
Aυτόγραφο (πηγή: www.nikolaidis.eexi.gr/nn-2.htm):
Oι νέοι θεατές μ’ αγαπούν, όχι γιατί είμαι “οργισμένος”, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αλλά γιατί οι ταινίες μου δεν τους απαγόρεψαν ποτέ να με αμφισβητήσουν και ακόμα γιατί με επιμονή αρνήθηκα -γεγονός που το εκτίμησαν- τα δεκανίκια που σε τιμή προσφοράς διανέμει χρόνια τώρα η “καθώς πρέπει” Eυρωπαϊκή προοδευτική διανόηση. Aρνήθηκα αυτό το παιχνίδι της προσφοράς και της τρομοκρατίας, έστω και αν προερχόταν καμμιά φορά από τους θεατές, γιατί ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας, μια κρατική άποψη για το σινεμά και είναι γνωστό βέβαια πως το κράτος δεν πάει ποτέ σινεμά.
Oσο για το “οργισμένος”, δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου από την στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις (κάθε εβδομαδιαίο ιλλουστρασιόν πρέπει να φιλοξενεί ή και να συντηρεί έναν τέτοιο) και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι τι και διεκδικούν ένα χώρο ιδιαίτερο και καθαρό που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν.
Tελικά όλοι αυτοί οι “απροσάρμοστοι” συγκροτούν ένα μέρος του συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί. Kαι αλλοίμονο στους κάποιος γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα του “επώνυμου” χωρίς ποτέ να αναρωτηθούνε ποιά κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επώνυμου μοναχικού, οργισμένου, καταραμένου αναρχικού κ.τ.λ… Eρώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους απ’ τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει, αλλά πουλιέται κιόλας.
N.N.
Γεννήθηκε στην Αθήνα.
Σπουδές: Σκηνοθεσία Κινηματογράφου και Σκηνογραφία Θεάτρου
Εργάστηκε σε δισκογραφική εταιρεία και σαν σκηνοθέτης διαφημιστικών.
Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός στις ταινίες:
Lacrimae Rerum: 1962, μικρού μήκους.
Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών, 1964
Ευριδίκη ΒΑ 2037: 1975, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Μοντάζ. Βραβείο Κριτικών Αθηνών.
Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα: 1979, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας (Χρήστος Βαλαβανίδης), Ήχου, Μοντάζ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Βραβείο Ένωσης Κριτικών Αθηνών.
Γλυκειά Συμμορία: 1983, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Ερμηνείας (Τάκης Σπυριδάκης), Φωτογραφίας, Σκηνικών, Ήχου, Μοντάζ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού. Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Αθηνών.
Πρωϊνή Περίπολος: 1987, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Φωτογραφία. Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Αβοριάζ.
Singapore Sling: 1990, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ερμηνείας (Meredyth Herold), Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κρατικά Βραβεία: Σκηνικά, Μοντάζ. Ελληνική συμμετοχή στα Φεστιβάλ Βρυξελλών, Άμστερνταμ, Ρίμινι, Τορόντο κλπ.
Το Κορίτσι Με Τις Βαλίτσες: 1993, μεγάλου μήκους, τηλεταινία.
Θα Σε Δω Στην Κόλαση, Αγάπη Μου: 1999, μεγάλου μήκους.
Επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Βρυξελλών.
Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα: 2002, μεγάλου μήκους.
The Zero years:2005, μεγάλου μήκους
ΒΙΒΛΙΑ:
“Οι Τυμβωρύχοι” – Διηγήματα, 1964
“Ο Οργισμένος Βαλκάνιος” – Μυθιστόρημα, 1977
“Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα” – Σενάριο, 1980
“Γλυκειά Συμμορία” – Μυθιστόρημα, 1984
“Γουρούνια Στον Ανεμο” – Μυθιστόρημα, 1993
Πηγή: linux.ozo.com/xamenos/framep.htm










Ο μεγιστος Νικολαιδης εχει δημιουργησει απο μονος του μια σχολη μετα-μπητ (αν ειναι δοκιμος ο ορος).Εχετε ξεχασει το τελευταιο του μυθιστορημα“Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα” Το εχω αγορασει και το εχω διαβασει -σχεδον ολο- γρηγορα γιατι ειναι ογκωδες (440 σελ.) , αφηνοντας το για μια δευτερη αναγνωση οταν θα υπαρχει χρονος.
Για κριτικες στο
http://www.biblionet.gr/book/132657….
ttp://themotorcycleboy.blogspot.com/2008/01/blog-post_21.html
“Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα”
Δευτέρα, Ιανουάριος 21, 2008
Κάπου το διάβασα. Ο Νίκος Νικολαϊδης ήθελε, λέει, να κυκλοφορήσει το τελευταίο βιβλίο του στα blogs. Πριν βγει στα βιβλιοπωλεία. Αλήθεια; Ψέμματα; Δεν ξέρω.
Βρήκα την προδημοσίευση του 1ου κεφαλαίου στο blog του Γιάννη Καφάτου -τον ευχαριστώ για τη χαρά που μου έδωσε. Διάβαζα το κείμενο χαμογελώντας -ο Νικολαϊδης, στο τελευταίο του βιβλίο, τραβάει τη γραμμή πίσω από τον “Οργισμένο Βαλκάνιο”. Γεμάτος αυθάδεια, χαμογελάει κωλοπαιδίστικα -πως γίνεται να είναι κανείς τόσο φρέσκος; Τόσο ζωντανός; Δεν χρειάζεται να πω οτι το λατρεύω ήδη το βιβλίο. Δες και μόνος σου:
1
Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ νʼ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρʼ όλʼ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.
Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.
Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κʼ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λʼ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.
Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απʼ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κʼ έξω απʼ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.
_________________ Τίς Κυριακές ή Μόλλυ φορούσε κάτι πουλοβεράκια ανγκορά πότε ένα ρουμπινί καί πότε ένα πράσινο αχνό σέ χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη που τάραζε καί ξεσήκωνε ένα πετάρισμα στό στομάχι μου κι αυτή που τό καταλάβε τίς Κυριακές φορούσε πάντα τό πράσινο.
Θά ʼπρεπε τό θέμα νά μέ ψυλλιάσει αλλά ή Μόλλυ ήτανε καλό παιδί κ᾽ ή Μπέττυ σταθερό γαμήσι έστω κι άν μού ʼριχνε τέσσερα χρόνια καί τό ʼπαιζε μπεμπέκα κ᾽ εγώ ήμουνα στά δεκαπέντε κʼ ήθελα δράση κι όχι χεράκι χεράκι μέ τή Μόλλυ στόν Λυκαβηττό καί τί ʼναι ό έρωτας ασπασμός τών αγγέλων πρός τʼ άστρα.
Έπειτα ή Μπέττυ ήτανε μιά χαρά γκόμενα. Άδειαζε παγόνερα στό καταχείμωνο πάνω στά βυζιά της νά τά κρατάει σφιχτά μέ ρόζ ρογούλες μυτούλα ρετρουσέ μακριά κανιά ψηλόκωλη αλλά ήτανε καί πολύ ζηλιάρα ή καριόλα. Μέ χαρτζηλίκωνε όμως καλά καί τρώγαμε συχνά τά μεσημέρια μετά τό σχολείο μου στό Αχαΐα-Κλάους σωστός νομίζω.
Πρίν ένα μήνα μού ʼφερε δυό γυμνές φωτογραφίες της νά τραβάω μαλακία κι αυτό μέ συγκίνησε πολύ. Τίς έκρυψα κάτω από τό στρώμα μου καί πρώτη φορά όλα καλά. Τή δεύτερη εκεί που τόν έπαιζα έπιασα κάτι που δέν γούσταρα. Ήτανε σέ μία πόζα καθιστή στήν άμμο μέ πόδια ανοιχτά καί τό μουνί της πιάτο στό φακό κʼ εντάξει αυτό τό ʼκανε γιά πάρτη μου αλλά τό σούπερ καβλωμένο ύφος στή μάπα της τί ρόλο έπαιζε;—στόμα μισάνοιχτο χείλη χαλαρά κι απέξω νά κρέμεται ή γλώσσα παράλυτη λειρί ψόφιο θολό τό βλέμμα καί μάτια σκέτη βλεφαρόπτωση σά νά ʼχε φάει ροπαλιά στό κρανίο τό μουνόπανο—δευτερόλεπτα πρίν τή φωτογραφία ό τύπος πίσω απʼ τόν φακό τής τόν κάρφωνε στά σίγουρα.
Τότε ξύπνησε μέσα μου ένα δεκαπεντάχρονο κυνικό καθήκι σέ δυό επιλογές νά τή σουτάριζα αφού τήν πλάκωνα καί τήν έκανα ίσα μʼ ένα άλογο αλλά πάλι σέ καμμιά κουφάλα θά ʼπεφτα μέ νούμερα τρελλά κι άντε νά βρείς τό στέντυ πήδημα στίς μέρες μας ή νά συνέχιζα νά τή γαμώ σά νά μήν τρέχει τίποτα καί νά κυκλοφορώ σέ στύλ—τί έχεις αγόρι μου απόψε;—λίγο θλιμμένος είμαι τίποτα δέν έχω—μά κάτι τρέχει κουρκουμπίνι μου—τίποτα γουστάρω κανά σινεμά κʼ ύστερα μέ ταξί στήν παραλία. Μέ τό ταξί χλώμιαζε κομμάτι αλλά ή καψούρα τήν καπάκωνε.—Κʼ έτσι κʼ έγινε.
Γιατί τελικά τό θέμα είναι νά ξέρεις ότι οί άλλοι δέν τό ξέρουν καί τότε στό φινάλε γίνεται καλό παιχνίδι.
Μερικές μέρες μετά παρέα μέ πολλούς μάγκες τού Πέμπτου τής Τοσίτσα κι άλλους απʼ τή Λεόντειο τό Βαρβάκειο τό Τρίτο από τή Λιοσίων κʼ ένα σωρό μουνάκια απʼ τό Θηλέων τής Νεάπολης γίναμε ένα κουβάρι μέ τούς μπάτσους έξω απʼ τήν Ακαδημία γιά τό Κυπριακό κι όταν τά πράγματα σκούρυναν γιατί πλάκωσαν οί πυροσβεστικές καί τά θωρακισμένα μέ τούς μαύρους τήν πουλέψαμε κανονικά άλλοι γιά Στρέφη καί Λυκαβηττό άλλοι πρός Εθνικό Κήπο γιά μπαλαμούτιασμα καί μπάσκετ στόν Φωκιανό κ᾽ εγώ μέ τή Μπέττυ ξαναμμένοι απʼ τό τρεχαλητό καί τά δακρυγόνα γιά γαμήσι σπίτι μου πάνω στά Τουρκοβούνια.
Τό σπίτι στά Τουρκοβούνια ήταν μιά σκέτη μιζέρια δύο δωμάτια χώλ κουζίνα αποθηκούλα δίπλα κ᾽ έξω απʼ τήν κουζίνα ένας στενός διάδρομος που ʼβγαζε στή χέστρα μόνο που ξέχασαν νά τού βάλουν ταβάνι κι όταν έβρεχε κʼ ήθελες νά πάς γιά κατούρημα γινόσουν κώλος. Θέρμανση δέν είχε καί μύριζε παντού πετρέλαιο καθώς πήγαινα βόλτα μιά φορητή θερμάστρα Πίτσος χρώμα σκούρο οινοπνευματί γιά νά ζεστάνει λίγο τό ρημάδι που δέ ζέσταινε κʼ έτσι λιβάνιζα μέ καυσαέριο όλα τά δωμάτια. Κάτω τό μωσαϊκό σέ χρώμα ξέρασε ή γάτα πού ʼθελε σπάτουλα νά φύγει ή γκοράτσα κι απέξω μιά τσιμεντένια βεραντούλα κʼ ένα καρακοβούνι κήπο που φύτρωναν μόνο πέτρες καί κάτι γκριζοπράσινες μολόχες.
______________ Τά τελευταία χρόνια μόνιμα μπατίρηδες γιά νά τή βγάλουμε ό γέρος μου ντουμπλάριζε μετά τό κωλουπουργείο του καθηγητής σέ φροντιστήριο καί συχνά έφτανε σέρνοντας αργά στό σπίτι 11 τό βράδυ γιʼ αυτό καί τώρα ή Μπέττυ ξάπλωνε ξεσαλωμένη τσίτσιδη κι άνετη πάνω στό κρεββάτι μου.
Όταν τήν πλησίασα σήκωσε μέ αναίδεια τίς ψηλοτάκουνες γάμπες της καί τίς ακούμπησε πάνω στήν κουβέρτα. Μετά τίς ανοιξε σιγά σιγά στήν πόζα τής φωτογραφίας. Χώθηκα μέσα στά πόδια της ακούμπησα τούς αγκώνες μου πάνω στά γόνατά της κʼ έγειρα κοντά της αυτή άνοιξε λίγο ακόμα—καλά οί φωτογραφίες σου είναι υπέροχες. Πονηρό χαμόγελο ή χαζοβιόλα καί—σʼ αρέσουνε κουρκουμπινάκι μου; —άν μʼ αρέσουν λέει σκέτη κάβλα—πόσες μαλακίες έριξες μωρό μου;—πεντέξη—μόνο;—έχουμε καί προπόνηση αγάπη μου…καί πού τίς τράβηξες;…
Ησυχία…Τίς φωτογραφίες πού τίς τράβηξες μήπως στό Λαιμό τής Βουλιαγμένης;…πού τό κατάλαβες;—κατέβαζα αργά τό φερμουάρ μου—καί στίς τράβηξε ποιός;—ένας φίλος μου φωτογράφος—καλά καί σύ δέ ντράπηκες νά τού πετάξεις τό μουνάκι σου στή μάπα;—μά τό ʼκανα γιά σένα κουρκουμπίνι μου. Τόν πέταξα κ᾽ εγώ έξω απʼ τʼ άνοιγμα τού φερμουάρ προσέχοντας νά μή τόν στραγκουλίξω κʼ ή Μπέττυ αναστέναξε—καί πώς τόν λένε τόν φίλο σου;—μά τί σημασία έχει γιά σένα τό ʼκανα νά μʼ έχεις πάντα κοντά σου…δικό μου είναι αυτό τό σκληρό κουρκουμπινάκι μου—θά μού τό χώσεις;
Μόνο που δέν τής τό ʼχωσα εκεί που περίμενε. Τήν άρπαξα απότομα απʼ τή μέση τή γύρισα καί τή σβούριξα μπρούμυτα πάνω στό κρεββάτι νά ᾽ρθεί στά τέσσερα τής έριξα μιά δυνατή στήν πλάτη νά τουρλώσει καί τής τόν έχωσα στόν κώλο.
Γιά πρώτη φορά.
Νομίζω πως κάπως έτσι συνεννοηθήκαμε γιατί δέν έβγαλε μιλιά ή χαμουρίτσα. Κάθησε σά τήν κότα καί τόν έφαγε έκανε μάλιστα καί κάτι απόπειρες νά κουνηθεί αλλά δέν τής βγήκε γιατί πόναγε μέχρι που τής άρχισα κάτι παπαριές ότʼ είναι τάχα τʼ αλογάκι μου καί καλπάζει μέ τή μαλαπέρδα μου μέσα της πάνω απʼ τούς λόφους κάτω σέ πράσινα λειβάδια μέ λιμνούλες νούφαρα καί κάτι κλαίουσες γυρτές στά γεφυράκια-συννεφάκια-τουλπανάκια καί τέτοιες μαλακίες που γουστάρουνε οί γκόμενες καί πέσανε καί κάτι μπάτσες καί μού κουνήθηκε λιγάκι κʼ έχυσα κʼ έχυσε κι αυτή μαζί μου ή έκανε ότι έχυσε στά παπάρια μου.
Μετά άναψα ένα τσιγάρο κι όπως καθόταν γυμνή μαζεμένη καί μπομπολιασμένη απʼ τό κρύο στά κάτω κάγκελα τού κρεββατιού τής εξήγησα τίς νέες υποχρεώσεις της μενάζ δηλαδή δίς τής εβδομάδος που πάει νά πεί σφουγγάρισμα κανά σώβρακο κανά πουκάμισο σίδερο τό δεύτερο μπλού-τζήν μου κανένα καπαμά τό σχετικό γαμήσι κʼ ένα μπλέ κασκόλ μέ κόκκινες ρίγες που ʽχα χτυπήσει στή βιτρίνα τού Μπόν-Τόν….
Σηκώθηκε θυμωμένη κʼ έφυγε μέ σφιγμένα κωλαράκια γιά τό μπάνιο μή τρέξουνε τά φλόκια στά μπούτια της.
Έσβησα τή γόπα μου καί γύρισα μπρούμυτα νά σαπίσω λίγο ώσπου ξύπνησα από μιά φρέσκια μυρωδιά σιδερωμένου ρούχου.
Τό κορίτσι είχε πάρει τό μήνυμα. Άναψα ένα τσιγάρο κι αυτή μύρισε τόν καπνό καί κατάλαβε πως ξύπνησα.
Μπήκε στήν κάμαρά μου κρατώντας ένα βιβλίο.—Τό βρήκα στό μπάνιο είπε σά νά μήν έτρεχε τίποτα—νά σού διαβάσω κάτι κʼ επειδή διάβαζε ωραία τής είπα νά μού ρίξει πρώτα τόν Γουίλλη τόν μαύρο θερμαστή από τό Τζιμπουτί. Περάσαμε έτσι καμμιά δεκαριά ποιήματα μέ μπόλικα τσιγάρα καί λίγα σχόλια κʼ ύστερα ρώτησε ξαφνικά—τί θά κάνουμε απόψε τό βράδυ;—θά μείνω μέσα γιατί έχω νά διαβάσω καί καλά θά κάνεις νά τού δίνεις μή πλακώσει ό γέρος μου—τότε θά μέ πάς μέχρι τή στάση;—Δέ θά σέ πάω μέχρι τή στάση γιατί ʼμαι πτώμα—νά ʼρθώ αύριο νά σέ πάρω στό σχόλασμα;—νά ʼρθείς μόνο μή στηθείς έξω απʼ τό σχολείο γιατί σέ παίρνει είδηση όλη ή τάξη καί κρέμονται τά λιγούρια στά παράθυρα—στήν αφετηρία τότε στή γωνία;—Έγινε.
Θά μπορούσες νά ʼσαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε καδραρισμένη κάτω από τήν κάσα τής πόρτας τυλιγμένη τή μαύρη γυαλιστερή καμπαρντίνα της.—Έγινε είπα καί γύρισα μπρούμυτα καί τήν άφησα νά πάει νά βρεί τήν εξώπορτα.
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Δεκεμβρίου 1, 2012 στις 9:49 μμ
Αφώτιστος Φιλέλλην
“…Θά μπορούσες νά ʼσαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε ….
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.”
Σχεδον αυτοβιογραφικο. Ετος 1956!!!
ΥΓ Ο Νίκος Νικολαϊδης γεννηθηκε το 1939 .
http://www.lifo.gr/mag/columns/858
Το μάτι του Μοντεζούμα, Κριτικο σημειωμα
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ Πηγή: http://www.lifo.gr