Ο Δαβίδ στη θεωρία του χάους

Το ντόμινο,

άρχισε με τους Πύργους

κι όλοι γνώριζαν:

η πεταλούδα, που πετάει

στο Τόκιο,

στο Ιράκ,

στην Παλαιστίνη

και στο Αφγανιστάν

φέρνει την καταιγίδα

στη Νέα Υόρκη.

Ποιός έριξε την πρώτη μπίλια;

Εγώ

ήμουν στη Γένοβα

στο Γκέτεμποργκ,

στο Σηάτλ,

και πέταξα

μια πέτρα, με σφεντόνα…

(17 / 9 / 2001 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό
Μανδραγόρας, τεύχος 32, Νοέμβριος 2004)

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2003

Ιούλιος, στο κέντρο της Αθήνας,

τις νύχτες που γινόμαστε πια φίλοι,

εγώ κι η αϋπνία η θερινή.

Στη δίνη της δουλειάς και της ρουτίνας,

ένα φραπέ μες την πλατεία Μαβίλη

κι ονειρευόμαστε το άγνωστο νησί.

Η Ουτοπία, η Ταορμίνα του Ουράνη…

Τʼ όνειρο ξεμακραίνει κάθε μέρα

και γιγαντώνεται τις νύχτες ζωηρό.

Χάνονται οι φίλοι και ρωτούν τι κάνει

κείνος που χάθηκε την Τσαγκαροδευτέρα

και πια δεν απαντάει στο κινητό.

Την Κυριακή, στην πλαζ του Αλίμου,

όλοι μαζί σε μια σπουδή θαλάσσης,

να σχεδιάζουν λαιφστάιλ διακοπές.

Μα στη Θεσσαλονίκη οι κολλητοί μου,

που ʽχουν ακόμη κέφι γιʼ αντιστάσεις,

πήγαν στη Σύνοδο, διαδηλωτές.

Στο Στόουνχεντζ γιορτάσαν τις προάλλες,

ισημερία, πνεύματα, παγανιστές.

Έχουμε αρχαιολάτρες κι από δω…

Όσο εκλείπουν οι ιδέες οι μεγάλες,

θʼ ακολουθούμε στα τυφλά σκοταδιστές,

που θα μας τάζουν κάτι πιο πνευματικό.

Πανσέληνος –το σμάλτο του Σεφέρη

σʼ επηρεάζει, αναλόγως με το ζώδιο.

Μισόκλειστο στη νύχτα το παντζούρι,

να μπαίνει δροσερό το λίγο αγέρι,

με τʼ άρωμα της νύχτας το πλανόδιο,

με μουσικές από κιθάρα και σαντούρι.

Το Αιγαίο μας λείπει –του Ελύτη.

Τρώμε στην Πλάκα ή στην παραλία

κι ονειρευόμαστε ριάλιτυ παιχνίδια.

Στην Ποσειδώνος, μια γενιά που πλήττει

κι έχει θεά της πρώτη την ανία.

Γράφω κι εγώ, ανακυκλώνοντας τα ίδια…

(23 / 6 / 2003 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό

Μανδραγόρας, τεύχος 32, Νοέμβριος 2004)

ΕΦΗΜΕΡΑ

Οι καφετέριες μʼ αρέσουν το Χειμώνα

(καφενεδάκια τα είπαν και μπιστρό).

Κάθομαι και διαβάζω εφημερίδα,

στις μέρες που γεννάει η Αλκυόνα

κι αντίκρυ βλέπω θάλασσα, ουρανό-

ρεμβάζω στην καινούρια ελπίδα.

Διαβάζω: Μετανάστες ήρθαν πάλι

και οι μισοί πνιγήκανε στο δρόμο.

Να πάρουνε ή όχι τις σημαίες;

Ο κόσμος, αιώνες στο ίδιο χάλι,

δεν ξέφυγε απʼ τον πόλεμο, τον τρόμο

κι απʼ τις διακρίσεις τις μοιραίες.

Διαβάζω για πολέμους κάτω απʼ το Σταυρό.

Μετά την Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου

δικαιολογείται η νέα τυφλή βία

κι ας κάνω διαδήλωση ως κι εγώ

κι ας είναι φαεινότερον ηλίου

ποιός κατευθύνει αυτή την ιστορία…

Διαβάζω: Λείπουν ράμπες απʼ τα κτίρια,

που είνʼ απροσπέλαστα σε συνανθρώπους.

Μα οργανώνουμε μια Παραολυμπιάδα.

Σαν έρθουν οι εταιρίες-μεγαθήρια

θα βελτιωθούμε άραγε στους τρόπους

ή θα τους ρίχνουμε σε νέο Καιάδα;

Διαβάζω για τη μόδα: Μπότες μυτερές

ζαρτιέρες και στριγκάκια θα φοράμε.

Κι οι άντρες, μία φούστα αν το θελήσουν.

Αλλά αν το κάνουν, θα ʽναι αδερφές

και μόνο εμείς στο στόμα θα φιλάμε-

έχουν οι γκέι δρόμο να διανύσουν…

Διαβάζω επιστημονικές ανακοινώσεις,

τα πολιτιστικά και την αρθρογραφία,

τις συνταγές, τα ζώδια του νερού.

Ρουφάω τις ειδήσεις μου με δόσεις-

στο τέλος στρέφομαι ξανά με αγωνία

στον ουρανό, με νέα παντός καιρού.

15-16/11/03

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 32, Νοέμβριος 2004)

ΙΝ ΜΕΜΟRΙΑΜ

Μνήμη Ηλία Λάγιου

Ώρες πολλές, στο πνεύμα της μποτίλιας

που ʽχει από χρόνια τόσα υποταχτεί.

Λυκόφως· ίσα πέφτει από της γρίλιας

τʼ άνοιγμα η νύχτα –που αργεί.

Γύρισμα ο τροχός, πτώση της μπίλιας.

Να το ζερό: έχει ήδη τριπλοβγεί.

Τρεις ήταν, λέει ο μύθος ο αστικός-

και λέγανε για θάνατο στʼ αστεία.

Γενιά μεταπολέμου, μαύρο φως-

σκεφτήκανε να παίξουν μια κηδεία

για πλάκα ή για το θρύλο –ποιός

σαν φάρσα αναμασά την ιστορία;

Πιο ευάλωτος, το χάρισμα του Λόγου

μπέρδεψε στιγμιαία ο Ποιητής,

μʼ ένα χορό αναίτιο του Ζαλόγγου,

με κάλεσμα μιας μυστικής φωνής

και μια σκηνή από θέατρο παραλόγου

να τώρα, παίζεται απʼ τους τρεις:

Μπαλκόνι, τρίτος όροφος, βραδάκι-

αμήχανη η πράξη η τελευταία.

Χαλί απλωμένο μοιάζει το Κουκάκι.

Ζαλίζεται και στρέφει στην παρέα-

Θα πέσει; Δεν θα πέσει; Ένα γελάκι

στην ύστερη στιγμή του, τη μοιραία.

Ζυγιάζεται για λίγο στο μπαλκόνι,

ανάμεσα σε γη και ουρανό,

στον Καρυωτάκη η σκέψη του σιμώνει,

καθώς και στον Αλέξη Τραϊανό.

“Πατέρα, έρχομαι” μόλις που αρθρώνει,

τρεκλίζει -κι αγκαλιάζει το κενό.

8/10/2005

ημέρα της κηδείας

(Δημοσίευση στο περιοδικό Αντί, Αύγουστος 2006)

ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ – ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ

Η μνήμη του είναι για άλλους,
για μένα ζωντανός

Πάνω απʼ την άβυσσο προτείνω χειραψία.

Ίσα που πρόλαβα λίγο να σε γνωρίσω,

αδόκητα πριν φύγεις, ξαφνικά.

Σκιές σκιών κι αν είμαστε, Ηλία

τα όσα δεν είπαμε θέλω να τα πενθήσω,

καθώς μου στέλνεις λόγια από μακριά.

Αν πίστευα στην ύπαρξη άλλου κόσμου,

θα ʽταν πιο εύκολο, πιο ήπιο να θρηνώ.

Μα τώρα: μόνη πίστη η αθεΐα.

Σε όσα έγραψες μισά ο λογισμός μου

πάλι επανέρχεται, να βρει το μυστικό

νόημα θανάτου και ζωής, Ηλία.

Από τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης,

μου γνέφεις, στην παρέα ποιητών

που μνημονεύω κάθε μέρα· η απαγγελία

υψώνεται σαν δέηση και μου παίζεις

κρυφό σκοπό μʼ ένα πλανόδιο ακορντεόν-

σε συναντώ όπου πηγαίνω, Ηλία.

Νεκρός κι όμως κινείς τα νήματά μας.

Ιδού, ο θίασός σου οργανωμένος-

γράφουμε τώρα τα δικά σου ημιτελή.

Ο θάνατός σου δείχνει τα όριά μας.

Το φάσμα το μαγνητικό, που ενδεχομένως

γίνεται ενέργεια και κυκλοφορεί.

13/10 και 15/11/2005

Ποιητές για ποιητές-Χειραψία πάνω από την άβυσσο:

Τίτλος ανθολογίας του Θανάση Νιάρχου

(Δημοσίευση στο περιοδικό Αντί,

Αύγουστος 2006)

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ

Εγώ λοιπόν στη φάμπρικα με βάρδια

δεν σκέφτηκα καθόλου να δουλέψω

και πάντα διάβαζα, να πάρω το πτυχίο.

Τώρα περνώ μʼ εφημερίες τα βράδια

-ξενύχτια που δεν ξέρω αν θʼ αντέξω-,

μα είμαι γιατρός σʼ ένα νοσοκομείο.

Την υπηρέτρια δεν θα παραστήσω

κι έκανα και σπουδές στον τουρισμό.

