Το ψωμί
Για μήνες
η παιδική μου ηλικία
είχε
τη γεύση
του ψωμιού.
Λευκό.
Ξερό.
Διπλωμένο
μέσα
σε μια
χαρτοπετσέτα.
Στο σχολείο
έτρωγα
τόσο αργά,
λες
και μπορούσα
να ξεγελάσω
την πείνα.
Στο διάλειμμα
γύριζα
το ψωμί
από την άλλη.
Σαν να μπορούσε
να αλλάξει
γεύση.
Κάποιοι
πέταγαν
το ψωμί.
Εγώ
περίμενα
να φύγουν.
Τα ψίχουλα
έφταναν.
Δεν ήξερα
ακόμη
πως δεν
πεινούσε
το στομάχι μου.
Πεινούσε
ολόκληρο
το σπίτι.
Εσύ
κάπνιζες
στο μπαλκόνι.
Ο καπνός
ανέβαινε
πιο εύκολα
από μένα.
Στο σπίτι μας
το ψωμί
έλειπε.
Τα τσιγάρα του
ποτέ.
Χρόνια
μετά,
μπήκα
σε ένα σπίτι.
Στο τραπέζι
υπήρχε
ολόκληρο
καρβέλι.
Πήρα
μόνο
μια φέτα.
Μήπως
δεν μείνει
για αύριο.
**************
Η γρατζουνιά
Δεν θυμάμαι
τι είπε
ο παπάς.
Θυμάμαι
τις εικόνες.
Το χρυσό
έλαμπε,
σαν να μην είχε
συμβεί
τίποτα.
Κάθισα πίσω.
Από εκεί,
οι Άγιοι
φαίνονταν
πιο κοντά
από τους ανθρώπους.
Όταν
ξανασήκωσα
το βλέμμα,
η τελευταία
σειρά
ήταν
πίσω μου.
Με ρώτησαν
γιατί
δεν φορούσα
μαύρα.
Κοίταξα
τα ρούχα μου.
Τα ίσιωσα
λίγο.
Νόμιζα
πως αυτό
εννοούσαν.
Τα στασίδια
άδειαζαν.
Μου άνοιξαν
χώρο.
Ύστερα
την είδα.
Όχι εσένα.
Τη γρατζουνιά.
Όσο πλησίαζα,
εκείνη μεγάλωνε.
Εσύ
χανόσουν.
Κοίταξα
άλλη
μια φορά.
Το βλέμμα μου
έψαχνε
αλλού.









