Ο Μάκης Τσίτας μάς ξαφνιάζει πάντα ευχάριστα με τις λογοτεχνικές δημιουργίες του. Βιβλία καλογραμμένα, που απευθύνονται σε ευρύ αναγνωστικό κοινό,σε μεγάλους και μικρούς, προφέροντάς τους τέρψη και συναισθηματική πληρότητα.
Τσίχλες ταξιδίου είναι ο τίτλος του βιβλίου του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο τίτλος πρωτότυπος,προσελκύει με την πρώτη ματιά το ενδιαφέρον των βιβλιόφιλων. Αν, βέβαια, η πρώτη λέξη «τσίχλες» μας δημιουργεί ευφάνταστες εικασίες, η δεύτερη μας υπόσχεται ταξίδι.Ταξίδι γεμάτο περιπέτεια, δράση, και προπαντός γνώση. Η ζωή στην πόλη είναι δύσκολη και στην επαρχία ανιαρή, επομένως ένα βιβλίο που υπόσχεται ταξίδι είναι δώρο ανεκτίμητο.Το έχει πει άλλωστε και ο Αλεξανδρινός ότι το ταξίδι έχει αξία, η Ιθάκη θα είναι πάντα εκεί. Το ταξίδι με τιςέξοχες αφηγήσεις του Μάκη Τσίτα είναι βέβαιο ότι θα μας ενθουσιάσει και θα μας ξεναγήσει σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ώστε να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μας.
Τα δεκαεννέα διηγήματα του βιβλίου έχουν πολλούς αποδέκτες.Οι ήρωές τους είναι πρόσωπα οικεία στον αναγνώστη όπως και τα γεγονότα, που διαδραματίζονται στο κάθε αφήγημα, γιατί αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής του. Ίσως πάλι ψηλαφίσει σ’ αυτά και προσωπικά του βιώματα, ευχάριστα ως επί το πλείστον, που θα τον κάνουν να χαμογελάσει.
Πώς είναι δυνατόν να μη συγκινηθεί ο αναγνώστης, διαβάζοντας το διήγημα «Πάρε τη ζακέτα σου» και να μην ταυτιστεί με τον ήρωα και τις προσωπικές του αναμνήσεις από την έγνοια της δικής του μάνας, όταν μεγάλο αγόρι πια, την άκουγε να του λέει: «Είσαι καλά; Έφαγες ή ξεχάστηκες με τη δουλειά; Μην αργήσεις το βράδυ, θα ανησυχώ». Η μάνα μπορεί να έφυγε από τον μάταιο κόσμο, αλλά η αγάπη της θα ηχεί πάντα στ’ αυτιά του παιδιού, που όσο κι αν μεγαλώνει για τη μάνα είναι το παιδί της.
Το χιούμορ στον γραπτό λόγο θεωρείται «το άλας» που δίνει νοστιμιά, αρκεί ο συγγραφέας να το διαθέτει και να μπορεί να το μεταγγίσει και στα γραπτά του.
Ο Μάκης Τσίτας διαθέτει ιδιαίτερο χιούμορ, το οποίο δημιουργεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα,αφήνοντας στον αναγνώστη μια γλυκιά γεύση. Το χιούμορ για να επιτελεί τον ρόλο του πρέπει να δίνεται με μέτρο, στον σωστό χρόνο και τόπο. Ένα ακόμη προσόν που διακρίνει κανείς στα αφηγήματα του συγγραφέα είναι η λιτότητα του λόγου στα διαλογικά μέρη.Λόγος σχεδόν μονολεκτικός, περιεκτικός και πυκνός, δίνει ταχύτητα στον διάλογο, ικανοποιώντας τον πιο απαιτητικόαναγνώστη, τον βιαστικό και ανυπόμονο να δει τη συνέχεια της ιστορίας, που στην εποχή μας είναι δέσμιος της ταχύτητας, θέτοντάς τον στο«βάσανο» της αναζήτησης του βαθύτερου νοήματος, που κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τις ιστορίες.
