Το φορτίο της ετερονομίας 

 

Στη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου Λίχνου, «Οι αχθοφόροι», η πεζογραφία μετατρέπεται σε ανατομικό νυστέρι της νεοελληνικής ιστορικής διαδρομής. Ο τίτλος εμπεριέχει μια διττή μεταφορά: οι χαρακτήρες δεν επωμίζονται απλώς τα υλικά φορτία της επιβίωσης, αλλά κυρίως το ασήκωτο βάρος κοινωνικών δομών που συγκροτήθηκαν ερήμην τους. Εξετάζοντας το έργο υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του Κορνήλιου Καστοριάδη, διαπιστώνει κανείς πώς η μυθοπλασία αναμετριέται με την ένταση ανάμεσα στη θεσμισμένη ετερονομία και την αναζήτηση της αυτονομίας.

Κεντρικός άξονας στη σκέψη του Καστοριάδη είναι η διάκριση ανάμεσα στη «θεσμισμένη κοινωνία» (société instituée), η οποία τείνει να αποκρύπτει τον ίδιο τον κοινωνικό χαρακτήρα των θεσμών και των σημασιών της, παρουσιάζοντάς τα ως δεδομένα, φυσικά ή υπερβατικά, και τη «θεσμίζουσα κοινωνία» (société instituante), που συνδέεται με τη δυνατότητα ριζικής δημιουργίας και αυτοκαθορισμού.

Στο «Απαγορεύεται το ουρείν» (1956), ο Αντώνης, απολυμένος από τη «Ρετσίνα» λόγω περικοπών, ξεφορτώνει ψάρια στο λιμάνι του Πειραιά επί είκοσι χρόνια, κλείνοντας τα αυτιά του στους συνδικαλιστές· «συνέχισε να δουλεύει, ακόμη και μετά απ’ τη δολοφονία των λιμενεργατών στην Καλαμάτα». Η υποταγή του δεν χρειάζεται να του επιβληθεί με βία· την έχει αφομοιώσει ως φυσική τάξη των πραγμάτων. Η αδυναμία του ατόμου να συλλάβει τον εαυτό του ως δημιουργό της ιστορίας φωτίζει την «ετερονομία»: ο νόμος και η ανάγκη βιώνονται ως εξωτερικές επιταγές.

Η «Ανάσταση» δείχνει την απόδοση του νόμου σε μια πηγή έξω από την κοινωνία. Ένα ολόκληρο χωριό πιστεύει ότι ο νεκρός ιερέας του αναστήθηκε, ενώ ο ίδιος καλλιεργούσε στο ποίμνιό του την παθητική προσμονή της μεταθανάτιας ζωής. Η θρησκεία λειτουργεί εδώ όπως την περιγράφει ο Καστοριάδης: ως θέσμιση που κρύβει τον κοινωνικό της χαρακτήρα πίσω από μια υπερβατική προέλευση.

Στο «Καλή δύναμη σ’ εμάς» (1967), ο Γιώργης προβλέπει τη δικτατορία και διαφωνεί με την καθοδηγήτριά του: «Παντού Ε.Δ.Α. βλέπω, ενώ το κόμμα έχει καταστεί πολιτικό φάντασμα». Η καθοδηγήτρια επιμένει στη γραμμή του κόμματος. Η γραφειοκρατική λογική, που ο Καστοριάδης είχε εντοπίσει στο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα», αναπαράγεται μέσα στο ίδιο το κίνημα που διεκδικεί τη χειραφέτηση: το κόμμα γίνεται αλάνθαστη αρχή, και η συλλογική δράση υποκαθίσταται από την προσμονή μιας λύσης που έρχεται «από τα πάνω».

Στο «Φάσκελο» (1967), η Μαρία Καλαβρού φασκελώνει τον αξιωματικό ενός άρματος στην Πατησίων και σκοτώνεται επί τόπου. Ο αφηγητής, νεαρός λαχειοπώλης, υπακούει στην προσταγή του εργοδότη και συνεχίζει τη δουλειά του, μουρμουρίζοντας: «Εθνικό λαχείο! Ένα εκατομμύριο μοιράζει η επανάστασις!». Η χειρονομία της Καλαβρού και η υπακοή του αφηγητή στέκονται απέναντι: η άρνηση τιμωρείται με θάνατο, ενώ ο φόβος κάνει τον αφηγητή να ονομάζει «επανάσταση» το πραξικόπημα. Η μηχανική επανάληψη του συνθήματος αποκαλύπτει πώς ο έντρομος άνθρωπος υιοθετεί τις σημασίες του δυνάστη του.

Ωστόσο, μέσα από τις σελίδες αναδύεται και η «ριζική φαντασία»: η ικανότητα του υποκειμένου να παράγει νέες παραστάσεις και να αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη. Στο «Ένας βασιλιάς, ένας λαός» (1966), ο μικρός Βλάσσης αποδομεί το ιστορικό μεγαλείο του Ιουστινιανού. Στην τελευταία του έκθεση, ένα κοπάδι εξεγείρεται εναντίον του βοσκού-βασιλιά. Το κριάρι αμφισβητεί τη νομιμοποίηση της εξουσίας: «Για να μας φυλάει απ’ τους λύκους; Μα, αυτός είναι ο μεγαλύτερος λύκος απ’ όλους». Ο θεσμός παύει να φαίνεται δεδομένος και αποκαλύπτεται ως ανθρώπινο δημιούργημα· το κοπάδι φτιάχνει μόνο του μια ζωή χωρίς τύραννο. Πρόκειται για την καθαρότερη εικόνα συλλογικού αυτοκαθορισμού στη συλλογή, και ο δάσκαλος προειδοποιεί το παιδί ότι θα καταλήξει εξόριστος.

Στη «Συνέντευξη» (2019), η αντίδραση των εργαζομένων στον θάνατο μιας εργάτριας πνίγεται στον φόβο και τον κομφορμισμό. Ο αφηγητής όμως, καλεσμένος να «πλασάρει» τον εαυτό του, γράφει αντί γι’ αυτό για τη συνθηκολόγηση όλων, και καταλήγει ότι οι ίδιοι ευθύνονται που απέμειναν «άνευ επιλογών». Ο αναστοχασμός αυτός αγγίζει τον πυρήνα της «αυτονομίας».

Το καταληκτικό «Τίποτα» (2021) συνομιλεί με τη διάγνωση του Καστοριάδη για την «άνοδο της ασημαντότητας» και την «ιδιώτευση» (privatisation). Η αφηγήτρια προσπερνά μια λαϊκή διαμαρτυρία έξω από το νοσοκομείο, εγκλωβισμένη στο άγχος της απογραφής στην αποθήκη. Θα ήθελε να μη σκέφτεται, αλλά ούτε αυτό καταφέρνει: «δεν έχω κατορθώσει ακόμη να μη σκέφτομαι τίποτα».

Η σπονδυλωτή αρχιτεκτονική της συλλογής και οι ενσωματωμένες ιστορικές σημειώσεις βοηθούν να ριζώσει η μυθοπλασία στην ιστορική εμπειρία, ενώ η στιβαρή γλώσσα του Λίχνου δίνει φωνή στους αφανείς πρωταγωνιστές. Μέσα από το πρίσμα του Καστοριάδη, η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται διαχρονικά ως πεδίο «αχθοφόρων» που μεταφέρουν το βάρος ενός κόσμου θεσμών και σημασιών, τον οποίο βιώνουν ως ξένο. Ωστόσο, το έργο δεν παρουσιάζει την ιστορία ως γραμμική πορεία προς την ασημαντότητα. Η υποταγή και η ρήξη συνυπάρχουν: από τη χειρονομία της Καλαβρού και την εξέγερση του κοπαδιού έως τη «Συνέντευξη», όπου η αμφισβήτηση της προσαρμογής παίρνει τη μορφή της γραφής και προηγείται του «Τίποτα». Η «αυτονομία» δεν αποτελεί τελικό προορισμό, αλλά ένα ενδεχόμενο που παραμένει διαρκώς ανοιχτό.

 

*****************************************

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

 

· Καστοριάδης, Κ. (2010). Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας. (Μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Γ. Σπαντιδάκη & Κ. Σπαντιδάκης). Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος.

· Καστοριάδης, Κ. (2000). Η άνοδος της ασημαντότητας. (Μτφρ. Κ. Κουρεμένος). Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον.