου καίει τη σκουριά και τα αποθέματα των σκουπιδιών του αιώνα μου.
Νορς
Αυτά τα Τραγούδια δεν είναι για να τα καταλαβαίνει κανείς, κατάλαβε. Είναι για να τρομάζουν μόνο και να παρηγορούν.
Μπέρρυμαν
Η ποίηση, ως μία ακραία οντολογία, πέρασε από το όριο της γενικότητας και της ευθύνης στο στάδιο της αγωνίας και της γνώσης. Στην πρώτη περίπτωση, η ποίηση στάθηκε ικανή να μιλήσει, μόνο σαν ανέπτυξε ουσιώδη μεταφυσική, και στην δεύτερη, μόνο όταν κατάφερε να μην πολιορκηθεί από το χάος και την αταξία. Ιστορικά μπορούμε να την ορίσουμε βάσει των χρονολογιών της ζωής και του έργου των ποιητών που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτόν τον τόμο. Τα ρεύματα που εκφράζονται είναι πολλά, εκείνο που απασχόλησε όμως δεν ήταν η ενημέρωση περί αυτών —το αντίθετο μάλιστα— ήταν η γνωριμία του ελληνικού κοινού με ορισμένους πολύ ιδιαίτερους και καθοριστικούς ποιητές, δίχως να επιβάλλεται κανενός είδους φιλολογική ταξινόμηση. Πιστεύουμε άλλωστε πως δεν είναι μακριά η εποχή όπου η τακτική των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ ιδεών και προτύπων στον ποιητικό χώρο θα αποδειχθεί μάλλον ανώφελη.
Στην Ελλάδα, η συστολή και η μετριότητα έχουν δημιουργήσει καθεστώς στον χώρο της ποίησης και οτιδήποτε πάνω από την μετριότητα και πέραν της συστολής (ακριβώς επειδή καταδεικνύει το φαινόμενο) παραμένει στην σκιά του ποιητικού τοπίου, δίχως να αναγνωρίζουν οι κριτικοί και οι μελετητές τον κίνδυνο που ενέχει μία τέτοια στάση. Ο αντίκτυπος της οδήγησε στο φαινόμενο μίας εκτεταμένης εγχώριας ποιητικής ανεπάρκειας και στην τραγική έλλειψη πολύ σπουδαίων αλλοδαπών ποιητών από την ελληνική βιβλιογραφία…”










Ας εξομολογηθώ τη βαθειά απορία μου για το καθεστώς που επικρατεί σχετικά με την προσφορά υπηρεσιών προς διάφορα, σημαντικά κατά τη γνώμη μου, λογοτεχνικά έντυπα της Ελλάδας. Όσες φορές έχω συνεισφέρει σε περιοδικά της αλλοδαπής λαμβάνω κάποιο -έστω συμβολικό, αλλά οπωσδήποτε υλικό- αντίτιμο για την εργασία μου, χωρίς βέβαια να χρειαστεί να ρωτήσω εκ των προτέρων αν θα εδεηθεί ο εκδότης να πληρώσει για το έργο μου. Η εντύπωση που έχω για τα καθ’ημάς είναι ότι η συνεισφορά κριτικών ή συγγραφέων σε ένα περιοδικό εκλαμβάνεται σχεδόν ως χάρη από τον εκδότη προς τον γράφοντα. Ας διευκρινήσω ότι δεν γνωρίζω αν, γιατί, και κατά πόσο ισχύει αυτό με όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά – στο μέτρο όμως που συμβαίνει, η απορία μου παραμένει βαθειά…
Κ.