ΧΙΑΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ

Χτυπά το Ρολόι των Σωμάτων
μέσα στο πάχος των μυών
κατά μήκος των προσεκτικών νεύρων
στην υγρή μνήμη των βλεννογόνων
και ξαφνικά –
αστραπές όρασης
σαν να σχίζεται το εσώτερο από μέσα.

Το Πνεύμα, για χρόνια κοιμημένο
ξαφνικά μυείται
όχι με γλύκα
αλλά με την έφοδο του ζωντανού :
χυμός εναντίον χυμού, πνοή εναντίον πνοής
άνδρικα σώματα που πλησιάζουν
μέχρι να χάσουν τα περιγράμματά τους.

Στην σάρκα κρύβεται μια σκοτεινή γνώση
μια αλχημεία των πόρων και του αίματος
όπου τα περιβλήματα ψάχνονται
διαπλέκονται χωρίς να κατακτούν
και γεννούν αυτό που ονομάζουμε κόσμο –
αυτό το εύθραυστο σκηνικό
αυτήν την φωτεινή κρούστα
απλωμένη πάνω σε δυνάμεις
που δεν χρειάζονται μορφή για να υπάρχουν.

Γιατί η αληθινή σκηνή
εξερράγεται πίσω από το παραπέτασμα της σάρκας.
Εκεί ένας θεός σπασμένος στα δύο
προσπαθεί να επανενωθεί
να ξαναβρεί μια νεότητα προγενέστερη του σφάλματος, διασχίζοντας πλάσματα
που αγγίζει χωρίς να τα κατανοεί.

Αυτά τα πλάσματα
τους μοιάζουμε
χωρίς να είμαστε ακριβώς εκείνα
Εμπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο τα σώματα μας
ορατά και αόρατα
εραστές μιας στιγμής ή αιώνιοι παράσιτοι
αναπνέοντας σε επάλληλα επίπεδα.

Κάπου
μια αλαζονική παρακέντηση φωτός κυκλοφορεί
ένας αγγελικός βαμπιρισμός
και κάτω από τα αστέρια
ίσως
υπάρχει λίγο από το αίμα μας αναμεμιγμένο με το δικό τους.

Κι εγώ –
κάποιος που σηκώνει ένα βάρος
που δεν ήταν δικό του –
διασχίζω όλο αυτό καρφωμένος
σε έναν ξένο Νόμο:
να αγαπώ.
Να αγαπώ σαν να είμαι σταυρωμένος
να αγαπώ σώματα των οποίων
η απλή εγγύτητα αρκεί
για να δικαιολογήσει τη γέννηση.

Ένα Τριαντάφυλλο ξεριζώθηκε
ζεστά αρσενικό
ανοιχτό στη νύχτα των κορμιών
και η αργή ανάπτυξη ενός Σταυρού
στον άξονα της καρδιάς.
Ο Έρωτας είναι ένας ραγισμένος ωκεανός
γεμάτος τραυματικά κύματα
συναντήσεις λαμπερές
πληγές προσφερμένες στο φως.
Ένας φοβερός καθρέφτης
όπου τολμάει επιτέλους ο άνθρωπος να κοιτάξει –
και ανακαλύπτει
στη θέση του προσώπου του
ένα πλήθος άλλων προσώπων
επιθυμητικά τρεμάμενα
θεϊκά ξένα.

ΆΓΩΝ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Σκίσε
το ουδέτερο χρόνο

Σπάσε τον σαν ακίνητο νερό
στο κέντρο του κοσμικού γυμναστηρίου
όπου το χάος των μορφών
επαναλαμβάνει το ιερό της όρασης
μέχρι την απώλειά του.

Απέναντι στο βλέμμα μου στέκεται
ο αναστραμμένος έφηβος
το αντιστραμμένο μου διπλό σα χαλκό του καθρέφτη
σώμα φωτός προσφερόμενο χωρίς αγγίγματα.

Αυτό το βλέμμα μπορεί να κοιτάζει μόνο έμενα.
Διαπερνά τη διαφάνεια του ματιού μου
σαν αργό βέλος
σαν χλιαρό λάδι στο δέρμα
πριν τη μάχη.

Σε βλέπω στη στιγμή
που γδύνομαι από τον εαυτό μου.

Μπαίνουμε στο άμνηστο πεδίο του κόσμου
πέραν του ονόματος
πέραν του πατέρα
όπου οι περιγράμματα διαλύονται
σαν αγάλματα παρατημένα στη θάλασσα.

