Ο Γεώργος Σχορετσανίτης, εκτός των άλλων πολύπλευρων ενδιαφερόντων του, είναι και μελετητής της αφροαμερικάνικης ιστορίας και πολιτισμού. Το παρόν βιβλίο αναφέρεται σε τρεις αγαπημένες του Αφροαμερικανίδες ποιήτριες του 18ου και 19ου αιώνα, δηλαδή στις απαρχές της εν λόγω λογοτεχνίας, την Φίλλις Ουίτλεϋ, τη Λούσι Τέρι Πρινς και την Φράνσις Χάμπερ.
Η ακτιβιστική διαμαρτυρία αρχίζει να αχνοφαίνεται στις πρώτες δυο ποιήτριες και είναι ξεκάθαρη και θυελλώδης στην τρίτη, η οποία είναι και μεταγενέστερη. Έτσι, κάποια νοήματα που εκφράζονται στα ποιήματα της Ουίτλεϋ μπορεί να μας ξενίζουν, με βάση τη γνώση και τα σημερινά ιδεώδη, αλλά θα πρέπει να ειδωθούν με βάση τις συνθήκες της εποχής εκείνης, οι οποίες τα δικαιολογούν απολύτως. Έτσι, η ανοχή της αρπαγής των ιθαγενών από τους δήθεν «εκπολιτιστές» λευκούς Αμερικάνους, που οδήγησαν τους απαχθέντες παγανιστές στον αγαστό Χριστιανισμό, θέσεις οι οποίες εκφράζονται σε ποίημα της («Για τη μεταφορά απ’ την Αφρική στην Αμερική», σ.15), η οποία περιγράφει ανάλογη εμπειρία της, σήμερα φαντάζουν προβληματικές, αλλά για την ίδια, που διέφυγε από τη σκλαβιά, μια και της «χαρίστηκε» η ελευθερία της από τη λευκή αφέντρα της, οι απόψεις αυτές είναι δικαιολογημένες.
Ήταν η ευσπλαχνία που μ’ έφερε απ’ την παγανιστική μου γη,
Δίδαξε τη νυχτωμένη μου ψυχή να καταλάβει
Ότι υπάρχει ένας Θεός, ότι υπάρχει κι ένας Σωτήρας
Ο Σχορετσανίτης είναι ερευνητής της εποχής εκείνης και από αυτή τη θέση δίνει τις τότε διαστάσεις των θεμάτων. Κατ’ αναλογία, με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, θα ξένιζε το μεγαλόπρεπο και υμνητικό ύφος περί αρετής (σ.21), περί φαντασίας (σ.17) και άλλων, που θα έμοιαζε με διδακτισμό, κάτι που δεν συνέβαινε την εποχή εκείνη. Ο συγγραφέας μεταφράζει ποιήματα των εξεταζόμενων ποιητριών σχολιάζοντάς τα, κάτι που μας δίνει τη δυνατότητα κατανόησης αυτού του φαινομένου. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα φαινόμενα αυτά παρουσιάζονται στις δυο πρώτες ποιήτριες, οι οποίες είναι του 18ου αιώνα και πολύ πρώιμες και καθόλου στην Χάμπερ που είναι μεταγενέστερη και πλήρως συνειδητοποιημένη ακτιβίστρια. Στα ποιήματα των πρώτων δυο διακρίνεται μια εκκολαπτόμενη επαναστατικότητα, η οποία διερευνάται από τον Σχορετσανίτη, και έχει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο εξέλιξης της αφροαμερικάνικης ποίησης, άρα πολύ σωστά μελετάται. Επίσης, πολύ μεγάλη σημασία είχε και το ότι οι πρώιμες αυτές ποιήτριες επέδειξαν στην εποχή τους ότι και οι μαύροι, που προέρχονταν από τις πρωτόγονες φυλές της Αφρικής, μπορούσαν να παράγουν ανώτερα καλλιτεχνικά έργα, κάτι που τότε δεν θεωρούταν αυτονόητο, αφού ο ρατσισμός ήταν έντονος και τους έγχρωμους τους θεωρούσαν κατώτερα διανοητικά όντα. Με αυτόν τον τρόπο συνεισέφεραν στο ακτιβιστικό κίνημα. Τα μετέπειτα χρόνια η κοινωνική εξέλιξη και η κατάργηση της δουλείας θα αποδεσμεύσει την αφροαμερικάνικη ποίηση από τα θρησκευτικά θέματα και αυτά της σκλαβιάς.
Το βιβλίο μοιάζει με εν είδη ανθολογία, με κατατοπιστικές εισαγωγές και κριτικούς σχολιασμούς από τον συγγραφέα- μεταφραστή. Μας μεταφέρει άμεσα στην ψυχολογία, στις τότε κοινωνίες, στην οπτική, στα προβλήματα και στα πάθη των Αφροαμερικανών. Συχνά είναι σαν να παρακολουθούμε μια συγκλονιστική ελεγεία των Αφροαμερικανών, των παθών, των ελπίδων και τον ονείρων τους, εκφρασμένη με λυρικό τρόπο. Θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ένα ντοκουμέντο με όρους ποιητικούς, κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο.
Η Φίλλις Ουίτλεϋ (1753- 1784) αφουγκράζεται τον ανθρώπινο πόνο, ίσως επειδή υπήρξε βασανισμένος άνθρωπος, βιώνοντας τη σκλαβιά και τη φτώχεια. Έτσι θρηνεί τον θάνατο ενός παιδιού πέντε ετών (σ.30), αντιμετωπίζοντάς τον με ευσεβή θρησκευτική οπτική, ενώ συμπάσχει και συναισθάνεται τις αρρώστιες του και τις προσπάθειες των συγγενών του για ίαση. Αγαπά την οικογένεια και τον Θεό και φαίνεται στα ποιήματά της πόσο πολύ τα υπολογίζει. «Γνωρίζοντας αυτό, γονείς, μην θρηνείτε για την απώλειά της,/ Δεν νιώθει πια το σιδερένιο χέρι του πόνου./ Οι διανομές της αλάθητης χάρης,/ Θα πρέπει να μετατρέψουν τη θλίψη σας σε ευγνώμονα δοξολογία» («Σχετικά με τον θάνατο μιας νεαρής κυρίας πέντε ετών», σ.30). Θαυμάζει την τέχνη και την ποίηση, που τα θεωρεί δώρα των πολιτισμένων χωρών της δύσης προς εκείνη. Αν μπορούσαμε να σκιαγραφήσουμε τον χαρακτήρα της μέσα από τα ποιήματά της, θα λέγαμε ότι είναι μια ευσεβής, προσηλυτισμένη χριστιανή που αγαπά τους συνανθρώπους της, εμποτισμένη με βαθύ, χριστιανικό αίσθημα αγάπης. Η ίδια αρπάχτηκε από τα αφρικανικά εδάφη σε μικρή ηλικία και εκχριστιανίστηκε, υπήρξε σκλάβα και στη συνέχεια απελεύθερη, κάτι για το οποίο νιώθει ευγνωμοσύνη και για αυτό δοξάζει τον εκπολιτιστικό ρόλο της νέας της πατρίδας πάνω στα σκοτεινά, αμόρφωτα ένστικτα που βίωσε στη γενέτειρά της. Η νέα της πατρίδα της γνώρισε και την αγαπημένη της ποίηση.
Η επίκληση στις αρχαιοελληνικές Μούσες και στη θεία έμπνευση είναι ένα διαρκές μοτίβο στα ποιήματά της και με αυτόν τον τρόπο τονίζεται η θεία επενέργεια της ποιήσεως. Η ίδια, έχοντας εντυπωσιακή έφεση στη γνώση, έμαθε σε μικρή ηλικία αγγλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά και ήρθε σε επαφή με την κλασσική παιδεία, κάτι συνηθισμένο στους κύκλους των μορφωμένων Αμερικανών της εποχής της, καθώς στα πρώτα χρόνια της ζωής της στάθηκε τυχερή και βρέθηκε στο κατάλληλο περιβάλλον της αφέντρας της, για να ανθίσει το ταλέντο της, γεγονότα που σαφώς την επηρέασαν. Προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό από το κύρηγμα του μεθοδιστή Τζωρτζ Γουάιτφιλντ, για τον οποίο μάλιστα έγραψε το ελεγειακό επικήδειο ποίημα «περί του θανάτου του αιδεσιμότατου κ. Τζωρτζ Γουάιτφιλντ» (1770), το οποίο την έκανε και ευρύτερα γνωστή στη Αμερική και στην Αγγλία. Νωρίτερα συνήθιζε να γράφει με πληρωμή ελεγείες και επικήδειους λόγους για τους θανάτους εξεχουσών προσώπων. Το ύφος της είναι «υψηλό» και «δοξαστικό», με όμορφες και ευρηματικές εικόνες. Η εξύμνησή της δεν είναι μόνο θεϊκή, αλλά και προς πολλές άλλες κατευθύνσεις, όπως προς την τέχνη, την παιδική αγνότητα και αλλού, κάτι που είναι ένα ακόμα επαναλαμβανόμενο μοτίβο της. Η Ουίτλεϋ έλκεται από την ομορφιά και τη γεύεται μέσα από την ποίησή της. Ίσως γιατί γνώρισε την καταπίεση και πολλές ασχήμιες στη ζωή της. Τελικά πέθανε νέα, άρρωστη και φτωχή. Όλα αυτά τα βιογραφικά στοιχεία σχηματίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διαβαστεί η ποίησή της και το βιβλίο έχει την ιδιοτυπία πως καταγράφονται, αναπτύσσονται και σχολιάζονται ταυτόχρονα με τη παράθεση επιλεγμένων μεταφρασμένων από τον συγγραφέα ποιημάτων της, έτσι ώστε όχι μόνο δεν κουράζουν τον αναγνώστη, αλλά συνάμα βοηθάνε στην ταυτόχρονη πρόσληψη του έργου της ποιήτριας. Έτσι, ενώ ξεκινάει (σ.13) με μια μικρή κατατοπιστική εισαγωγή, με τα απαραίτητα στοιχεία, μετά επανέρχεται έτσι ώστε μαζί με την παράθεση ποιημάτων να δώσει μια σειρά από σημαντικές λεπτομέρειες της ζωής της, οι οποίες τη διαμόρφωσαν. Η Ουίτλεϋ κατάφερε κάτι πολύ δύσκολο για την εποχή της, χρησιμοποιώντας το ταλέντο της και την έφεσή της για μάθηση διείσδυσε στον κόσμο των λευκών λογοτεχνών, συνδυάζοντας την κλασσική παράδοση, τον χριστιανισμό και την αφροαμερικάνικη εμπειρία της, θέτοντας έμμεσα ή άμεσα τα δικαιώματα των έγχρωμων στη χώρα της.

Για την Λούσι Τέρι Πρινς (1733- 1821) έχουμε αβέβαια βιογραφικά στοιχεία. Πιθανόν να γεννήθηκε και αυτή στην Αφρική και να μεταφέρθηκε σε μικρή ηλικία ως σκλάβα στην Αμερική. Είναι γνωστή από το σωζόμενο ποίημα της «The bars’ fight», το οποίο περιγράφει την εισβολή κάποιων Ινδιάνων, τη μάχη που δόθηκε με τους λευκούς και τον συγκινητικό θάνατο πολλών από αυτούς. Δεν έχουμε άλλο σωζόμενο έργο της, αλλά ξέρουμε ότι υπήρξε δραστήριο μέλος της πόλης της, μαζεύοντας στο σπίτι της Αφροαμερικανούς φίλους της και απαγγέλλοντας ποιήματα με ιστορίες, επηρεασμένες από τις αφηγήσεις ιστοριών των αφρικανικών φυλών από τις οποίες κατάγονταν. Άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ποίησή της ήταν αφηγηματική με αφρικανικά στοιχεία –η αφηγηματικότητα φαίνεται και από το σωζόμενο ποίημά της- και επίσης, όπως και στην περίπτωση της Φίλλις Ουιτλεϋ, βαθιά επηρεασμένη από τον χριστιανισμό, τον οποίο είχε ασπαστεί και σε πολλές περιπτώσεις τον χρησιμοποίησε για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα ισότητας για τη φυλή της, καθώς έχουμε στοιχεία ότι είχε και μαχητικό ιδεολογικό ρόλο.