Όμως ποτέ δεν θα έραβα φασόν.

Τρεις γλώσσες έμαθα για να συνομιλήσω

με τον πελάτη, ντόπιο ή αλλοδαπό,

στο πόστο συνεχώς της ρεσεψιόν.

Υδραυλικός, ηλεκτρολόγος δεν θα γίνω

και βέβαια όχι στην οικοδομή.

-στους μετανάστες οι βαριές δουλειές.

Σʼ ένα κομπιούτερ διαρκώς θα λύνω

λάθη στο σχέδιο, στην υποδομή.

Θα ξενυχτάω για τις νέες εφαρμογές.

Σας λέω πως στη φάμπρικα δεν θα ʽμαι

και φόρμα δεν θα βάλω εργατική.

Κουστούμι, ταγιεράκι και γραβάτα.

Εξέκιουτιβ και μάνατζερ: Περνάμε

πολύ καλά στην πολυεθνική,

χτυπώντας δωδεκάωρα για πάντα.

Έμαθα με τα χρόνια νʼ αντιμετωπίζω

αφʼ υψηλού την όποια χειρωνακτική

την εργασία, λες και παρακάτω

δεν με περίμενε αυτό που τώρα ορίζω:

Επιστημονικό –που εθελοτυφλεί,

μʼ ακόμα ωστόσο Προλεταριάτο.

8/5/2006

(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος της 2/4/2006 του Αντί)

ΠΑΡΙΣΙ-ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ-ΤΕΞΑΣ

Δεν έχουν λέει ψωμί. Ωστόσο παντεσπάνι

άφθονο υπάρχει. Δεν καταλαβαίνω.

Τους είπαμε πως έρχεται κυκλώνας.

Γιατί έμειναν στη Νέα Ορλεάνη;

Αμάξι αν δεν έχουν, κάποιο τρένο

σαφώς θα φεύγει – είναι κανόνας.

Αλήτες θα ʽταν, άστεγοι, που κλέβουν

και καίνε, όπως οι άλλοι στο Παρίσι.

Τους κόβω ύποπτους και για τρομοκρατία.

Κάθονται και δεν θέλουν να δουλεύουν,

διακινούν χαπάκια και χασίσι,

έχουνε άλλο χρώμα, άλλη θρησκεία.

Πώς έγινε και δείχνουν τόσο μίσος;

Μας σκότωσαν στους Πύργους, στο Μετρό,

στα ωραία θέρετρά μας στο Μπαλί,

στην Αίγυπτο, στην Ιορδανία. Ίσως

να φταίει πάνω απʼ όλα ο Εξαποδώ.

Φίλοι, ας κάνουμε μαζί μια προσευχή.

11/11/2005

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό

Αντί, 18/11/2005)

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΟ ATHENS CITY LINK, 2006

Χριστούγεννα. Διαβάζω για το ρεβεγιόν

ωραία, πολύχρωμα, lifestyle περιοδικά

κι οραματίζομαι μια γκαρνταρόμπα τέλεια.

Στο φως των χρυσαφένιων μου κεριών

παστώνομαι κρέμες, μυρωδικά

και μάσκες με γιαούρτια, μέλια.

Σκέφτομαι να διαλέξω κάποια δώρα

και ίσως στο βουνό να πάω για σκι.

Τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις…

Στο μεταξύ, στην ίδια χώρα

κάποιος ανάβει σπίρτα για να ζεσταθεί

κι άλλος δεν έχει για τις δόσεις

-εντούτοις, δεν μου καίγεται καρφί !

Το City Link με το Attica, σαν φάτνη

με περιμένουν να τα προσκυνήσω

κι αστέρι το the Mall με οδηγεί.

Αισθάνομαι σχεδόν γυναίκα-αράχνη,

μοιραία, όταν βγαίνω να ψωνίσω,

στου shopping therapy την προσταγή.

Από μακριά τα ινδάλματά μου ακουμπάω

στις πίστες τις μεγάλες που πηγαίνω,

κλείνοντας το τραπέζι από μηνός.

Παραμονή, ξοδεύω και μεθάω

κι αν δω κανέναν άστεγο, χαμένο

κάτι θα δώσω αν είναι χριστιανός.

-Χαρείτε, πάει ο χρόνος ο παλιός.

30/12/2005

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαλέρα,

τεύχος 5, Φεβρουάριος 2006)

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1973. Σπούδασα στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και εξειδικεύτηκα στην Κυτταρολογία στα νοσοκομεία Πανεπιστημιακό Ηρακλείου (Κρήτης) και Αγιος Σάββας (Αθηνών). Ασχολούμαι με την ποίηση από μικρή ηλικία και έχω δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά, κυρίως στο περιοδικό Αντί αλλά και στα: Μανδραγόρας, Δόντι (αναμένεται δημοσίευση), Γαλέρα, και στην εφημερίδα: Νέα Προοπτική. Δεν έχω εκδώσει ακόμη ποιητική συλλογή.