Δεν υπάρχει πια ούτε δάσκαλος ούτε μαθητής
ούτε υποκείμενο ούτε εικόνα
αλλά μια ιερή ένταση
ένα εσωτερικό σώμα ορθωμένο
προς ένα άλλο εσωτερικό σώμα.

Επιθυμία χωρίς χείρα
ένωση χωρίς αγκαλιά
ιερογαμία του ίδιου με το ίδιο.

Και αυτή η αρχέγονη ίλιγγος :
να βλέπομαι
να διαπερνώμαι
από τον άνθρωπο που είμαι
όταν γίνομαι ολοκληρωτικά βλέμμα.

ΧΑΜΑΜ

« Κάθαρση των σωμάτων » –
η λέξη αντηχεί κάτω απ’ τον τρούλο
ανακατεμένη με τους ατμούς των λουτρών
εκεί που ο λίθος ακόμα ιδρώνει το πέρασμα του Άλλου…

Μήπως μέσα στη σάρκα
υπάρχουν χημικά εμπόδια
μυϊκές συσπάσεις
κόμποι από αλάτι και κόπο
που φράζουν την καθαρή ανάβαση
της σκέψης
και του εσωτερικού λόγου ;

Στο λουτρό
τα σώματα λύνονται χωρίς λόγια.
Το ζεστό νερό δουλεύει τους ώμους
ξελύνει τις οσφύες
μαλακώνει ό,τι η πόλη έσφιξε για καιρό.
Τότε η σκέψη κατεβαίνει στα μέλη
και η γλώσσα παύει να είναι αφηρημένη :
γίνεται αναπνοή.

Γύρω από την κολυμβήθρα
άντρες στέκονται σε μια αρχαία ισότητα.
Η γυμνότητα δεν είναι προσφορά
είναι κατάσταση.
Μια σιωπή κυκλώνει
φορτωμένη με πλάγια βλέμματα
με προσεκτικές παρουσίες που δεν παίρνουν
αλλά αναγνωρίζουν.

Εδώ μπορεί να γεννηθεί
η αναγέννηση του σώματος –
όχι ως ξεχωριστό άτομο
αλλά ως ολότητα που επιστρέφει
στον δημιουργημένο κόσμο.
Ένα σώμα που στέκεται μπροστά
στην ψυχή του σύμπαντος
σαν ο έφηβος μπροστά στο άγαλμα :
όχι για να το μιμηθεί, αλλά για να θυμηθεί.

Γιατί και το σύμπαν είναι
ένα σώμα γεμάτο ψυχή
και στους ατμούς των λουτρών
οι σύνοροι μαλακώνουν :
σάρκα ανθρώπινη
σάρκα κόσμου
ίδια ζέστη
ίδια παλμότητα.

Μετά τις ημιτελείς εορτές της πόλης
μετά τις μέθες χωρίς μυήσεις
έρχεται η μοναξιά –
όχι η φυγή
αλλά η ιερή απόσυρση.

Στ’ ακρογιάλι του λουτρού
στα χείλη του ακίνητου νερού
η σιωπή πυκνώνει.
Είναι γεμάτη μυστικά ηλιοτρόπια
άφωνα τραγούδια χαράς
μια συγκρατημένη λατρεία
που κυλά κάτω απ’ το δέρμα.

Και τότε
σ’ αυτήν την κοινή μοναξιά
το καθαρμένο σώμα μαθαίνει
επιτέλους να σκέφτεται
όπως αναπνέει
και να αγαπά
χωρίς να σπάει την ισορροπία του κόσμου.

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Από το σάρκινο ξεκίνημα
όχι δύναμη αλλά κάλεσμα –
κάτι ανοιγόταν
μια ζεστή πόρτα στο νυχτερινό των σωμάτων.

Τα δέντρα εκεί κρεμόντουσαν
όρθια δέρματα
τα κλαδιά τους ψάχνοντας την καμπύλη ενός άλλου ανθρώπου εκεί που το βάδισμα γίνεται προσφορά.

Περπατούσα φλόγα
και τα βήματά μου ήξεραν το όνομά σου χωρίς να το πουν.
Οι νύχτες γονάτιζαν
τα ασθενοφόρα γεμάτα κλεμμένες κραυγές
στάθμευαν –
σαν να ’χε αναγνωρίσει ο θάνατος
έναν από τους γιους του που γύρισαν νωρίς.

