
Για την Όλια…
Κατέβηκα ένα- ένα τα υγρά σκαλιά
και με τρόμο αντίκρισα
αραχνιασμένες στοίβες από παλιά σου αντικείμενα.
Έπρεπε ένα- ένα να τα καταγράψω,
ήθελα πολύ να σε μάθω.
Μα γρήγορα… να φύγω ήθελα, το ταχύτερο.
Όμως τα μάτια μου συνήθισαν
αυτό το γνώριμο σκοτάδι,
και είδα εκεί, στο δικό σου υπόγειο
το παιδικό μου κρεβάτι.
Ο φόβος έφυγε σαν να μην είχε έρθει ποτέ.
Ξάπλωσα να ξαποστάσω και με αγκάλιασαν τα όνειρα.
Μόνο από εκεί μπορώ πια να σου μιλώ,
αν με ακούς, αγάπα.
Σιωπή
Μιλάμε με πάθος για την ψυχή…
Ψυχή,
ψυχή και πάλι.
Κουρασμένη πάντα
και γεμάτη,
πλούσια όσο δεν βλέπουν τα μάτια,
όσο εμείς δεν θα γίνουμε ποτέ.
Δεν φτάνουν οι λέξεις, δεν αρκούν.
Αφήστε την, να την δέρνει ο αέρας και η βροχή.
Όχι, κανένας περαστικός δεν θα τη σκεπάσει
με χιλιοφορεμένο σακάκι.
Κανείς δεν θα της τείνει ένα χέρι να σηκωθεί.
Εκεί τάχθηκε.
Στο έδαφος, ελεεινή,
να τραγουδούν την γύμνια της
οι ξεπεσμένες πριμαντόνες.
Και η Ανάσταση να αργεί…
Ο δικός μας ξένος
Αυτός που στέκεται στην πόρτα δεν είναι ξένος,
Γιατί δεν έρχεται να καθίσει μαζί μας;
Όλοι κάπου τον έχουμε δει,
Αυτό το πρόσωπο με όλους μοιάζει.
Κι ο καθένας με τη σειρά του τον αναγνώριζε:
«Ναι, είναι αλήθεια, κι εγώ τον είδα, στο δάσος, παρέα με τους ήρωές μου»
«Κι εγώ, μου τον διάβασαν στα παραμύθια»
Εγώ τον ψιθύριζα στις προσευχές μου. Μα κάποιος μου είπε πως ένα πρωί
τον σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια.
Πτώση
Εγώ τους Αγίους μου τους αποκαθήλωσα.
Ύστερα κοίταξα ψηλά
Κι ήταν άδειες οι βαριές κορνίζες.,
Ξεφτισμένα τα στολίδια.
Έμεινα χωρίς Θεό…
Κι άρχισα να κόβω κομμάτια σάρκας
Και να τα στηρίζω στους τοίχους με σκουριασμένα καρφιά.
Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα για να θαυμάσει το μακάβριο θέαμα.
Αυτό έγινα…
Κομμάτια σάρκας κρεμασμένα σε παλιά καρφιά
Και ασυνάρτητα λόγια.
Ο Θάνατος.
Συλλέκτης
Το δικό του όνομα
δεν έκανε ρίμα με τα στιχάκια
στα παιχνίδια τους.
Όμως,
εκείνος ήταν περισσότερο εκεί.
Συνέλεγε αναμνήσεις
κι αμέσως πλήρωνε.
Τις έκλεινε σε μικρά κουτάκια
και ξαναπλήρωνε
Κι όταν έφερνε μια καινούρια
ξαναπλήρωνε.
Έγιναν αμέτρητα τα κουτάκια
κι εκείνος όλο πλήρωνε…
Και παρόλο που ήξερε
πόσο δυσβάσταχτο ήταν το κόστος
Τις άνοιγε κάθε τόσο,
τις κοίταζε, τις μύριζε, τις ζούσε
και ξαναπλήρωνε…
(Η Ζωή Στεφανάτου είναι 26 χρόνων από το Αργοστόλι)










Συμφωνώ με τον Μίχο όσον αφορά στη θεατρικότητα των ποιημάτων. Και πραγματικά εμμένει στο σωματικό, κάτι που λησμονείται συχνά σήμερα, και με αυτούς τους στίχους προκαλεί συγκίνηση. Κάτι που δεν καταφέρνουν πολλοί σωρεύοντας στίχους “άσημους”. Αλλά είπαμε. Άλλο σωρεύω και άλλο οικοδομώ.
Ωστόσο, Γιώργο, νομίζω ότι, βάσει των όσων είδαμε τουλάχιστον, ο κύβος ερρίφθη και ότι η Στεφανάτου τραβάει τον δρόμο της. Δεν κοντοστέκεται σε κανένα σταυροδρόμι περιμένοντας να διαλέξει. Διάλεξε ήδη.
Καλώς σας βρήκαμε λοιπόν και περιμένουμε κι αλλα…
Βολκώφ