Στη Φράνσις Χάμπερ (1825- 1911) έγχρωμη ακτιβίστρια και ποιήτρια, αφιερώνεται περισσότερο από το μισό βιβλίο και όχι αδίκως, γιατί είναι η πρώτη αφροαμερικανίδα ποιήτρια με τόσο πλούσιο έργο και εμπλοκή στις αγωνιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Υπερασπίστηκε ενεργά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, λευκών και έγχρωμων, και την κατάργηση της δουλείας, συμμετέχοντας σε συνέδρια, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες και ανάλογες οργανώσεις. Αυτές της οι δράσεις διαπότισαν και το ποιητικό της έργο, το οποίο είναι βαθιά συναισθηματικό, και συνάμα βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι οι γυναίκες που παρουσιάζονται σε αυτό αναλαμβάνουν και ηρωικούς ρόλους και δεν είναι πάντα θύματα. Η Χάμπερ είναι μεταγενέστερη των δυο άλλων ποιητριών και τα αιτήματα για ισότητα είναι πιο ώριμα στην εποχή της, κάτι που αντανακλάται και στο έργο της. Ο Σχορετσανίτης παραθέτει τα ποιήματα της Χάμπερ ταυτόχρονα με τα βιογραφικά της στοιχεία, τον σχολιασμό των πηγών και τις ακτιβιστικές της δράσεις. Αυτό βοηθά στην πλήρη κατανόησή τους, με την ένταξή τους στο γενικότερο κλίμα στο οποίο γράφτηκαν, ενώ ταυτόχρονα κάνει πιο ευχάριστη την ανάγνωσή τους, καθώς γίνονται μέρος γενικότερων δρώμενων, τα οποία και επεξηγούνται. Αποτελούν αιτήματα για την κατάργηση της δουλείας, την ισότητα γυναικών και αντρών, λευκών ή έγχρωμων, και το δικαίωμα ψήφου τους, μια και εκείνη την εποχή ήταν έντονα αναπτυγμένο το ακτιβιστικό κίνημα που απαιτούσε δικαίωμα ψήφου για όλες τις γυναίκες. Τα ποιήματα της Χάμπερ εκτός από το ακτιβιστικό της πνεύμα και τη διαμαρτυρία διακρίνονται για τον πηγαίο και συγκινητικό λυρισμό τους, την άριστη εικονοπλασία και τις γλαφυρές περιγραφές τους και τη λελογισμένη χρήση ζωντανών μεταφορών. Τελειώνοντας, παραθέτω μια σειρά από επιλεγμένους στίχους, για να μεταφέρω το κλίμα στην τέχνη της:
«Ήταν η θλιβερή και κουραστική μου μέρα» (σ.103), «[…] έβλεπα νεαρά κορίτσια απ’ την αγκαλιά της μάνας τους/ Ν’ ανταλλάσσονται και να πουλιούνται για τα νεανικά τους κάλλη» (σ.109), «και τη διαπεραστική κραυγή της μητέρας με την ξέφρενη/ απόγνωση» (σ.108), «[…] άντρες, που το μόνο τους έγκλημα ήταν το χρώμα τους» (σ.141), «πώς να πω ότι η σημαία της [Αμερικής] κυματίζει χλευαστικά» (σ.97), «πολύ αδύναμο για να πετάξει, ένα αδύναμο πλάσμα,/ Έπεσε στη γη κουνώντας τα φτερά./ Αλλά ο Θεός, που τα βλέπει όλα/ είδε την πτώση του […]» (σ.129), «Ω, Ανήσυχη καρδιά, μάθε να εμπιστεύεσαι/ Τον Θεό, τόσο τρυφερό, δυνατό και δίκαιο» (σ.130), «Σηκωνόμαστε, ως λαός/ Σηκωνόμαστε στο φως,/ Γιατί ο Θεός άλλαξε τις σκιές/ Της σκοτεινής και θλιβερής της νύχτας/ Στη φυλακή της σκλαβιάς» (σ.123). «Μπορείς να με κατηγορήσεις αν έμαθα να πιστεύω/ Ότι το μίσος σου για την αμαρτία είναι ψεύτικο» (σ.132), «Το μόνο που λαχταρά το πνεύμα μου,/ Είναι μη με θάψουν σε γη σκλάβων» (σ.109)
***********************
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2004 με τη συμμετοχή του στην ανθολογία διηγημάτων του Β΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Αντώνης Σαμαράκης (εκδόσεις Καστανιώτης). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά Λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και διαδικτυακά). Έχει παρουσιάσει βιβλία συναδέλφων του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Βιβλία του: Οι συλλογές διηγημάτων Η όψη (Γκοβόστης 2010) και Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά (Κέδρος 2021) και τα μυθιστορήματα Αφιερωμένο στην Έλενα (Ηριδανός 2007) και Ο Αρχίλοχός του (το μόνο ιστορικό μυθιστόρημα για τον ποιητή/ Γαβριηλίδης 2016). Από το 2011 διευθύνει το Λογοτεχνικό Περιοδικό Ο Σίσυφος. Επίσης ασχολείται με την κριτική λογοτεχνικών έργων ποίησης και πεζογραφίας, δημοσιεύοντας κείμενά του σε Λογοτεχνικά Περιοδικά. Έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στον Σίσυφο για Έλληνες/ίδες λογοτέχνες/ιδες. Συμμετείχε με κείμενά του σε αφιερώματα περιοδικών και συλλογικών εκδόσεων. Από τις εκδόσεις Κέδρος μόλις κυκλοφόρησε το διπλό ιστορικό του μυθιστόρημα Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον.










Πολύ ενδιαφέρουσα και εμπεριστατωμένη παρουσίαση ενός βιβλίου που φωτίζει σημαντικές αλλά λιγότερο γνωστές φωνές της αφροαμερικανικής ποίησης. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος που συνδέεται το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο με την εξέλιξη της ποιητικής έκφρασης.