«Έρωτας, σώμα και μοναξιά»
Η πρώτη ποιητική συλλογή «Οξυζενέ» της Νίκης Αλεξίου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ (2026) αποτελείται από είκοσι πέντε πεζοποιήματα, μέσα από τα οποία η δημιουργός συγκροτεί ένα ποιητικό σύμπαν σύγχρονης υπαρξιακής ανατομίας, δομημένο πάνω σε τέσσερις βασικούς άξονες: την απομυθοποίηση του έρωτα, την υλική υπόσταση της μοναξιάς, τη μορφή του πεζοποιήματος και μια έντονα σωματική γλώσσα.
Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, η συλλογή λειτουργεί ως το γνωστό χημικό διάλυμα, που καίει, απολυμαίνει, λευκαίνει τις μνήμες και αναγκάζει το τραύμα να αφρίσει πριν την επούλωση. Η Νίκη Αλεξίου, με την πρώτη της αυτή ποιητική κατάθεση, εισέρχεται σε μια μακρά παράδοση της νεοελληνικής ποιητικής, η οποία συνδέει το σώμα με την οδύνη, προτείνοντας, ωστόσο, μια ανανεωμένη οπτική.
Στο ποιητικό σύμπαν του Οξυζενέ, ο έρωτας απογυμνώνεται από κάθε ρομαντική εξιδανίκευση και μεταφυσική προστασία. Δεν συνιστά καταφύγιο, αλλά πεδίο μάχης και απώλειας. Στο πεζοποίημα «Όπλα» (σ. 26), η ποιήτρια διατυπώνει με αφοπλιστική ευθύτητα: «Είναι ο έρωτας εμπόλεμη ζώνη. Είτε ξεψυχάς, ενώ κρέμεται η καρδιά και τα σπλάχνα σου έξω από το κορμί σου. Αλλιώς φεύγεις κενός, ηττημένος […].». Ο έρωτας παρουσιάζεται ως εμπειρία υπαρξιακού ακρωτηριασμού, χωρίς όμως να εξαντλείται στην καταστροφή. Αντίθετα, αναδεικνύεται ως δύναμη μεταμόρφωσης του υποκειμένου μέσα από την ίδια του την οδύνη, καθώς, όπως σημειώνει η ποιήτρια, «[…] ο έρωτας δεν σε αφανίζει, σε πλάθει απλά αλλιώς… συνέχεια σε εξυψώνει ακόμη και στις πιο επίπονες στιγμές». Η σχέση με τον Άλλον ισορροπεί ανάμεσα στην απόλυτη έλξη και την καταστροφή, σε ένα αυστηρά σαρκικό πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στο πεζοποίημα «Χριστουγεννιάτικες ευχές» (σ. 11).
Έτσι, η σωματική διάψευση μετατρέπεται σε βασική κινητήρια δύναμη της ποιητικής δημιουργίας και ο έρωτας προσεγγίζεται ως «ψεύτικες υποσχέσεις που δίνουν οι εραστές που πραγματικά έχουν χάσει κάθε έλεγχο και νόημα στη ζωή τους και ντρέπονται να το παραδεχτούν». Η σαρκική επιθυμία μετατρέπεται σε έναν τυφλό, σχεδόν τιμωρητικό μηχανισμό που, αν δεν βρει ανταπόκριση, γεννά το απόλυτο κενό, παγιδεύοντας τον εραστή να βρίσκεται «εγκλωβισμένος στο ενδιάμεσο». Ακόμα και όταν ο έρωτας αποδεικνύεται μια πικρή, αναδρομική αυταπάτη, όπως στο «Λάθος» (σ. 25), η ανάμνησή του παραμένει εγγεγραμμένη στις αισθήσεις ως σωματική αντίδραση. Ένα φιλί μετατρέπεται σε χλευασμό, αφήνοντας τη γεύση της πίκρας και του ξένου σάλιου να ανεβαίνει στον οισοφάγο. Έτσι, η μνήμη λειτουργεί ως σωματικό σύμπτωμα, επιβεβαιώνοντας ότι το τραύμα της ερωτικής διάψευσης επιβιώνει πρωτίστως μέσα στο σώμα.
Στην «Εξομολόγηση» (σσ. 9-10), ο έρωτας αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του, προσδίδοντας υπόσταση και λόγο ύπαρξης στο ποιητικό υποκείμενο, το οποίο συνδέει άρρηκτα την ταυτότητά του με την παρουσία του ερωτικού Άλλου: «[…] Γιατί εγώ χωρίς αυτόν δεν είμαι άνθρωπος. Γιατί εγώ χωρίς αυτόν είμαι απλώς ένα τάμα για ένα χέρι κομμένο που ποτέ δεν θα φυτρώσει» (σ. 9). Η ύπαρξη νοηματοδοτείται αποκλειστικά μέσα από τη σχέση με τον αγαπημένο, ενώ η απουσία του ισοδυναμεί με υπαρξιακό ακρωτηριασμό και αδυναμία ολοκλήρωσης. Παράλληλα, η ποιήτρια αναδεικνύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο των αισθήσεων στην εμπειρία του έρωτα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αφή, καθώς το άγγιγμα δεν λειτουργεί ως στιγμιαία αισθητηριακή εμπειρία, αλλά ως ανεξάλειπτη εγγραφή στο σώμα, η οποία επιβιώνει ακόμη και μετά την απώλεια, μετατρέποντας το σώμα σε φορέα της μνήμης και του τραύματος:
Κι όσο κι αν σκάβω το δέρμα μου. Δεν θα βγάλω έξω από εμένα το άγγιγμά του τούτο. Το έσπειρε βαθιά, αυτό, ναι, αυτό το χάιδεμα, το…το τσίμπημα και όλες τις μελανιασμένες αγάπες που βλέπατε, εμένα μου τις σημάδεψε μόνιμα πιο κάτω, πιο κοντά… στα κόκαλά μου, στις φλέβες μου, στην καρδιά μου. Σαν σήμερα ίσως να αυτοκτόνησα, ναι, ερωτεύτηκα, αμαρτία εις διπλούν. Γι’ αυτό μη με ξορκίζετε, αλλά κάψτε με να μην υπάρχουν ούτε λείψανα, από αυτό το κορμί που ο έρωτας το διαπέρασε.
Νομοτελειακή συνέπεια αυτού του εμπόλεμου έρωτα είναι η μοναξιά, η οποία στα ποιήματα της Αλεξίου παίρνει υλική, καθημερινή μορφή. Στα «Κουρέλια» (σ. 32), η υπαρξιακή ερημία μετριέται με αντικείμενα της φθοράς όπως οι «τρύπιες κάλτσες, [οι] πολυφορεμένες ζακέτες», ένας κρύος καφές, τσιγάρα που τελείωσαν και ένα άδειο κρεβάτι. Η συναισθηματική ένδεια οδηγεί την ποιητική φωνή σε ένα οδυνηρό «φαλίρισμα αξιοπρέπειας». Έτσι, η μοναξιά παρουσιάζεται ως απτή εμπειρία, εγγεγραμμένη στην καθημερινότητα. Παράλληλα, η ποιήτρια χαρτογραφεί με ακρίβεια την αποξένωση μέσα στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Στο πεζοποίημα «Γειτονάκι» (σ. 31) αυτή η γεωμετρία της απομόνωσης αποτυπώνεται με εικόνες όπως τα απέναντι μπαλκόνια, οι περσίδες, οι «λεπτές κουρτίνες», «τα σκονισμένα παντζούρια» και τα «σήματα καπνού» που σκορπά ο άνεμος. Το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να κατασκευάσει μια ψευδαίσθηση κοινωνικότητας (πάρτι, φωτάκια) για να σπάσει το «αστικό αδιέξοδο». Ωστόσο, κάθε απόπειρα επικοινωνίας καταλήγει στην αναπόφευκτη επικράτηση της σιωπής και στην επιλογή της φυγής: «Σήμερα ξεκίνησα να πακετάρω τα πράγματα, φεύγω σύντομα». Η πλέον τραγική και ταυτόχρονα κοινωνική εκδοχή της απομόνωσης αποτυπώνεται στα «Αντι-καταθλιπτικά» (σ. 35). Εκεί, οι «τρελοί» αυτού του κόσμου —όσοι αδυνατούν ή αρνούνται να προσαρμοστούν στις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες— στερούνται ακόμη και του δικαιώματος στη συντροφικότητα και την αγάπη. Η συλλογή κορυφώνει έτσι την προβληματική της μοναξιάς με μία από τις πιο σπαρακτικές της διαπιστώσεις: «Οι τρελοί θα μένουν πάντα άστεγοι από έρωτα».
Η επιλογή της Νίκης Αλεξίου να εκφραστεί μέσα από το πεζοποίημα υπηρετεί τη συνολική ποιητική της. Η δημιουργός αξιοποιεί τα χαρακτηριστικά του είδους, συνδυάζοντας στοιχεία αφηγηματικού λόγου με τη συμπύκνωση και την εικονοποιία της ποίησης, στοιχείο που της επιτρέπει την προσέγγιση της καθημερινής εμπειρίας με μεγαλύτερη εκφραστική ευελιξία. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κείμενα της συλλογής, οργανωμένα σε συμπαγείς παραγράφους ή σύντομα πεζά αποσπάσματα, διατηρούν έναν εσωτερικό ρυθμό, χωρίς να στηρίζονται στη μετρική ή στην ομοιοκαταληξία. Η μορφή αυτή διευκολύνει την ανάπτυξη ενός λόγου που κινείται με άνεση ανάμεσα στην αφήγηση, την εξομολόγηση και τη λυρική έκφραση. Ο Michel Delville (1998), εξετάζοντας τη θεωρία του πεζοποιήματος, υποστηρίζει ότι η υβριδική αυτή φόρμα ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις ανάγκες έκφρασης της αποσπασματικής εμπειρίας του σύγχρονου ανθρώπου. Στο Οξυζενέ η παρατήρηση αυτή βρίσκει εφαρμογή, καθώς τα πεζοποιήματα αναπτύσσονται ως σύντομες ενότητες, στις οποίες η αφήγηση, η εικόνα και ο εσωτερικός μονόλογος συνυπάρχουν χωρίς αυστηρά ειδολογικά όρια.
Ιδιαίτερο γνώρισμα της ποιητικής γραφής της Νίκης Αλεξίου αποτελεί η γλώσσα της, η οποία συγκροτείται μέσα από ένα εκτεταμένο λεξιλόγιο που παραπέμπει στο σώμα και στις βιολογικές του λειτουργίες. Λέξεις που σχετίζονται με τη σάρκα, το αίμα, τα σπλάχνα, τη μήτρα, το σάλιο και τον οισοφάγο επανέρχονται συστηματικά στη συλλογή, συγκροτώντας ένα ενιαίο σημασιολογικό πεδίο. Με τον τρόπο αυτό, η σωματικότητα δεν περιορίζεται στη θεματική των πεζοποιημάτων, αλλά διαμορφώνει τον ίδιο τον γλωσσικό τους ιστό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Φίλεμα» (σ. 12), στο οποίο η εμπειρία της προσφοράς και της συναισθηματικής εξάντλησης αποδίδεται μέσα από εικόνες που αντλούνται από το ανθρώπινο σώμα και τις οργανικές του λειτουργίες: «Πίνουν όλο το αίμα από τη μήτρα μου. Ξεσκίζουν τη σάρκα και τα σπλάχνα μου. [….] Βουλιμία. Ξερνάω αποβολή και έχει γεύση τεκίλα και το σάλιο του». Αντίστοιχα, στο «Σάλιο οι ελπίδες» (σ. 16) επανέρχονται λέξεις όπως «σάλιο», «κάψιμο» οι οποίες μεταφέρουν το συναισθηματικό βίωμα από το επίπεδο της αφηρημένης ψυχικής εμπειρίας σε εκείνο της σωματικής αίσθησης.
Συνολικά, το Οξυζενέ συνιστά μια συνεκτική πρώτη ποιητική κατάθεση, στην οποία το σώμα, ο έρωτας και η μοναξιά συγκροτούν μια ενιαία ποιητική σύνθεση. Η επιλογή του πεζοποιήματος, η έμφαση στη σωματική εμπειρία και η λιτή, άμεση γλώσσα συνθέτουν μια ποιητική πρόταση που προσεγγίζει τον έρωτα και τη μοναξιά μέσα από την υλικότητα του σώματος και την εμπειρία της καθημερινότητας. Η υπαρξιακή αγωνία που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή συμπυκνώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα:
[…] Πόσο ποιητικό ακούγεται να μη σε χωράει ο τόπος; Σ’ το ορκίζομαι ότι, αν ξεχάσω το όνομά μου, απλά θα αρχίσω να γελάω και θα χορεύω στη μέση της Πατησίων κι ελπίζω αυτός ο άνθρωπος που θα με δει επιτέλους να αναπνέω καθαρό αέρα να πατήσει γκάζι και να με αφήσει με αυτή την τελευταία ανάμνηση. (σ. 17)
Βιβλιογραφία
Delville, M. (1998). The International Prose Poem: An Poetics of a Hybrid Genre. Gainesville: University Press of Florida.









