ΚΑΤΑΛΥΜΑ ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

 

Ποτέ δεν έχω γνωρίσει τους ενοίκους της ζωής μου.

Δεν ξέρω πότε βγαίνουν, πότε μπαίνουν,

σε ποιον άγνωστο σταθμό αναπαύονται οι δυστυχίες τους.

Οι γυναίκες έχουν βγει από αυτό το σώμα βροντώντας δυνατά την πόρτα,

κάνοντας παράπονα για τη θλίψη μου,

κατά καιρούς έχουν παραπονεθεί για την υγρασία,

για το τσουχτερό κρύο, για κάποια παράξενη μούχλα στο ντουλάπι με τα τρόφιμα.

 

Φεύγουν πάντα δίχως να πληρώσουν οι ένοικοι της ζωής μου,

και μένει έρημο ξανά το αίθριο

σε αυτό το ξενοδοχείο βραχείας διαμονής όπου είναι πάντα νύχτα.

 

****

Η ΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

 

Είχε δίκιο ο χρόνος που επέμενε

να εγκατασταθεί όπου του έκανε κέφι,

να ’χει τις ιεροτελεστίες και τις έχθρες του.

 

Τώρα καταλαβαίνω τις αργοπορίες και τα τραυλίσματά του

τη φούρια του παντού να πετυχαίνει

αυτό το πείσμα να χαράξει ανεξίτηλες μερικές λέξεις σε κάποια άκρη της παιδικής ηλικίας

και μερικές άλλες σε μια γωνιά αυτού του βραχνού δρόμου

που μοιάζει τόσο πολύ με τη ζωή, όλο εκπλήξεις και σιωπές.

 

Συγχώρα με λοιπόν που έφτανα πάντα αργά

που σε ανακαλούσα σε νύχτες μνησικακίας και προαισθημάτων

που στοίβαζα στο ίδιο συρτάρι ερείπια και ζητήματα καθημερινά

ανάμεσα στην κούραση των ημερών και την πεισματική μουσική των σιωπών.

 

Είχε δίκιο ο χρόνος να ακολουθεί τον δικό του ρυθμό

και η ζωή να ’χει τις έγνοιες της

προκειμένου να στέκεται εδώ

με όλη τη βιάση της στιγμής.

 

Συγχώρα με λοιπόν που ήμουν βιαστικός

που δεν γνώριζα τη γραμματική και τις λέξεις μιας ξεχασμένης γλώσσας

που έχασα σημειωματάρια, κλειδιά

και το παλιό τραγούδι με τα ακριβή μέτρα και την τέφρα

λες και μες στις έγνοιες του χρόνου

κάθε μέρα, ανεξαρτήτως ώρας,

τα όνειρα χανόνταν.

 

 

****

GOOD BYE LENIN

 

Μικρός, μερικές φορές έκανα τον Κοζάκο.

Άλλες φορές έπαιζα την Κομσομόλ ή τον κοσμοναύτη.

 

Έτσι πέρασαν τα παιδικά μου χρόνια:

τσαρικοί πόλεμοι

σε μια αυλή χωρίς χιόνι και σημύδες,

χωρίς στέπες ή καμένα χωριά.

Κάποιες φορές ήμουν ο Κασπάροφ ή ο Μίσα το αρκουδάκι

κι έπλαθα ιστορίες αγάπης στον Υπερσιβηρικό.

 

Η φωνή του πατέρα μού μιλούσε για ματριόσκες και σαμοβάρια

και για το μαυσωλείο του Λένιν κάτω από υπεριώδες φως∙

για τα μνημεία του Πούσκιν και του Μαξίμ Γκόρκι

και για τις λευκές νύχτες του Λένινγκραντ.

 

Ήταν το καλοκαίρι του 1985

και στα βραχέα έκαναν λόγο για την περεστρόικα.

Άλλαξαν τις χορωδίες του Κόκκινου Στρατού με τραγούδια των U2

τις ιστορίες για πιονέρους με μια πυρκαγιά στο Τσερνόμπιλ.

 

Και δεν ξανάρθαν ούτε οι Κοζάκοι, ούτε η Κομσομόλ,

ούτε οι κοσμοναύτες στο δωμάτιό μου

εκείνο το βράδυ που η μητέρα μου με καληνύχτισε ψιθυριστά

για να μην ξυπνήσει όλο το σπίτι

καθώς έσβησε για πάντα

το τελευταίο φως των παιδικών μου χρόνων.

 

****

Για τον Μεγάλο αποχαιρετισμό

Κεφάλαιο ΧΧΧΙΙ

 

Τη μέρα που την πήγαν στο γηροκομείο,

δεν ήξερε ότι έβλεπε τα πράγματά της για τελευταία φορά.

Έτσι, φόρεσε το παλτό της και κράτησε σφιχτά την τσάντα της

σαν να ετοιμάζεται να πάει για επίσκεψη.

Ήταν το τελευταίο πρωί στο δωμάτιό της

ανάμεσα στα πράγματα που είχε συσσωρεύσει εδώ κι εξήντα χρόνια.

Πέρασε το κατώφλι, για να μην επιστρέψει ποτέ.

Το γηροκομείο ήταν η προετοιμασία για τον θάνατο

το τελικό βήμα πριν το κενό και την απουσία.

Πίσω της άφηνε τη λαμπρότητα και το παρελθόν,

τόσες ιστορίες στις οποίες είχε πρωταγωνιστήσει.

Έφυγε για πάντα για το γηροκομείο

και πήρε μαζί της όλα τα μυστικά του σπιτιού και της οικογένειας

και εκπληρώθηκε η προφητεία της ότι όταν γερνούσε

θα την έκλειναν σ’ ένα τρελάδικο χωρίς καθόλου τύψεις.

Έφευγε για πάντα για το γηροκομείο

χωρίς να κοιτάξει πίσω

γιατί όπως η γυναίκα του Λωτ

μπορεί να έμενε με την παγωμένη εικόνα εκείνης της γιορτής

που τώρα ήταν μόνο καταστροφή,

ακόμα και στα μάτια της τα γεμάτα αλάτι

ή θάλασσα.

 

 

******

Για τον Μεγάλο αποχαιρετισμό

Κεφάλαιο ΧΧΧVΙ

 

O θάνατος είναι σαν να μπαίνεις σε μια πισίνα

χωρίς να έχεις ποτέ κολυμπήσει

και να βλέπεις τα άστρα διάσπαρτα

ανάμεσα στα νέον φώτα

ενώ ακούς ολονών τις φωνές

σε αργή κίνηση κάτω από το νερό.

 

Αφήνω έξω το παροδικό για να μπω στην αιωνιότητα

γιατί εκεί οι φωνές πνίγονται

και νιώθω πιο ανάλαφρη στον πάτο

όπου όλοι οι φόβοι αρχίζουν να χιονίζουν εκεί βαθιά.

 

Στον πάτο δεν ακούω το ουρλιαχτό του σπιτιού

ούτε πώς ηχεί το όνομά μας σε άλλες ερήμους.

Η ζωή είναι γεμάτη με υστερόγραφα που κρέμονται από την πτήση μου

μέχρι την άλλη πλευρά της θάλασσας.

 

Εκεί, στον πάτο της νυχτερινής πισίνας

απαρνιέμαι όλα όσα ήταν η ζωή

ενόσω οι στάχτες σκορπίζονται στο νερό

ξέρω πως χάνοντας τη μνήμη μου

έχασα και τον φόβο για τον θάνατο.

 

 

******************

 

Ο Federico Díaz Granados (Μπογκοτά, 1974) είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και σύμβουλος πολιτιστικής ανάπτυξης. Στις 18 Ιουνίου 2026, προσκεκλημένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ, θα απαγγείλει τα ποιήματά του στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας.