
Ο κύριος Βλαδίμηρος περίμενε τον νέο του γνωστό τον κύριο Ίαν. Καμαρωτός – καμαρωτός, χωρίς όμως διάθεση για λέξεις με αβρότητες, τον αγκάλιασε αν και ήταν η πρώτη τους πραγματική συνάντηση. Είχαν γνωριστεί αφού σύχναζαν στο ίδιο μοναχικό καφενείο για δύο χρόνια και αποφάσισαν να ανταλλάξουν μια «καλημέρα» δειλά πριν δύο ημέρες. Στη συνέχεια τα πράγματα πήραν μια δαιμονιώδη ταχύτητα όπως στις αμερικάνικες ταινίες όπου οι πρωταγωνιστές βγάζουν τα μάτια τους το πρώτο δεκάλεπτο, χωρίζουν για καμιά ώρα και στη συνέχεια παντρεύονται ή στο Λας – Βέγκας ή στις Μπαχάμες, ανάλογα από τη χρηματική δυνατότητα της παραγωγής. Ο Βλαδίμηρος από τη φύση του συνεσταλμένος και ντροπαλός περίμενε από τον Ίαν να αρχίσει πρώτος. Εκείνος νευρικός αλλά ιδιαίτερα ανυπόμονος, άρχισε χωρίς καμία εισαγωγή να διηγείται τη ζωή του. Ο Βλαδίμηρος δεν είχε καμιά όρεξη να ακούσει πρωινιάτικα αυτό τον ψηλό ξερακιανό, αν και τον συνεπήρε το πάθος και η αμεσότητα του λόγου. «Γεννήθηκα», άρχισε «πριν είκοσι εφτά χρόνια στο Δουβλίνο. Κανένας λόγος δεν με κράτησε εκεί. Όπως και με τον μεγάλο Τζόυς…» και κούνησε με νόημα το κεφάλι του. Ο Βλαδίμηρος δεν είχε καμία σχέση με λογοτεχνία, αλλά σεβόμενος τον νέο του φίλο και για να μην τον προσβάλλει, συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού του. Ο Ίαν πήρε δύναμη και συνέχισε «Έφυγα λοιπόν στα δεκαοχτώ και πήγα σε όλη τη βορειοδυτική Ευρώπη. Πολύ κρύο και κλειστοί άνθρωποι. Κατέληξα έτσι στην ωραία Ιταλία και παρόλο που μου έκλεψαν την βαλίτσα την πρώτη ημέρα της άφιξης μου, μαγεύτηκα από τη χώρα. Η μουσικότητα της γλώσσας, η λατρεία μου για τον Δάντη, τον Φελίνι, τον Μαστρογιάνι μεγάλωσε και άλλο. Έμαθα γρήγορα τα ιταλικά που δεν έχουν σχέση με τα πεζά αγγλικά και δούλευα από εδώ και από εκεί σε δουλειές που άλλοτε δεν θα τις καταδεχόμουνα. Γρήγορα όμως άρχιζα να κουράζομαι από τη μεσογειακή αδιαφορία για τη λογοτεχνία και από τη μοναξιά που ένιωθα όντας ξένος σε μια χώρα που αγαπούσα αλλά δεν με αγαπούσε κανείς. Βέβαια είχα κάποιες ερωτικές περιπέτειες αλλά είχαν την σφραγίδα του παροδικού και όχι την ελπίδα της μονιμότητας. Εκεί που είχα απογοητευτεί πλήρως, σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να μείνω άλλο. Άφησα λίγες ημέρες μήπως συναντήσω τον μοναδικό έρωτα, αλλά όλα αποδείχτηκαν μάταια και άσκοπα.
