ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΑΝΑΠΟΔΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ
Σ’ όλο και κάποιον πάντα αρέσει να ταξιδεύει καθισμένος αντίστροφα,
ακουμπώντας το κεφάλι πάνω στο παράθυρο, η αντανάκλαση,
το κροτάλισμα των βαγονιών να τον λικνίζουν ως ν’ αποκοιμηθεί.
Τι βλέπει στις εικόνες που περνούν;
Ιστορίες. Ιστορίες σαν μεγάλες εκτάσεις γης.
Μόλις πέρασε ένα παλιό σπίτι, έναν πλάτανο.
Μόλις πέρασε ένα παλιό σπίτι, ένας πλάτανος.
Η μάνα μου ήταν ένα παλιό σπίτι, ο πατέρας
πλάτανος που υψωνόταν πάνω της. Τον χειμώνα
σκαρφάλωνα σε μια σκάλα, σ’ ένα φθαρμένο περβάζι
και καθάριζα τις υδροροές. Όταν ονειρεύομαι
ότι πέφτω, πέφτω απ’ αυτή την στέγη, αιωρούμαι
ζωντανός σχεδόν, μετά το χώμα. σκληρή ευλογία,
το χέρι ενός ξένου ν’ αγγίζει τον ώμο μου.
***
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΦΗΚΑ
Πρέπει κανείς να θαυμάσει τον απεγνωσμένο τρόπο
που εκτινάσσεται
στον αέρα μεσ’ στου χειμώνα την αργή
παράλυση
και προσκολλάται στα ζαρωμένα φρούτα, στο πεταμένο
μπουκάλι από κόκα-κόλα,
σ’ όποιο σακχαρώδες υπόλειμμα, σ’ όποιο λιπαρό
κουφάρι
και μεθυσμένη από γυμνοσάλιαγκα σκληραίνει, οι αρθρώσεις
όχι πια ελαστικές,
φτερά ξεραμένα κι ακίνητα σαν κουπιά, σαν καρδιά·
ναι, σχεδόν
παραείναι σαν καρδιά, έτσι όπως, ταλαιπωρημένη
κείτεται
περιμένοντας την αλλαγή της εποχής, το φως, κάτι
να ρουφήξει,
να ροκανίσει, ή αν ούτε καν αυτό, όπως αφήνεται
κομμένη στα μισά,
εθελοντικά, πάντα τρέμοντας, σε κάποια
μεγαλύτερη μορφή.
***
ΗΧΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΑΠΟ ΓΕΦΥΡΑ
Μπορώ να σου πω ότι δεν υπάρχει λέξη για αυτό
σε καμία γλώσσα. Έχω ρωτήσει
και όλοι φαίνεται να επιβεβαιώνουν
την μεταφράσιμότητά του.
Πόδια που γλιστράνε από μια πέτρινη κολόνα –
απλό, μα όχι εύκολο. Ένα μικρό δέντρο
που σπάει κάτω από το ξαφνικό βάρος –
ακριβώς όπως το φαντάζεται κανείς.
Και κάπου ανάμεσα στο γλίστρημα και το σπάσιμο –
η σιωπή του σώματος του Scott Koch
πέφτοντας από τη γέφυρα του Normanwood,
που είναι επίσης η σιωπή των αστεριών.
~
Γράφουν την τροχιά τους πάνω από τα πέτρινα πρόσωπα
που κοιτάζουν ψηλά από την κοίτη του ποταμού,
και αν ήσουν ένα σμήνος από εφημερόπτερα
που εκκολάπτονται αξημέρωτα, στον σκοτεινό
σαν κάρβουνο όρθρο ενός πρωινού της Susquehanna,
ή αν ήσουν ένας πρωτοετής στο κολέγιο
και αγόραζες λίγη κάνναβη και οδηγούσες στην εξοχή
με φίλους για να κοιτάξεις τα αστέρια,
θα ήξερες ότι τα αστέρια κάνουν
απαίσιο σαματά. Όπως κι ο χρόνος, όπως κι ο θάνατος,
χαράζουν τα ανεξιχνίαστα σημάδια τους
από φως.
~
Πες ότι δεν είσαι μια εκκόλαψη εντόμων
ή ένα απ’ αυτά τα παιδιά, γλυκά ναυάγια,
στο δέρμα τους αμήχανη -σαν φύλλο- η λάμψη.
Πάντως αν ήσουνα, θα χανόσουν
σε μια φρενίτιδα ζωής και θανάτου.
Οπότε θα πρέπει να εμπιστευτείς τις λέξεις
για τον τρόπο που το πρόσωπό του τραβήχτηκε, έγινε
άσπρο σαν την πέτρα, για το πόσο άσχημα
καταλάβε το σώμα του τη νύχτα, λέξεις
για μια αναπνοή που δεν πήρε, τον σταματημένο
αέρα στους πνεύμονές του.
~
Στις δίνω με δόσεις,
χέρι με χέρι, σαν όπως μετά την καταστροφή
χτίζουμε μια πόλη από γέφυρες. Πιέζω την καθεμία
στο στόμα σου. Έχουνε γεύση αλατιού.
Μπαίνουν στη θέση τους. Αρχίζουν
να σημαίνουν όλο και λιγότερο. Κάνουν μόνο
αυτό που κάνουν. Για οτιδήποτε άλλο, θα χρειαστείς
κάτι σαν μια ζωή, ή μια ανάμνηση-
λάστιχα αυτοκινήτου που ηχούν πάνω από μια γέφυρα, ρόδα
ενός κάρου με λουλούδια που τραντάζεται στο λιθόστρωτο,
ραφές, χωρίσματα.
***
ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΩΡΑ
Χτίζουμε ένα σπίτι
μικρό στο δάσος,
καταφύγιο από την ανησυχία
ή την αόριστη πλήξη.
Πρέπει να αντέξει την απόσταση,
τον πόνο της εγγύτητας.
Δεν το θέλουμε,
αν και είμαστε τόσο ικανοί
στο να σπάμε, να μαζεύουμε
παλιά κόκαλα και φτερά, μίσχους
αγριολούλουδων, που απομένουν
σαν περάσει της άνθησης η ώρα.
Είσαι το αφεντικό, και φαίνεσαι,
σφυρί και μυστρί
και γαλάζια μαλλιά, σοβατίζοντας.
Στο παράθυρο σου αρέσει ο τρόπος
που ηχεί η λέξη «ανοιχτό», οπότε
την προφέρεις μέχρι που κι αυτή να γίνει
κάτι κατοικήσιμο.
Δεν μπορείς να την πάρεις μαζί σου,
και το σπίτι δεν θα μείνει εδώ
όταν φύγεις.
Ο άνεμος το λέει αυτό,
όπως του αρέσει τ’ ανέμου να λέει διάφορα,
του αρέσει η πόρτα ν’ ανοιγοκλείνει,
πέταλα στο πάτωμα,
μετά το πάτωμα, μετά το σπίτι,
μετά ό,τι ήταν πριν.
*********************************************************
Ο James Hoch είναι Αμερικανός. Γεννήθηκε το 1967 στο New Jersey, αλλά έχει ζήσει στην Pennsylvania, το Maryland, τη Virginia, και το New Mexico εργαζόμενος σαν λατζέρης, λιμενεργάτης, κοινωνικός λειτουργός και βοσκός. Ο Hoch σπούδασε φιλοσοφία και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Maryland με μεταπτυχιακό στη δημιουργική γραφή/ποίηση. Έχει λάβει πολλά βραβεία για το έργο του και έχει δημοσιεύσει στα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και είναι καθηγητής δημιουργικής γραφής στο New Jersey.









