Τριστάνος
Όποιος την ομορφιά έχει ατενίσει,
ήδη τον έχει ο θάνατος τυλίξει:
για επίγεια έργα πια δε θα φτουρήσει,
κι όμως – πόσο θα τρέμει για τη λήξη,
όποιος την ομορφιά έχει ατενίσει!
Αιώνια ο καημός του θα διαρκέσει·
τρελός μόνο θα είναι, όποιος ελπίσει
για τούτη την ορμή ποτέ ν’ αρκέσει –
όποιον το βέλος του έρωτα χτυπήσει,
αιώνια ο καημός του θα διαρκέσει!
Σαν μια πηγή θα θέλει, αχ! να στερεύσει,
κάθε πνοή φαρμάκι, λες, ν’ αχνίσει,
κι απ’ το λουλούδι θάνατο να εισπνεύσει·
όποιος την ομορφιά έχει ατενίσει,
σαν μια πηγή θα θέλει, αχ! να στερεύσει!
(Tristan, 1825)
**
Γκαζάλ
Το ρέμα, που είχε δίπλα μου κυλήσει, πού έχει πάει;
Το άσμα του πουλιού που είχε ηχήσει, πού έχει πάει;
Πού είναι το ρόδο, που είχε χτες η φίλη μου φορέσει,
και το φιλί, που χτες με είχε μεθύσει, πού έχει πάει;
Κι ο άνθρωπος εκείνος που ήμουν, και που τώρα, λες,
άλλος τον έχει αντικαταστήσει – πού έχει πάει;
(Der Strom, der neben mir verrauschte, wo ist er nun, 1821)
*****
Τι είναι ενός ανθρώπου ο πόνος κι η οδύνη; Τίποτα, εν τέλει.
Για του ασθενούς τη νόσο ο υγιής δεν δίνει τίποτα, εν τέλει.
Και σύντομος πολύ αν δεν ήταν ο βίος που έχουμε κληρονομιά μας,
τη λύπη αυτή δεν θα μπορούσε ν’ απαλύνει τίποτα, εν τέλει.
Με μια μορφή γεννιέται η φύση, μα χιλιάδες του θανάτου,
κι όρθιο απ’ τα σχέδιά σου δεν αφήνει τίποτα, εν τέλει.
Κι όποιος ποτέ αρνηθεί την αιώνια μοίρα που του παραμονεύει,
οργίλος θα μπει στο μνήμα, χωρίς να του απομείνει τίποτα, εν τέλει.
Αυτό όλοι το γνωρίζουν· το ξεχνούν μονάχα, μέρα με τη μέρα –
κι αυτά τα λόγια τι θ’ αλλάξουν, και οι θρήνοι; Τίποτα, εν τέλει.
Ξεχάστε ότι η πλάση σας απατά, κι η βουλή γεννάει βουλές:
τον έρωτα αυτόν και τη δίψα δεν τα σβήνει τίποτα, εν τέλει!
Ελπίζετε όλοι, λοιπόν, ο χρόνος να φέρει ό,τι ποτέ του δεν έφερε –
γιατί, τι είναι ο καθένας, σύμπαν κι ας θέλει να γίνει; Τίποτα, εν τέλει.
(Es liegt an eines Menschen Schmerz, an eines Menschen Wunde nichts, 1823)
******
[Εδώ, στων Άλπεων τις λαμπρές κορφές]
Εδώ, στων Άλπεων τις λαμπρές κορφές,
πενθώ βουβός καημούς αλλοτινούς·
στη Γερμανία πίσω δεν πάει ο νους,
μα ούτε κι εμπρός, στην Ιταλία, λες.
Ματαίως θυμάμαι όνειρα του χτες,
τη θλίψη πολεμώντας με αχνούς,
κι αφήνομαι σε στεναγμούς συχνούς –
σάμπως το πλήγμα γιαίνει, άμα κλαις!
Πού βρέθηκε ποτέ καρδιά ακέρια;
Στου κόσμου αυτού κι αν πάει κανείς τα μάκρη,
θα τον ακολουθούν παντού οι ίσκιοι.
Μα κάτι μου περνάει απ’ τα χέρια:
αντίβαρο κρατώ σε κάθε δάκρυ
το σθένος που η ψυχή μου εντός της βρίσκει.
(Hier, wo von Schnee der Alpen Gipfel Glänzen, 1826)
****
Σονέτα στη Βενετία
5.
Στα όνειρα η Βενετία μονάχα πια ζει,
ρίχνοντας σκιές δόξας αλλοτινής·
τον λέοντα της πολιτείας θα δεις
σφαγμένο, σ’ ένα έρημο κελί.
Οι μπρούντζινοι ίπποι, που μια εποχή
ήρθαν μέσω θαλάσσης αρμυρής –
τώρα, φευ! απ’ το γιό της Κορσικής*
δεσμά και ηνία τους έχουν φορεθεί.
Πού ‘ναι ο βασιλικός λαός, που τότε
παλάτια εδώ μαρμάρινα είχε χτίσει,
να παραδέρνουν πια παρατημένα;
Στων εγγονών την όψη, πότε-πότε,
ίχνη τα περασμένα έχουν αφήσει,
στων δόγηδων τους τάφους σμιλεμένα.
(Venedig liegt nur noch im Land der Träume, 1825)
14.
Βαρύθυμα η ψυχή μου αν κυματίζει,
στο Ριάλτο κι αν κρατάει το πανηγύρι,
το πνεύμα μου η αντάρα μη διασπείρει,
σιγή ζητάω, τη μέρα να σφραγίζει.
Τη θάλασσα τότε, που αργά φλοισβίζει,
κοιτώ συχνά, πλάι σε κάποιο γεφύρι·
σε τείχη, που ο καιρός πια έχει φθείρει,
ένα κλωνάρι δάφνινο λυγίζει.
Ω θάλασσα – του δόγη άλλοτε ταίρι!**
Στα σκοτεινά κι απύθμενά σου χάη
το βλέμμα μου σαν χάνεται αχνά,
δεν μ’ ενοχλεί, τη σιωπή αν σπάει,
απ’ τα κανάλια πέρα, μακρινά,
αραιά και πού η φωνή του γονδολιέρη.***
(Wenn tiefe Schwermut meine Seele wieget, 1825)