Έτσι έφυγα και κατέληξα εδώ στην Αθήνα, όπου μένω τα τελευταία χρόνια. Εσείς πως βρεθήκατε εδώ;» Ο Βλαδίμηρος που είχε εντυπωσιαστεί από την περιπετειώδη όσο και αφελή διήγηση του νεαρού και δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει. Αυτοσχεδίασε λοιπόν και έφτιαξε μια πραγματικά πρωτότυπη όσο και ψεύτικη ιστορία. «Εγώ», άρχισε «γεννήθηκα στο Σακραμέντο. Ο πατέρας μου συνέχεια μου μίλαγε για τον Όμηρο και μου μετέδωσε την αγάπη για την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι ερχόμασταν σε αυτή τη χώρα και έφαγα πολύ ξύλο για να μάθω απέξω την Οδύσσεια». «Ξέρετε την Οδύσσεια απέξω;» απόρησε ο Ίαν. «Όχι στην πραγματικότητα επαναλάμβανα τους ίδιους στίχους και ο πατέρας μου ήταν ήδη πολύ γέρος για να καταλαβαίνει τη διαφορά. Έτσι όταν πήρα τη σύνταξη μου ήρθα στη χώρα που μυήθηκα από μικρός». «Και τώρα τι θα κάνουμε εδώ πέρα;» ρώτησε ο Ίαν. Ο Βλαδίμηρος του απάντησε: «Είναι απλό, θα περιμένουμε την Πηνελόπη.»
14 / 4 / 07
ΕΞΑΡΤΗΣΗ
Είσαι μόνος, όχι «μόνος, κατάμονος σε μια πέτρα», όπως έγραψες στα δεκαοχτώ σου. Μόνος μέσα σε μια πόλη που τρώει τους φίλους σου.
Κοίτα τι μόνοι που είναι! Κοίτα πως γλείφουν την ύπαρξη τους, ζητώντας μια ζωή που δεν μπορούν να ζήσουν. Κοίταξε τους δεν πιστεύουν σε κανέναν Θεό, σε κανένα κίνημα, σε καμιά ιδέα. Βλέπουν το Θάνατο σαν μια ομίχλη που θα τυλίξει τα όνειρα τους.
Βλέπουν τη ζωή σαν τσιγάρο που δεν κόβουν, σαν μια ευκαιρία να αποδείξουν ότι τα χάδια που μοιράζονται δεν είναι ευχαρίστηση, αλλά πόνος. Τα λόγια τους σκορπίζουν, οι λέξεις διαδηλώνουν τα συνθήματα που χαρίσαμε ο ένας στον άλλον…τα τηλέφωνα γίνονται κραυγή, απόγνωση του τι θα μπορούσες να πεις και του τι δεν είπες. Γυρνάς σε μια πόλη που δεν σε θέλει και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι όχι να την αλλάξεις, αλλά να αλλάξεις εσύ: να κάνεις τις λέξεις σου πιο ανώδυνες, πιο μαλθακές, πιο «ανθρώπινες». Να χαμογελάς χωρίς λόγο και οι άλλοι να νομίσουν ότι είπες κάτι φοβερά επιτυχημένο, ανεπιτήδευτο και αρμονικό. Αλλά εσύ πάντα υπονόμευες την σύνδεση, τότε που φοβήθηκες να χαρίσεις στον εαυτό σου ένα θάνατο μακριά από αιτίες, δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Τότε που το μαύρο ήταν το αγαπημένο σου χρώμα, μακριά από την μόδα και το εφήμερο. Τότε που η ανωριμότητα σου χάριζε τα πρώτα βήματα. Έμαθες να κρύβεσαι πίσω από χρώματα, λέξεις, εικόνες, τόσο που οι άλλοι έβλεπαν μια πρώτη ζωή στη θέση της δεύτερης.
Και όταν τα βήματα σου ξεσπούν στις άκρες των ψιθύρων των γωνιών, βλέπεις το ξέσπασμα σου σαν μια ολότελα ανώφελη πράξη. Είναι μια μέρα σαν τις άλλες, μια νύχτα σαν τις άλλες. Δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτε και δεν μετανιώνεις για τίποτα.
Όμως ένα γραφείο δεν είναι πάντοτε ένα γραφείο. Ένα γραφείο κρύβει πολλές ιστορίες, ενοχές, ματαιότητα και ελπίδα. Ιστορίες χωρίς σύνδεση, για παράδειγμα τα μολύβια διηγούνται τις ιστορίες τους στη γόμα για να μη τα θανατώσει σβήνοντας την άποψη τους. Ενοχές γιατί η σκόνη είναι πολύ μόνη της και αυτό το βράδυ. Ματαιότητα γιατί το γραφείο είναι στην ίδια θέση. Και θέλει και αυτό μια αλλαγή: για παράδειγμα μια καλύτερη θέση στον ήλιο. Ελπίδα γιατί σήμερα ο ιδιοκτήτης του γραφείου έφερε καινούργια μολύβια και όλοι θα αποκτήσουν καινούργιους φίλους. Ο ιδιοκτήτης χαϊδεύει τα μολύβια που είναι οι μοναδικοί του φίλοι. Σκέφτεται ότι σήμερα δεν θα βγει, παρόλο που οι φίλοι του τον τάραξαν στα παρακάλια. Κοιτάζει από το παράθυρο την νύχτα που πεθαίνει και καμιά φορά συμβαίνει και αυτό βλέπει τα μολύβια που χορεύουν, τη γόμα να του κάνει γκριμάτσες και τώρα μπορεί να το φωνάξει, να ουρλιάξει σχεδόν: «Σε αγάπησα…την πρώτη φορά ήσουν τόσο λίγη…τα χρώματα ήταν μαζί σου…οι λέξεις τόσο αδύναμες».
Τα μολύβια απομένουν απεγνωσμένα από τον πόνο και η γόμα κρύβεται πίσω από το φωτιστικό. Η επιθυμία μένει μετέωρη σαν μια εικόνα σε μια πελώρια νύχτα, κρατώντας τη σημασία της για τα επόμενα χρόνια, για τότε που δεν θα υπάρχει αυτό το γραφείο, αυτή η μολυβοθήκη. Μόνο η γόμα θα τα διηγείται σε άλλα μολύβια, ξεχασμένη σε ένα συρτάρι, αλλά δεν θα τη πιστεύει κανείς μέχρι να την πετάξει κάποιο παιδάκι στον κήπο ή χειρότερα ακόμη σε ένα αφιλόξενο δρόμο.
12/4/07
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ)
Τα χρόνια περνούν όλο και πιο εύκολα και οι χαρές που αποκομίζω από αυτά είναι πιο βαθιές και πιο αβίαστες. Να μερικές σκέψεις:
Το να βάζεις συνεχώς στόχους ή σκοπούς μοιάζει ότι είσαι σαν φιλόδοξο στέλεχος σε νεοαπτυσσομένη εταιρεία που θα μείνει πάντα μικρή ή σαν να είσαι πολιτικό στέλεχος που βλέπει τα Χριστούγεννα να έρχονται χάρη στη δική του ικανότητα και όχι ως ένα σύνολο ημερών με προκαθορισμένη κάθε φορά έναρξη ή τέλος. «Τέλος;» εδώ κάνω ένα σκόπιμο λάθος για να το αντιστρέψω στα αυτιά σας και να σας ακούσω να μου λέτε : «εδώ κάνεις λάθος». Και όμως! Κανείς δεν κάνει λάθος. Το τέλος ίσον μια φωτοβολίδα από κάποιο δημαρχιακό μέγαρο και διάφορες κροτίδες κρότου – λάμψης που είχαν περισσέψει από κάποια πορεία στην οποία έγινε «περιορισμένη χρήση χημικών».
Ξαναγυρνώ στα χρόνια που πέρασαν γιατί είμαι παθιασμένος με τα χρόνια που φεύγουν και τα χρόνια που έρχονται, τόσο που μαζεύω παλιούς χάρτες, ημερολόγια, κλεψύδρες, ρολόγια: όλα σταματημένα που παρά τις προσπάθειες μου δεν λειτούργησαν ποτέ. Ο αφιλότιμος ο χρόνος, όμως δεν περιορίζεται ποτέ: όσο τον μαντρώνεις τόσο πιο ελεύθερος είναι.
Κάθε χρόνο γίνομαι όλο πιο απαιτητικός από τον εαυτό μου και πιο φορτικός στους τους φίλους μου. Ονειρεύομαι καφέδες την ώρα της δουλειάς ή ποτό την ώρα της ξεκούρασης. Η συνηθισμένη μου φράση στο τηλέφωνο είναι: «|και τι έγινε μετά;»
-«δεν υπάρχει μετά» (η απάντηση). Και όμως γίνομαι όλο και πιο σίγουρος ότι κάτι κρύβεται από πίσω: ένας ψίθυρος, μια λέξη, όλα αποτελούν μέρος μιας απάντησης που δεν φανερώνεται για ένα άγνωστο και ασυνάρτητο σκοπό. Η σιγουριά μου τέλος, γίνεται βεβαιότητα όταν συνδέω μια Α ιστορία και μια Β ιστορία που προφανώς δεν έχουν τίποτε κοινό.
Από τη μια κατανοώ μια λύπη, αλλά από την άλλη εκπλήσσομαι από την διάρκεια της. υποθέτω ότι λόγω του χρόνου τίποτε δεν μένει αιώνιο και έτσι οφείλει ο καθένας να επιστρέψει στη χαρούμενη ζωή του. Το χειρότερο είναι όταν είμαι κάπου: ονειρεύομαι ένα μέρος που από οποιασδήποτε άλλες συνθήκες δεν θα πατούσα ποτέ.
Η μια στεναχώρια αντέχεται, οι πολλές δεν με ανησυχούν. Στην παρέα μου έχει πέσει ένας περονόσπορος βαρεμάρας που σίγουρα εισήχθη από τα νησιά των Κυκλάδων, στα οποία εντρυφεί η αδελφή μου κάθε καλοκαίρι. Θα τον έφερε μέσα σε μια σακούλα φρούτων που έτρωγε στο κατάστρωμα για να περάσει την ώρα της. Η φτωχή μου αδελφή! Πάντα λέει με κάποιο παράπονο αλήθεια: «στη ζωή τα πάντα συνηθίζονται, εκτός από την ίδια τη ζωή». Όλοι την κοιτούν σαν να είναι ο Θωμάς Ακινάτης και συμφωνούν μαζί της χωρίς να ξέρουν το λόγο. Βέβαια στις ημέρες μας οι περισσότεροι συμφωνούν σε γενικές ιδέες και όταν πάνε να τις κάνουν πιο συγκεκριμένες πλακώνονται με χέρια και πόδια. Ίσως στο μέλλον να επικρατήσει ο μονόλογος σαν είδος διάλογου γιατί δε θα χρειάζεται απαντήσεις και η ροή του θα είναι ακατάπαυστη και απρόσκοπτη.
Οι περισσότεροι μένουμε σε δωμάτια άδεια από ελπίδα και ακούμε τους μονόλογους των φίλων μας χωρίς να μπορούνε να επέμβουμε. Ασυνήθιστες ιστορίες χωρίς φαντάσματα φυσικά, αλλά με μπόλικη σάλτσα συναισθήματος, μισό κιλό πλήξης και αβέβαιο σκοπό σαν αυτή που ακούτε ή διαβάζετε τώρα.
Ο χρόνος είναι αυτός που με πιέζει αυτός που με κινητοποιεί ώστε να πετυχαίνω διάφορους σκοπούς ή να πετάω βελάκια στους στόχους που καταστρώνω κάθε Κυριακή βράδυ για την νέα εβδομάδα. Συνήθως η ομάδα μου έχει χάσει και αυτό με πεισμώνει ακόμη περισσότερο. Γράφω στο ημερολόγιο και αλλοίμονο! κάθε φορά μου φαίνεται αυτά που θέλω να κάνω τόσο λίγα. Οι ημέρες θα περάσουν και το ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥΘΕΝΑ θα βουλιάξει ανάμεσα τους.
Καμιά φορά οι υποσχέσεις δίνονται ακριβώς για να μην τηρηθούν. Έτσι και εγώ μονολόγησα στον καθρέφτη ότι το 2007 θα είναι χρονιά χωρίς απαιτήσεις και χωρίς κυνηγητούλι με το χρόνο. Αισθανόμουν ότι ακόμη και ο καθρέφτης χαμογέλασε λίγο. «Δεν πειράζει» σκέφτηκα. Τι μπορείς να πεις σε ένα καθρέφτη χωρίς να δεις την υπέροχη φάτσα σου;
1/2 – 1 -07
ΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
Είμαστε παιδιά, που δεν έπαιξαν ποτέ στη ζωή τους
Η θάλασσα ήταν το μοναδικό μας καταφύγιο, ίσως γιατί είχε όμορφα ναυάγια
Και πέτρες έφευγαν από τα χέρια μας
Ο ωκεανός έδειχνε τόσο μικροσκοπικός στα μάτια μας
Εμπρός στις επιθυμίες μας μόνο τα άστρα μας ηρεμούσαν γιατί εκεί το άπειρο μας καθήλωνε
και οι προσταγές μας χάνονταν στον άνεμο
το να ζητάς τα πάντα καταντά ανώδυνο γιατί όταν τα χάνεις όλα σου μένει η τιτάνια προσπάθεια που κατέβαλες για να τα αποκτήσεις
μπορούσαμε να πούμε τα πάντα με τις λέξεις αλλά το κάναμε συνεχώς με λάθος τρόπο
και έπειτα η γλώσσα σε περιορίζει είναι ασφυκτικό να δίνεις εικόνα σε συναισθήματα
και μοιάζει ψεύτικο το οπλοστάσιο της επιθυμίας απέναντι στην ίδια την επιθυμία
μια λύση αρμόζουσα με τη ζωή, θα ήταν να γδύσουμε τη γλώσσα από τις λέξεις της ομορφιάς και να δώσουμε ένα τόνο πρωτογονισμού στη δομή των λέξεων.
Θα κερδίζαμε την αμεσότητα αλλά θα χάναμε την ευγένεια.
7 – 2 – 07
ΦΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΕΛΦΑΚΙ
Σε σκέφτομαι τις πιο απροσδόκητες ώρες
Θα θυμάμαι με κάποια νοσταλγία
Τα χρόνια που πέρασαν
Τις ώρες που μας χώρισαν
Για χρόνια κοιμόμουνα στις στέγες των κυμάτων
Βλέποντας το χαρτί της εφηβείας σου
Κολλημένο στο πατρικό σπίτι που γινόταν σιγά – σιγά ένα άσχημο παραμύθι.
Μας όρισε η σκιά ενός Μαγικού Βουνού και οι πρόποδες του ήταν τα μονοπάτια που κύκλωναν την οργή μας.
Οι φωτιές άναβαν κάτι από το παλιό καιρό που περπατήσαμε τους ίδιους δρόμους, σε διαφορετικούς χρόνους.
Μαντεύαμε αλήθεια τι θα γινόταν, τι θα έκανε ο ένας για τον άλλο, αλλά ποτέ δεν ήμασταν σίγουροι τι θα έκαναν οι άλλοι για εμάς. Έχω τη ψευδαίσθηση, γιατί τι άλλο είναι η βεβαιότητα; ότι καμιά φορά γνωρίζω πως δεν είσαι όπως σε θέλω.
Είναι τα μάτια σου που δεν λένε όλη την αλήθεια
Είναι το πρόσωπο σου που δεν ακτινοβολεί όπως του αρμόζει. Είναι οι λέξεις μου που είναι αμήχανες, ρημαδιασμένες μου φεύγουν από τα χέρια, όπως το νερό από τα δάκτυλα. Αυτό που λέει ο Καρούζος: «Τι είναι ρίγος; Άντε να το πεις με λέξεις».
Οι μέρες φεύγουν, οι νύχτες έρχονται
Οι μέρες έρχονται, οι νύχτες φεύγουν.
Εμείς γινόμαστε πιο δυνατοί μέσα τους και πιο αδύναμοι στα όνειρα μας.
Στο κάτω – κάτω, καλύτερα να είσαι πιο δυνατή στη ζωή, παρά πιο δυνατή στα όνειρα.
8 – 2 – 07
ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
Λένε για μένα ότι γεμίζω τετράδια, με εκατοντάδες λέξεις που εγώ τις ονομάζω κραυγές και εσείς τις βλέπετε ως ψίθυρους.
Καμιά φορά αργά μέσα στη μέση της νύχτας ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι ήρεμος και αναπνέω μάσα από ένα σκάφανδρο, εξετάζοντας ένα πανάρχαιο ναυάγιο, κοντά στο ακρωτήρι όπου γεννήθηκα.
Λένε για μένα ότι κρύβομαι μέσα από τις λέξεις, όπως άλλοι κρύβονται από τη ζωή τους. Μια γουλιά ποτού έχει κάτι σαν τη γεύση του Παράδεισου κρατάει για πολύ λίγο, αλλά αισθάνεσαι να έχεις μαζί σου όλες τις δυνατότητες.
Επαναλαμβάνομαι είναι αλήθεια πολλές φορές. Ίδιες λέξεις – ίδια περιστατικά ένας κλειστός πυρήνας ιδεών με συντρέχει – σαν τον κλειστό πυρήνα των φίλων μου που με αγκαλιάζουν όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι ανασφαλής και το μόνο που δεν μου είναι ξένο είναι η μοναξιά μου. Την έσκαψα όλα αυτά τα χρόνια – έχετε σκάψει ποτέ μέσα σας; Της έφτιαξα ένα κουκλίστικο σπιτάκι και εκεί εντοίχισα παλιές ελπίδες και δύο – τρία αινίγματα για να περνάνε τα χρόνια με περίσκεψη και μια εικόνα πόθου.
Ιδού το πρώτο αίνιγμα που σαν έφηβη κοπέλα στο πρώτο της ραντεβού σκάει από τη γωνία του τετραδίου:
ΠΡΩΤΟ
Μια μέρα περπατούσα σε ένα πολύβουο δρόμο και κοιτώντας αφηρημένα τις πινακίδες του διαπίστωσα ότι ήταν όλες γραμμένες στα ισπανικά. Δεδομένου ότι ζω σε μια χώρα που πασχίζει να γίνει ευρωπαϊκή, χωρίς να απωλέσει τη βαλκανική της ομορφιά, άρχισα σιγά – σιγά να τρελαίνομαι. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ ούτε για τις πιο απλές ενασχολήσεις και τι μόνο που με ανακούφιζε ήταν ότι οι γνωστοί – άγνωστοι αστέρες της τηλεόρασης λέγοντας τις αρλούμπες τους στα ισπανικά, αυτό τους χάριζε μια μουσικότητα και μια μελωδία που ποτέ δεν κατείχαν στην ένδοξη καριέρα τους. Ξόδευα πολλές ώρες για απλά ψώνια και η καθημερινότητα μου διέφευγε όπως οι έννοιες από τους φιλόσοφους. Άρχισα να χάνω την επαφή με τη πραγματικότητα, καθώς ήταν αδύνατο να συνδυάσω τις εικόνες από τις εφημερίδες ή την τηλεόραση με το τι συνέβαινε πραγματικά. Το ραδιόφωνο είχε μεταβληθεί σε μαραθώνιο tango, το flamenco μου είχε σπάσει τα νεύρα και οι μόνοι τραγουδιστές ήταν ισπανόφωνοι και όλη αυτή η βαβούρα με είχε κουράσει. Όλη τη μέρα το ραδιόφωνο αναμετάδιδε τμήματα του Δον – Κιχώτη και το βράδυ οι νεαροί πολιορκούσαν τις νεαρές με καντάδες, σερενάτες, καντρίλιες και βαλς. Όλη η χώρα είχε γίνει ένα καρναβάλι και οι δημοσιογράφοι ανέλυαν τις κινήσεις των χορευτριών σε ειδικά μεταμεσονύχτια προγράμματα. Στην Ακρόπολη είχε φτιαχτεί το Άγαλμα του Θεού: μια φτηνή απομίμηση του Ρίο ντε Τζανέιρο και ο Εθνικός Ύμνος είχε αντικατασταθεί από το Venceremos. Τα πούρα είχαν κατακλύσει τη χώρα και τα έβρισκες πάμφθηνα παντού. Φυτείες ζαχαροκάλαμου άρχισαν να φυτρώνουν στους κάμπους της Θεσσαλίας και οι κινηματογράφοι έπαιζαν παντού συνεχώς τη ζωή του Che Guevara. Ένα βράδυ που κάπνιζα αναγκαστικά ένα πούρο Αβάνας, καθώς οποιοσδήποτε άλλος καπνός είχε καταργηθεί, σκέφτηκα ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να αλλάξει.
Έτρεξα στο σπίτι όπου είχα κρύψει ένα βιβλίο με αινίγματα στα ισπανικά και μετέφρασα την παρακάτω φράση που έδωσε λύση στο μυστήριο:
« οι άνθρωποι του κάμπου πρέπει να ενωθούν, να έρθουν στην πόλη και η πόλη τους να γίνει ένα χωριό». Η πραγματικότητα επέστρεψε σαν όνειρο και όλα έγιναν όπως πριν.
ΔΕΥΤΕΡΟ
Μια νύχτα ήμουν καθισμένος στο κρεβάτι μου και άκουγα είναι αλήθεια ένα μελαγχολικό δίσκο της τζαζ. Άρχισα να πέφτω σε ένα κενό χωρίς επιστροφή και δεδομένου ότι δεν είχα άλλο ποτό, αποφάσισα να βγω έξω.
