Promenade

 

Μείναμε στα χέρια με μια υπόσχεση·
σ’ ένα άλλο μέρος,
σε κάποιο promenade, είπες.
Να σύρουμε τα χέρια μας στο γρασίδι,
με την αφή ν’ ανακαλύψουμε την υγρασία του,
μιας και τα μάτια πια δεν θα βλέπουν
απ’ την υπερβολή του φωτός.
Το στήθος θα αφρίζει
-σαν κύμα σπρωγμένο απ’ τον μαΐστρο μας-
και θα γελάμε.

Ετυμολογία εμπιστοσύνης:
Ανάμεσά μας ένα ακονισμένο μαχαίρι,
κι εμείς…
να κλείνουμε τα μάτια.

 

****

Μνήμες Γενεθλίων

 

Δεν ξέρω αν γεννήθηκα και πότε.
Τη μέρα που κοιλοπονούσε η μάνα μου;
Σαν γεύτηκα το χώμα
και πρωτομύρισα τη βροχή;
Μόλις παρθένος κοκκίνησα
μπρος στο γυμνό σώμα;
Ή σε ‘κείνο το οικείο «μακαρία η οδός»
όταν φύτρωσαν στο πρόσωπό μου
τα πρώτα γένια;

Θυμάμαι μόνο να σβήνω πάντα ένα κερί.
Από ’κει και πέρα,
ό,τι δε γράφει στη μνήμη μου
δε με συγκινεί.

 

 

****

Οιδίποδας

 

Ορκίστηκες στο λαό της Θήβας
να βρεις του Λάιου το φονιά
και σκεφτικός
κοίταξες στον καθρέφτη.

Αφού από θύμα
έγινες θύτης
και τώρα οι ίδιοι που σε στήριζαν
μές απ’του όχλου τη βουή ζητούν δικαιοσύνη
αναστηλώνοντας τ’απομεινάρια της Σφίγγας.

Κι έτσι,
μόνος έμεινες στην ιστορία
που κρατώντας το μαχαίρι του πατέρα σου
έκοψες ψωμί για τα παιδιά σου,
όταν η μάνα σου,
με χειροκροτήματα
αυτοκτονούσε στην πλατεία.