ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ  ΕΥΧΕΤΑΙ  ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ 

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

ΝΕΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΞΑΝΑ ΣΤΙΣ 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

 

*********************************************************

Ι

 

Η βασίλισσα του απογευματινού περιπάτου

 

Κάθε μέρα, μόλις έσπαγε λίγο η ντάλα του μεσημεριού, εμφανιζόταν με την ακολουθία της στο λιμάνι της Πρέβεζας η βασίλισσα του απογευματινού περιπάτου.

Ήταν πολύ ελκυστική, περπατούσε αργά στην προκυμαία κουνώντας τον κώλο της και φλέρταρε στο πήγαινε – έλα με τσογλανάκια μαυρισμένα στον καλοκαιρινό ήλιο.

Την κοιτούσα σαν χάνος από κάποια απόσταση, δολώνοντας αφηρημένος το μπαγιάτικο ψωμί μου στο πολυάγκιστρο, και δεν με πείραζε που ήμουν άθλιος ψαράς, διότι σκεφτόμουν ότι μπορεί να γίνω κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής.

Οι κέφαλοι στα θολά νερά έκαναν πάρτι, στα κεραμίδια χτυπιόντουσαν κάργιες και το πλοίο δεν έφτανε ποτέ.

Κορόιδευα τον εαυτό μου ότι θα πετύχω το νικητήριο γκολ σ έναν αγώνα ζωής και θανάτου, και τότε θα μ’ αγαπήσει για πάντα.

Ήμουν ωστόσο μόνο ένα αγοράκι με την φανέλα του Παναθηναϊκούκαι δεν βρήκα καν το θάρρος να συστηθώ.

Το φθινόπωρο πέθανε η μάνα μου, ανακάλυψα τον Καρυωτάκη, απαρνήθηκα το τριφύλλι και αποφάσισα να γίνω ροκάς.

Στις κουζίνες οι γυναίκες καθάριζαν κρεμμύδια και έκλαιγαν σαν να κλαίνε από έρωτα.

 

*********

II

Η βασίλισσα του παραμυθιού

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ο πειρατής Γκριμ έκλεψε την βασίλισσα του παραμυθιού από έναν πλοίαρχο στα στενά του Ορμούζ, και την έφερε με δόξα και τιμές στο αρχοντικό μου στη Λέρο.

Ήταν μινιόν όπως η Τίνκερ Μπελ και χυμώδης σαν την Τζέσικα Ράμπιτ. Όσοι βυθίζονταν στα σμαραγδένια μάτια της μαγευόντουσαν, και στο πέρασμά της φύτρωναν άγρια τριαντάφυλλα και ασημένια κουτάλια.

Μέσα στον κόρφο της έκρυβε πάντα ένα σακουλάκι με μια καστανόξανθη σκόνη, που την λένε οι ναυτικοί παραμύθα, κι έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τα πάντα σε παραμύθι.

Την ανεβάσαμε σε έναν θρόνο φτιαγμένο από κόκκαλα μεγάλων πουλιών και παλιά φθαρμένα βελούδα και την προσκυνούσαμε γυμνοί, χεσμένοι στο τάλιρο.

Από τα συρτάρια της τουαλέτας ξεχείλιζαν κοσμήματα, και βιβλία κάθε είδους στριμώχνονταν ασφυκτικά στα αμέτρητα ράφια της απέραντης βιβλιοθήκης. Παραμυθάδες από όλο τον κόσμο έφταναν καθημερινά στο κατώφλι της πόρτας μας για να υποβάλλουν σέβη ή να ζητήσουνε ρέστα, το χρήμα άλλαζε χέρια με ταχύτητα αστραπής και το αλισβερίσι δεν σταματούσε ποτέ.

Ζήσαμε έτσι εκατό φεγγάρια παραμυθένια, και παραμυθιαστήκαμε πως είμαστε κάτι, αλλά δεν ήμασταν τίποτα και την πατήσαμε σαν τα ψάρια μες στο ενυδρείο.

Ο πειρατής Γκριμ τα έχασε όλα στον ιππόδρομο κι έφυγε με δανεικό σακάκι για την Αμερική, εγώ έγινα ερημίτης στο Μεγάλο Πεύκο και η βασίλισσα του παραμυθιού παντρεύτηκε τον ιδιοκτήτη ενός σουπερμάρκετ και μετακόμισε στην Παραμυθιά.

 

 

********

III

Η βασίλισσα των Παπούα

 

Η βασίλισσα των Παπούα καβάλαγε μηχανή Χάρλεϊ, χαράκωνε τα χέρια της με κονσέρβες μπίρας, αγαπούσε έναν τύπο που την είχε γραμμένη στ’ αρχίδια του και της άρεσε ν’ ανοίγει την καρδιά της σε πειρατές και σε ποιητές.

Μου έστελνε μακροσκελείς επιστολές σε ρολά από χαρτί υγείας, κι εγώ την θυμόμουν, που ήταν όμορφη, κι έλεγα μέσα μου ότι το σεξ μαζί της θα είναι γλυκό και τραχύ σαν λαχάνιασμα, και μετά πάλι γλυκό και στο τέλος φρενήρες, αλλά ήταν ακόμα πολύ νωρίς.

Και μετά ήταν πολύ αργά.

Η μοναδική φωτογραφία της που μου χάρισε κάηκε, αλλά την έχω τυπωμένη στην μνήμη μου σαν να μην έχει καεί ποτέ:

Στεκόταν όρθια πάνω στα μπλόκια στην άκρη της παραλίας, είχε τα μαλλιά της ριγμένα στο πρόσωπο, και μου την είχε αφιερώσει «με πολύ μυστήριο για έναν φίλο».

Τώρα σκαρφαλώνει στο Πήλιο με την παρέα της και εξημερώνει Κενταύρους κι εγώ κουβαλάω μέσα στο πορτοφόλι μου το χτενάκι της.

 

********

 

IV

Η βασίλισσα της Ιθάκης

 

Η πρώτη φορά που κάναμε έρωτα ήταν αναγνωριστική.

Την δεύτερη της ψιθύριζα όλα όσα πρόκειται να της συμβούν έπειτα από λίγο και, καθώς τα πραγματοποιούσα, το κορμί της τιναζόταν σαν να την χτύπαγε ηλεκτρικό ρεύμα.

Δεν έμεινε στον Οδυσσέα πιστή η Πηνελόπη.

Σ’ εμένα έμεινε πιστή

που δεν με ξέρει κανένας.