Αυτού του είδους η γραφή κρύβει τη δική της γοητεία, είναι δύσκολη και απαιτεί συγκεκριμένο θέμα, αλλά αφήνει στον αναγνώστη χώρο να κάνει τις προσωπικές του προσθήκες, μια συμμετοχή που αρέσει σε πολλούς αναγνώστες.
Στα διηγήματα «Συνέβη στο Κολωνάκι», «Η παράδοση του κούριερ» και «Το ράσο», ο συγγραφέας συνταιριάζει το κωμικό στοιχείο, την ασθματική αφήγηση και τις απροσδόκητες ανατροπές, στοιχεία τα οποίαδίνουν ιδιαίτερη γοητεία στον γραπτό λόγο.
Το ύφος, χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε συγγραφέα, για τον Τσίτα είναιπολύ προσωπικό δείγμα γραφής του, το οποίο μας είναι οικείο από προηγούμενα βιβλία του.
Η συλλογή διηγημάτων κλείνει με το αφήγημα «Τσίχλες Ταξιδίου», που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο. Πρόκειται για προσωπικό βίωμα πολύ οδυνηρό και άκρως συγκινητικό, το οποίο αφορά την περιπέτεια της υγείας της μητέρας του συγγραφέα. Μια εξομολόγηση, που αγγίζει βαθιά τον αναγνώστη, γιατί δεν υπάρχει πιο αγαπημένο κα ιερό πρόσωπο από τη μάνα. Θεωρώ ότι χρειάζεται πολλή δύναμη και κουράγιο, για να ξαναζήσει κάποιος μια δύσκολη κατάσταση που βίωσε έστω και σε παρελθόντα χρόνο με τις μνήμες να μην είναι τόσο νωπές.
Το διήγημα είναι από τα δύσκολα είδη της πεζογραφίας μας, γιατί έχει πολλές και συγκεκριμένες απαιτήσεις. Το διήγημα είναι μικρογραφία του μυθιστορήματος, που σημαίνει ότι ο συγγραφέας οφείλει να αποδώσει σ’ αυτή τη μικρογραφία ένα ολοκληρωμένο έργο: ελκυστική υπόθεση, χρόνο, τόπο, πρόσωπα, πλοκή, ανατροπές, διάλογο, όλα δοσμένα με μέτρο και σαφήνεια. Εκείνος επομένως που θα επιχειρήσει να γράψει διήγημα θα πρέπει να κατέχει την τέχνη και την τεχνική του διηγήματος. Στα διηγήματά του αναγνωρίσαμε την τέχνη και την άρτια τεχνική του σ’ αυτό το δύσκολο εγχείρημα και οφείλουμε να του αποδώσουμε τα εύσημα για τις τόσο όμορφες ιστορίες που μας χάρισε. Κάποιες από αυτές άγγιξαν τις ευαίσθητες χορδές μας και άλλες μας προβλημάτισαν με την ανυπαρξία ανθρώπινης επικοινωνίας, σημεία των καιρών δυστυχώς. Άλλες ανέδειξαν την άκριτη φιλοδοξία του ανθρώπου να πετύχει τον σκοπό του με αθέμιτα μέσα. Υπάρχουν όμως και οι ιστορίες που μας συγκίνησαν με την τρυφερότητα, την αγάπη, τη φιλία, τη δοτικότητα στον άνθρωπο, αληθινά διαμαντάκια που θα έπρεπε να κοσμούν τον έσω και έξω κόσμο μας.
Σε αυτή την προσέγγισή μου στις Τσίχλες Ταξιδίου αναφέρθηκα ονομαστικά σε λίγα διηγήματα, διότι στόχος μου ήταν ν’ αναδείξωτα βαθύτερα νοήματα του συνόλου των αφηγημάτων και ν’ αφήσω τον αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο ώστε να κάνει τις προσωπικές του κρίσεις και εκτιμήσεις.









