
Όταν άνοιξε τα μάτια, ήταν ακόμα σκοτάδι. Το τόσο πρωινό ξύπνημα ήταν αδιάψευστο σύμπτωμα τύψεων για ένα ακόμα χαμένο βράδυ. Η τελευταία αυτή εντύπωση επιβεβαιώθηκε όταν αντίκρισε το λάφυρο της χθεσινής νύχτας που κοιμόταν πλάι του, ροχαλίζοντας ελαφρά. Αποφάσισε να σηκωθεί.
Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ. Ήταν γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Λίγο έλειψε να ξεχαστεί, όμως η ματιά του έπεσε, όμοια κι απαράλλακτα με κάθε μέρα, στον ηλεκτρικό στίφτη πορτοκαλιού. Και, όμοια κι απαράλλακτα με κάθε μέρα, επανήλθαν οι τσιμπιές στην καρδιά κι ανάσανε με ανακούφιση – ήταν ακριβώς η αρρώστια που τον κρατούσε ζωντανό. “Να τον πάρουμε, είναι ηλεκτρικός στίφτης, οικογενειακός – είχε συμπληρώσει με νόημα – καλύτερα απ΄το να μας βγαίνει η Παναγία με τον στίφτη χειρός”. Κι εκείνος είχε χαμογελάσει, δε θα χαλούσε με τίποτα το πρωινό της χουζούρι για να σηκωθεί να του στύψει πορτοκαλάδα, όμως η πρόταση από μόνη της του είχε φανεί σαν την επισφράγιση μιας συμφωνίας. Και της τον αγόρασε. Δεν τον έβγαλε απ΄τη συσκευασία του, παρά μόνο όταν εκείνη έφυγε.
Κάθε δωμάτιο κι ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Απορούν οι φίλοι, πώς ένας τόσο γνωστός γλύπτης επιμένει να κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα, σε μια μάλλον ύποπτη συνοικία. Σαφώς παραμένει πάντα του σεμνός και προσγειωμένος, καταλήγουν με μεγαλοψυχία – άλλο αν εκείνη διέθετε μεν ταλέντο στο να διαβλέπει την υπόσχεση κι άλλο τόσο στο να την ακυρώνει.
Ο διάδρομος που βγάζει στο ατελιέ. Άκουγε τα βήματά της και είχε τα χέρια τυλιγμένα γύρω από ένα γύψινο λαιμό, ένας χρόνος και δε μπόρεσε τίποτα να φτιάξει, κι εκείνη ερχόταν και στεκόταν στο κούφωμα της πόρτας, φορώντας ένα νεγκλιζέ με χαλαρά τιραντάκια, σαν τη Λωρήν Μπακόλ, και κάπνιζε στάζοντας βολικά στη γλάστρα – αργότερα και στο πάτωμα ακόμα, τότε που είχε συνειδητοποιήσει για τα καλά ότι ο μποέμ δημιουργός ήταν στην πραγματικότητα ένας γεροντοκόρος με εμμονή με την καθαριότητα, συν τοις άλλοις, κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να του ξεπληρώσει την απάτη. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο καθόταν εκεί και τον κοίταζε κι αυτός τότε φοβόταν. Φοβόταν γιατί τα χέρια του είχαν πάρει το σχήμα του λαιμού και ήξερε πως μια της λέξη μόνο θα’ φτανε. Μια μόνο λέξη.
Τη λέξη την είπε προτού βροντήξει πίσω της την πόρτα. “Ανίκανε!”. Οχι, αυτό δεν ήταν υπόνοια για τη σεξουαλική τους ζωή. Θα είχε πολλές μαρτυρίες για την υπερεπάρκειά του, αν οι μάρτυρες μπορούσαν να μιλήσουν, και μάλλον το σεξ ήταν και το μοναδικό που την κράτησε κοντά του μέχρι τότε. Mα του έφτασαν οι επόμενοι μήνες για να βρει την άκρη.
Τότε που άρχισαν να τον γράφουν για πρώτη φορά οι στήλες. Των εικαστικών. Οταν οι προτομές του, η εικόνα του τρόμου σε γύψο, έκαναν αίσθηση σε κοινό και κριτικούς. Μα πού κρυβόταν τόσο καιρό τέτοιο ταλέντο; Εκείνη άραγε να τα διάβαζε αυτά; Μα τί σημασία είχε; Του είχε αφήσει την αρρώστια, σαν γλάστρα που μεγάλωνε με στάχτες.
Η Αλίκη Σεβαστάκη του χαμογέλασε απ΄το βάθρο της. Δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο, μάλλον γκριμάτσα. Η πρώτη απευθείας του ανάθεση, τα εγκαίνια του θεάτρου “Αλίκη” θα γίνονταν σε μια εβδομάδα, “πρώτης τάξεως ευκαιρία να καθιερωθείς στους mainstream”, είχε πει η ατζέντισσά του. Ενα χαμόγελο και του έλειπε η πρώτη ύλη. Μάταια προσπαθούσε να ξεσηκώσει το χαμόγελο από τα νοικιασμένα DVD, που τα έβλεπε μετά τα μεσάνυχτα με αρρωστημένη προσήλωση. Η κίνηση της σιαγόνας, οι μυς που τεντώνονταν σε μια παρωδία χαμόγελου, μα όλα ήταν μια παρωδία, α ν ί κ α ν ο ς, ή μήπως όχι, μα είχε άραγε σημασία, αυτή είχε ήδη βγάλει την ετυμηγορία της κι αυτό ήταν παρήγορο, εδώ που τα λέμε, πώς να πορευτεί κανείς στη ζωή χωρίς να έχει κάποιο έστω στοιχείο για ν΄αρχίσει; Μια λανθασμένη, έστω, ετυμηγορία. Πόσων η ζωή δεν σφραγίστηκε από δικαστική πλάνη;
Σήμερα όμως ένιωθε ένα ρήγμα στην τόση σιγουριά του. Δεν ήξερε αν ήταν το τόσο γλυκό ξημέρωμα, δεν ήξερε αν έφταιγε η Σεβαστάκη και το γαμώγελό της, τί σκεφτόταν ο ηλίθιος όταν αποδεχόταν την ανάθεση, δεν ήταν αυτά πράγματα γι αυτόν, και φάνηκε μέχρι τώρα τόσο προσεκτικός. Οι μούσες του ήταν όλες μη αναγνωρίσιμες, αλλά η Σεβαστάκη, το “χαμόγελο”… Η απάτη θα αποκαλυπτόταν σε μια βδομάδα με το τράβηγμα του πανιού.
Αν τουλάχιστον έφτιαχναν τα πράγματα. Να γύριζε εκείνη πίσω αποκαρδιωμένη από άλλες ακυρωμένες υποσχέσεις, να του στιβε εκείνη την πορτοκαλάδα, που, στην τελική, ούτε που έπινε χυμούς πρωί πρωί, του έφερναν ξυνίλα, αλλά ίσως και να μάθαινε επιτέλους, και ίσως να άλλαζε την ετυμηγορία της, σίγουρα ξημέρωνε μια ωραία μέρα κι εκείνος βούλιαζε όλο και πιο βαθιά στο ρήγμα.
Γύρισε στο υπνοδωμάτιο να διώξει την ξένη, για αρχή. “Σήκω” είπε, όχι τόσο δυνατά όσο σκόπευε, ήταν τύφλα το προηγούμενο βράδυ κι ούτε που θυμόταν από πού τη μάζεψε, από τη γκαλερί που του σέρβιραν τη μπόμπα, από το δρόμο, και σίγουρα η συγκεκριμένη δε θα του χρησίμευε σε τίποτα, συνηθισμένο πρόσωπο, μάλλον χυδαίο, η κοπέλα απλά τεντώθηκε και γύρισε προς το μέρος του κοιμισμένα, χαμογελώντας ειρηνικά.
Το χαμόγελο. Το χαμόγελο.
Τα φαντάσματα ξεχύθηκαν μεμιάς από το ρήγμα κι ο γλύπτης έκλαψε.
Την ώρα που έβαζε το μαντήλι με το χλωροφόρμιο στη μύτη της, προσέχοντας μην την ξυπνήσει, που άπλωνε με στοργή – θα λεγε κανείς – τον υγρό γύψο στο πρόσωπό της, η Αλίκη Σεβαστάκη θα αποκτούσε επιτέλους το χαμόγελό της, όλα θα πήγαιναν καλά, κι η μέρα όμορφη, όπως την είχε φανταστεί, του πέρασε για πρώτη φορά απ΄το μυαλό ότι ναι, ήταν κι αυτός ικανός να αγαπήσει.
(Ηρώ Νικοπούλου, Άγγελος με απλωμένα φτερά, Αθήνα 2007, Ιδιωτική συλλογή)










Οφείλω να ομολογήσω πως η πεζογραφία μου προκαλεί αφόρητη πλήξη. Όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ξένη…Ένα πέπλο ανίας, τόσο που αναρωτιέμαι συχνά αν υπάρχουν ακόμη ιστορίες που μπορεί να διηγηθεί κανείς.
Κάθε μέρα κατακλυζόμαστε από ιστορίες, από τα δελτία ειδήσεων μέχρι τα κινητά μας…Η άνθηση των ιστολογίων οφείλεται στην ίδια επιθυμία να διηγηθεί κάποιος τι του συνέβη τη μέρα που πέρασε, αντί να το εξομολογηθεί στον ψυχαναλυτή του…
Ομολογώ πως θαυμάζω όσους επιχειρούν να εκφραστούν με πεζό λόγο στις μέρες μας. Η εποχή μας δεν είναι καθόλου “αντιποιητική” αλλά “αντιπεζή” θα έλεγα…
Και χαιρετάω με συμπάθεια την Αγγελική Μαρίνου, η οποία με ξάφνιασε με το απροσδόκητο της ιστορίας της, την έκπληξη που δοκίμασα διαβάζοντάς την επειδή ακριβώς δεν ήξερα ποια θα είναι η επόμενη φράση…
Ίσως πάλι να μου άρεσε η ιστορία επειδή είναι πάνω σε ένα βίωμα (η απόκτηση ενός ηλεκτρικού στίφτη), και πόσο σημαντικό ήταν για μένα να αγοράσω κάτι παρόμοιο…
Μήπως πρέπει να γράψεις ποιήματα, Αγγελική;
Συμμερίζομαι τις απόψεις σας κατά το πρώτο σκέλος κύριε Παστάκα. Πιστεύω κι εγώ πως η εποχή μας είναι πράγματι “αντιπεζή”. Και φανταστείτε ότι βγαίνουν χιλιάδες πεζογραφήματα. Ωστόσο θα ήθελα να σας επισημάνω, και κάτι ακόμη: Διαφωνώ με το υπόλοιπο ήμισυ του κειμένου σας διότι η παραπάνω ιστορία, μπορεί να σας παρακινεί να αγοράσετε έναν ηλεκτρικό στίφτη, δεν την αισθάνομαι “βιωματική”, αλλά εντελώς κατασκευασμένη στο εργαστήριο, χωρίς να θέλω να προσβάλλω τη δημιουργό. Θα έλεγα μάλιστα, ότι κάνετε άσχημα που της προτείνετε να ασχολήθεί με την ποίηση. Ως τι το λέτε αυτό;Μου θυμίζετε έναν ανόητο, που είπε κάποτε σ’έναν ποιητή, αρκετά γνωστό σήμερα (αφού διάβασε τα ποιήματά του), δεν ασχολείστε καλύτερα με κάτι άλλο… ας πούμε με τον πηλό..! Αφήστε τους ανθρώπους κύριε Παστάκα να γράφουν, εσείς όμως να κρίνετε μόνον αν είναι προς δημοσίευσιν, όλα όσα κατά καιρούς σας στέλνουν.
Ευχαριστώ.
PS Βόα, βλέπεις πόσο ευγενικός έχω γίνει τελευταία
Διαφωνώ στο αν υπάρχουν ιστορίες που μπορεί ακόμα να διηγηθεί κανείς. Του καθενός η ιστορία όσο ανούσια ή ενδιαφέρουσα μπορεί να μας φανεί, είναι η δική του και είναι βαρειά αλλιώς δεν θα είχε την ανάγκη να την ακουμπήσει στο χαρτί. Προσωπικά θαυμάζω όσους μπορούν να πλάθουν ιστορίες. Εγώ μόνο βιώματα, δικά μου ή άλλων μπορώ να αφηγηθώ.
Πεζό ή ποιήματα;
Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, με το ένα πόδι στην ημερολογιακού τύπου γραφή και το άλλο στην ποίηση. Και όλοι να επιμένουν στο να γράφω κείμενα. Μα αυτά δεν με γεμίζουν, απλά με αδειάζουν, με ξεφορτίζουν, ακριβώς αυτό, όσα θα έλεγα σε ένα ψυχαναλυτή ή στους φίλους μου. Δεν το θεωρώ καν τέχνη, χαλάρωμα είναι. Δεν μπορώ καν να το πάρω σοβαρά και να συγκεντρωθώ. Ενώ η ποίηση… ένας μαγικός κόσμος που χάνεσαι. Αυτή είναι πρόκληση!
Μου αρέσει η Αγγελική, πάντα διαβάζω το μπλογκ της και ευχαρίστως θα έπαιρνα το βιβλίο της.
Συμφωνώ ότι η σημερινή ζωή είναι εντελώς πεζή και διαμορφώνεται ολοένα μεγαλύτερη ανάγκη για ποίηση.
Κι’ας γράφει όποιος θέλει, καλά ή άσχημα δεν έχει σημασία, αρκεί που γράφουν και ασχολούνται.
γιατί σημασία δεν έχει να αντιγράφουμε τα ποιήματα αλλά να τα εννοούμε
κι όταν λέω ποιήματα, ελληνίδα, δεν αναφέρομαι στους υμνούς σου προς τον Δία
ούτε και στη ρηχότητα εσένα και των ομοίων σου
για αυτές τις “κλαιούσες” θυσιάζοντε τα δέντρα;
κουταμάρες
Βόας, τα λόγια αυτά δεν υποστηρίζουν τ όνομα σας
μπορεί να φταίνε οι ύπνοι
ή πάλι, μπορεί ο βόας σας να είναι απλά ο καταβροχθέας
καλό ξημέρωμα
Καλό ξημέρωμα…
Τα βούλμπε φταιν και δεν σιχαίνονται….
Πότε θα στήσουμε την στρογγυλή τράπεζα περί ελληνικής πεζογραφίας δεν μας είπατε…
Συνεργασίες, πράματα, θαύματα…
Συμβαίνουν αυτά τα πράματα ως κισσοί επί βαλανιδιάς…
Θα αστειεύεστε κ. Μίχο…αν και πάντα το κρυφό μου όνειρο ήταν μα ήμουν σαϊτάρχης!
μην άγχεσται κύριε Μίχο
οι κότες τα κοτόπουλα οι διοξίνες και τα κοτέτσια δεν κινδυνεύουν
με κόκορες σαν εσάς
καλά κακαρίσματα
Τσςςςς Καλέ κύριε “πάρτε από μπροστά μου αυτές τις σελίδες μη τις γεμίσω με αίμα!” σιγά τα αίματα γιατί μας τρομοκρατείτε!
Ρηχά πάνε όσοι δεν ξέρουν καλό κολύμπι. Εσείς πως τα πάτε με την θάλασσα αλήθεια; Μάλλον για στεριανό σας βλέπω. Τα βρέχετε τα ποδαράκια σας ή μένετε μόνο στο χώμα;
Τι να κάνουμε, εμείς αρεσκόμεθα στο φως και στις Νεφέλες. Εσείς στην κέτσαπ και το συνθετικό χρώμα του αίματος. Ενίοτε και στην μουστάρδα. Βάλτε λίγο χρώμα στην ζωή σας.
Μου άρεσε πολύ ο τίτλος, ενώ αντίθετα το σχόλιο μου προκάλεσε γέλιο. Να θυμηθώ να σας στείλω ναφθαλίνη για τις ντουλάπες. Δεν θα θέλαμε να τα φάει ο σκώρος ε;
Ξύλινο αυγό, πάρτε από μπροστά μου αυτές τις σελίδες κτλ.., μαύρε ήλιε…, th.. ή όπως αλλιώς μπαίνεις, θα τραβήξει ακόμα πολύ αυτή η ιστορία; Για τελείωνε το γρήγορα γρήγορα.
….Το βάψατε κόκκινο το ξύλινο αυγουλάκι σας για να ( νομίζετε ότι ) δουλεύετε τους άλλους με προμελετημένου αποτελέσματος συγκρούσεις , Πασχαλιάτικα , εξαίρετε πολυώνυμε . Μόνο που είστε μηδενικού βαθμού (πολυώνυμο ) με αποτέλεσμα να καταπίπτετε εις ( μονήρη )σταθεράν .
Ως συνειδητός “καταβροχθέας” , κατά το νεολογισμό σας , αποποιούμαι το πενιχρό γεύμα που μου προσφέρετε .
Κανελλόπουλε , διαπιστώνεις πόσο ευγενικός μπορώ να γίνω ;;;
Καλέ πέστε μου και μένα ποιός είναι το ξύλινο αυγό.
Βόα μου δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν ή χόρτασες κοψιδάκια του Πάσχατος ή έχεις γίνει εκλεκτικός…
τόση πολεμική για μερικές λέξεις μόνο. ούτε η διαμάχη Τσάτσου – Σεφέρη να ήταν. όσο για την ποίηση ή την πεζογραφία είναι άδικο να τις συγκρίνουμε. μήπως και η ποίηση δεν μας έχει προσφέρει πλήξη και δυστυχία? όσο για τη μοναξιά ότι και να ισχυριστούμε δεν νικιέται απο πύρινους λόγους αλλά απο προσπάθεια και προσήλωση.
Βασίλη, τι απαίσιοι που είναι οι ξύλινοι κώλοι…. Καθόσαστε κι αφιερώνετε χρόνο στις μαλακίες που γράφουν. Αχ με πήρε και μένα μια πιτσιλιά αίμα…
αφήστε κύριε Μίχο καλύτερα
εδώ δεν είστε σε θέση να κατανοήσετε 2 σειρές που διαβάσατε θα κατανοήσετε την ποίηση;
στη λαχαναγορά θα βγάζατε καλύτερο μεροκάματο
για εκεί είστε
ντροπή και αίσχος για το περιοδικό να υποστηρίζει τέτοιες νοοτροπίες
και έχω το δικαίωμα να το πω όσο στα σχόλια σας δεν αναφέρεται η ένδειξη
μόνο προς κόλακες εριστικούς χαζοβιόλιδες
για ηθικολογίες του κώλου δε κάνω κουβέντα
ντρέπομαι να φιλοξενείτε από τη μιά αξιόλογα γραπτά κ απ την άλλη τα σούργελα
κ αυτό εννοούσα σαλάτα κύριε Αραβανή
κ ούτε στον τελευταίο στίχο δεν εννοούσα ότι θα χυθεί αίμα τρομοκρατίες και ηλίθιους αμερικάνους
μάθετε να διαβάζετε
σας λυπάμαι και σας φτύνω
όχι για την ανύπαρκτη παιδεία σας
αλλά που τολμάτε χωρίς ποτέ να καταλάβατε
να αντιγράφεται
και δεν άφησα ποτέ υπονοούμενο ότι είμαι κάποιο άλλο άτομο έλεος η βλακεία σας
τελεία
και Χ
και όπου χ=delete
Ποιό άτομο είστε κύριε ή κυρία, δώστε έστω ένα παρατσούκλι και κρατήστε το, δε ζητώ το αληθινό σας όνομα, αλλά το θάρρος της υπογραφής σας έστω και με το ίδιο παρατσούκλι. 5 μέτρησα εγώ που έρχονται από το ίδιο mail, αν αυτό δεν λέγεται λιποψυχία και υποννοούμενα, τί λέγεται;
Τολμάτε να κηρύττετε και απο πάνω. Ντροπή.
Υ.Γ Και επειδή κατάλαβα οτι δεν “στροφάρετε” εύκολα, το κάνω λιανά: Το Ποιειν δεν προσυπογράφει τα σχόλια και τις απόψεις όσων παίρνουν μέρος, ούτε είναι χωροφύλακας τους (τα ξανάπαμε και αλλού αυτά). Ο καθένας έχει το θάρρος της υπογραφής και της δύναμης που του δίνει το πέος του. Γκέγκε;
Σπύρο
μη ψάχνεις….
Η ορθογραφία , το ύφος και το λεξιλόγιο το καταμαρτυρούν πέραν κάθε αμφιβολίας :
Είναι θήλυ και το λέν Αμάντα……..
Xaxaxaxaxa. Signomi pou den apantisa noritera, eimai eksoteriko gia logo pou den endiaferei kanenan, ke den bika mexri tora se internetadiko. Eida 21 sxolia ke eipa, kala ti ksafniki dimotikotita? Pou na iksera…
Tespa. Kyrie Pastaka, sas efcharisto poli gia to sxolio sas. Kanellopoule, an emena den mou aresei kati kano moko apla, i EPISIMAINO ti den mou arese an to atomo einai filika proskeimeno i an diavlepo kati endiaferon. A, ke fysika apefthinomai STON SIGGRAFEA, stin Aggeliki, ki oxi ston k. Pastaka, den itan aftos pou perimene to scoliasmo ksereis. To scholio sou itan empristiko ke vasika ta exo parei sto kranio giati pyrodotise mia sizitisi pou adikise to keimeno mou. To afto isxyei ke gia tous allous. Kalitera na min eixa kanena sxolio, para afto to pragma.
…
…
…
Mpa, plaka kano. Vasika katourithika sto gelio ke sas efcharisto giati kairo eixa na gelaso toso. Ki ennoeitai oti tha ksanaypovalo, gia na kleiso me apeili.
Ypegrapsa to zoon san renton, alla tha katalavate oti eimai i Aggeliki Marinou.
Άντε ορέ Ρέντονε και γω που νόμισα
ότι κλείστηκες στο μοναστήρι..
Αγαπητέ κ. kanellopoule
Θα μου επιτέψετε να διαφωνήσω
με την παρατήρηση σας ότι το κείμενο της Ρέντον
είναι κατασκευασμένο στο εργαστήριο.
Γνωρίζω την ίδια δυο τρεις βδομάδες
απ’ το Critical Error, αλλά εκτός
του ότι πρόφτασα να διαβάσω
και το βιβλίο της, έχω τους λόγους μου
να πιστεύω ότι συνειδητά επιχειρεί
με το κείμενο αυτό,
μια μικρή παρέκκλιση
από το μέχρι τώρα να το πούμε στυλ της,
που είναι περίπου ( πάντα κατά την άποψη μου) το εξής:
Στοχεύει κάπου και πατάει τέρμα το γκάζι
με το φρένο πατημένο, όπως κάνουν run up
τα αεροπλάνα, το αφήνει απότομα ώστε να
διαγράψει μια τρελλή πορεία και φτάνει στον προορισμό της τρακάροντας με όλα τα αυτοκίνητα που βρίσκει στο δρόμο της.
Στο τέλος δεν της έχουν μείνει ούτε ζάντες,
ούτε προφυλακτήρες,
αυτός θαρρώ πως είν’ ο στόχος.
Το εκπληκτικό είναι ότι μπορεί να το καταφέρει
και βαδίζοντας.
Με τιμή
Αλέκτωρ
ένας ερασιτέχνης αναγνώστης