Καθώς περπατούσα άρχισε να βρέχει και έκπληκτος αντίκρισα ξαφνικά αντί για το Πεδίο του Άρεως τη γέφυρα του Μπρούκλιν. Με τα σπαστά μου αγγλικά, ξέφυγα από την περιοχή του Μπρόνξ, ενώ γλύτωσα ίσως από καθαρή τύχη από την περιοχή του Χάρλεμ. Έχοντας χάσει κάθε δύναμη αποφάσισα να μπω στο πρώτο μαγαζί που θα έβρισκα. Δυο γίγαντες στην είσοδο παραμέρισαν λες και ήμουν καμιά προσωπικότητα του Χόλυγουντ. Μου έδειξαν ένα τραπέζι και πήγα να κάτσω εκεί. Αλλά αμέσως με χτύπησαν στον ώμο και με νεύματα μου εξήγησαν ότι έπρεπε να κάνω τον d.g. Μην έχοντας άλλη επιλογή, βρέθηκα στο πιο κακόφημο στέκι της Avenue Street να βάζω στην τύχη ηλεκτρονική μουσική. Άρχισα να τα πηγαίνω περίφημα και ενδόμυχα αναρωτήθηκα αν θέλει τέχνη να αναμιγνύεις κομμάτια που έμοιαζαν υπερβολικά το ένα με το άλλο.
Μια κοντή μελαχρινή κοπέλα με τράβηξε από το χέρι. Με οδήγησε σε ένα δωμάτιο και άρχισε να μου δείχνει φωτογραφίες της. Άρχιζαν να με εντυπωσιάζουν το γεγονός ότι ήταν ασπρόμαυρες και όλα θα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζε να με ρωτάει ουρλιάζοντας κάτι που δυστυχώς δεν καταλάβαινα. Αναγκάστηκα να τη χαστουκίσω και σχεδόν αμέσως τη φίλησα. Αισθάνθηκα όμως αμέσως ξένος και με ένα πέταγμα βρέθηκα έξω από το δωμάτιο. Διέσχισα την πίστα χορού και διάφορα χέρια με παρότρυναν να συνεχίσω το πρόγραμμα. Έτσι ξαναβρέθηκα στην γνώριμη θέση μου. Άρχισα να πίνω και έγινα σαν σουρωτήρι. Η κοπέλα που ονομαζόταν Σύλβια καθόταν σε μια γωνία και περίμενε. Τι περίμενε; Δεν έμαθα ποτέ και εξάλλου δεν είμαι καλός στην ψυχολόγηση των γυναικών. Μόνο ο Φρόιντ τα κατάφερε για λίγο αλλά το ʽ ριξε στην κοκαΐνη μπας και βγάλει άκρη στους συλλογισμούς του.
Την κοίταγα και έβλεπα το κενό. Καθώς έσκυψα για λίγο γιατί μου είχε πέσει κάτω ένα c.d. είδα προς τη θέση της ότι είχε φύγει. Όταν τέλειωσα το πρόγραμμα, τη βρήκα στην απέναντι γωνία να καπνίζει και νόμισα ότι περίμενε εμένα. Η καταστροφή δεν άργησε να με βρει, καθώς όπως περνούσα απρόσεκτα το δρόμο με χτύπησε ένα ταξί. Όταν άρχισα να συνέρχομαι κάποιος μου ψιθύριζε: “Are you talking to me?” και εγώ του απάντησα:
«Καθώς χάθηκα νόμισα ότι βρήκα την αγάπη
Αλλά αυτή χάθηκε σε ένα φούρνο
Έγινε ένα με την αγωνία μου», σιγά – σιγά όλα έγιναν όπως πριν. Ποτό, τσιγάρο και άντε πάλι από την αρχή, δηλαδή.
ΤΡΙΤΟ
Αφιερωμένο στον Κώστα, Cal
Είμαι σε ένα λευκό δωμάτιο. Στο κέντρο του ταβανιού, υπάρχει ένας φεγγίτης και από μέσα του διαχέεται το λίγο φως που μου δίνει ελπίδα. Δεν υπάρχει κανένα έπιπλο, κανένα αντικείμενο κάθομαι στη γωνία αυτού του τριγωνικού χώρου και αναπολώ αισθήματα, στιγμές, πόνους και όνειρα. Γράμματα δεν φτάνουν ποτέ στα χέρια μου, ούτε μια σελίδα για να γράψω αυτά που νιώθω.
Η θέληση μου είναι τεράστια, ψιθυρίζω προσευχές δικής μου έμπνευσης: ξεχασμένους στίχους, λόγια άλλων φυλακισμένων πριν από μένα, λόγια φυλακισμένων που θα έρθουν μετά από μένα. Έχει ειπωθεί ότι υπάρχει ένα στάδιο μετά την απελπισία και αυτό είναι η ελπίδα. Και εγώ εδώ μέσα ελπίζω. Δεν ελπίζω ότι θα βγω. Σχεδόν δεν θέλω να βγω. Γιατί όταν θα βγω θα είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος: ένας που τσάκισαν χωρίς λόγο, ένας που σκότωσαν πριν την ώρα του. Δεν θυμάμαι να πίστευα σε κάτι επαναστατικό, όταν με έκλεισαν εδώ μέσα. Το μόνο που άρεσε ήταν ο κύριος «Κ.» από τη «Δίκη» του Κάφκα. Χαμογέλασα πριν από λίγο, γιατί είπα ένα ψέμα. Είπα «δεν θυμάμαι», αλλά αυτό προϋποθέτει την έννοια του χρόνου. Χρόνος εδώ, δεν υπάρχει όλα είναι ίδια και λευκά. «Πόσο καιρό είμαι εδώ μέσα;» ούτε που ξέρω. Μπορεί να είναι και μια ώρα, μπορεί και δέκα χρόνια. Ο χώρος εδώ είναι τόσο άδειος, που ακόμη και ένα έντομο θα μου δημιουργούσε παρέα, την αίσθηση ότι υπάρχω. Αλλά φαίνεται ότι προσπαθούν να με τελειώσουν, αφού δεν αφήνουν καμία χαραμάδα ανοιχτή. Ίσως φοβούνται, ότι μπορώ να τρυπώσω εκεί μέσα και να αποδράσω.
Οι σκέψεις μου σκορπίζονται και με κρατάνε σε εγρήγορση και το μόνο που μετανιώνω είναι ότι δεν έκανα όσα ήθελα. Δυο λέξεις που δεν είπα σε κάποιο φίλο, ίσως από εγωισμό με βασανίζουν και δεν ξέρω πώς να επανορθώσω. Άραγε οι φίλοι μου είναι ελεύθεροι ή σαπίζουν σε παρόμοια κελιά εδώ δίπλα;
Θα ήταν άσχημο, να είμασταν όλοι στην ίδια θέση.
Κουλουριάζω όπως όταν ήμουν μωρό. Πιστεύω ότι έτσι θα ξαναγεννηθώ. Και όταν γίνει αυτό, θα είμαστε σε κανονικά δωμάτια, με ζωντανές παρουσίες και η μουσική θα μας σφίγγει όλους στην αγκαλιά της. Δεν έχω τρελαθεί ακόμη και ξέρω ότι είναι και αυτό μια ψευδαίσθηση μέσα σε όλες τις άλλες.
Όμως συνεχίζω να κουλουριάζομαι και γίνομαι μωρό σπάω τη φυλακή
Κλαίω και είμαι στην ίδια θέση
Και το δάκρυ μου λέω πως είναι βροχή που πέφτει.
Είμαι κάπου έξω, κάποιον περιμένω, είναι αργά με έχει στήσει – αλλά τι να κάνω; Δεν έχω άλλη επιλογή, θα περιμένω…θα περιμένω…
Και η βροχή – τα δάκρυά μου δυναμώνουν
Όλο το κελί, έχει γίνει μια λίμνη
Και αρχίζω να κολυμπάω…να κολυμπάω…
Διάβασα στον τοίχο:
« η βροχή θα γίνει θάλασσα
το αίμα τους λουλούδι
η φωνή θρίαμβος»
και όλα…
19 – 1 – 07
(Νίκος Γαζέπης, Πάσχα 2007, Ιδιωτική Συλλογή)










Πολύ εύστοχη η στιχομυθία που κλείνει το πρώτο αφήγημα – μου θήμησε τα καθησυχαστικά λόγια του Ποιητή προς την σπιτονοικοκυρά του (μεταφέρω εκ μνήμης): “μην ανησυχείτε, συνομιλούσα με τον Ομηρο”