Στο κέντρο
εκεί που η γλώσσα είχε πεθάνει –
όχι από σιωπή αλλά από υπερβολή –
βασιλεύει το χάσμα :
μαύρη λεκάνη
κρεβάτι των ξαναρχών.

Οι μηροί ευάλωτα νησιά
κρατούσαν το κύμα
μνήμη ενός θεϊκού σώματος
που το έσκισαν πολλές χέρες
πολλή πείνα
πολλή αγάπη.
Τα ρούχα έριχναν εκεί τις σκιές τους
λείψανα ανδρών που εγκαταλείφθηκαν βιαστικά
κρεμασμένα στα συρματοπλέγματα του κόσμου
στα λεξικά πολύ στενά
για να πουν την επιθυμία ανάμεσα σε όμοιους.

Γύρω από τα χαλαρά μέλη του θανάτου –
αυτή η πλάνη της ησυχίας –
φρουρούσαμε εμείς
δαντέλες δέρματος πάνω σε δέρμα
δωμάτια χωρίς παράθυρα
όπου η ανάσα ξαναγινόταν μυστήριο.

Γιατί ο θεός δεν είχε χαθεί.
Χτυπούσε ακόμα
θρυμματισμένος στις πλάτες μας
στη ζέστη των οσφύων
στη νυχτερινή αγκαλιά
που ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον άνθρωπο
χωρίς καθρέφτη.

Ο Ζαγρεύς επέστρεφε έτσι:
όχι ολόκληρος
όχι αγνός
αλλά ζωντανός –
σε κάθε σώμα που τολμά να αφήσει τον εαυτό του
να σχιστεί από την επιθυμία
για να ξαναγεννηθεί καλύτερα.

ΤΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΟΜΟΙΟΥ

Έλεγα: μπαίνω
αλλά το κατώφλι υποχωρούσε
με ακρίβεια οστού.
Κάτω από το δέρμα
κάτι μετρούσε
χωρίς να ξέρει να μετρά.
Η επιθυμία είχε φορέσει τις σανδάλες της
ανάποδα
και προχωρούσε όμως.
Υπήρχε ένα φως που δεν φώτιζε τίποτα
παρά μόνο την κούραση των μορφών.
Το έλεγαν ηλιακό από συνήθεια.
Είδα τον άλλον πριν ακόμα να είναι εκεί
ακουμπισμένος στη μέση μου
σαν ένα αποδεκτό λάθος.
Ήταν ίσος μου και σφάλμα μου.
Δεν κάναμε τίποτα και όλα συνέβαιναν.
Η λεκάνη έγινε δημόσιος χώρος.
Το στήθος μια διοικητική σιωπή.
Μιλάγαμε για ενότητα
αλλά της έλειπε το μισό.
Μιλάγαμε για δύο
αλλά κανένας αριθμός δεν κρατούσε.
Άγγιζα
εκεί που δεν μπορούσα
και έτσι έγινε η επαφή.
Δύο φύλα ανακοινώνονταν
αλλά κανένα δεν παρουσιαζόταν.
Τότε εμφανίστηκαν αλλού :
στη φωνή
στην άρθρωση της ανάσας
στην άσχημα κλειστή άρθρωση των ισχίων.
Έλεγαν : Μῦστρον.
Αυτό δεν εξηγούσε τίποτα
αλλά ησύχαζε το ακροατήριο.
Έβλεπα με αυτό που έλειπε από τα μάτια.
Απολάμβανα με αυτό που αρνιόταν στο σώμα
την λειτουργία του.
Η απόλαυση δεν ήταν ευχάριστη –
ήταν ακριβής.
Ο άλλος με κοίταζε χωρίς βλέμμα.
Ηξερε αυτό που είχα ξεχάσει
πριν καν το μάθω.
Ήμασταν όμοιοι σαν δύο προτάσεις
που δεν δέχονται το ίδιο ρήμα.
Αυτό έφτανε.
Κάτι ήθελε να βγει από το σώμα
αλλά δεν ήταν η ψυχή.
Κάτι ήθελε να μείνει
αλλά δεν ήταν η σάρκα.
Τότε το πάνω κατέβηκε
και το κάτω ανέβηκε
χωρίς να συναντηθούν.
Εκεί κατάλαβα
πως τελούνταν το τελετουργικό.
Ο φόβος έφυγε
όχι από θάρρος
αλλά από έλλειψη χώρου.
Έμεινα
σαφής μ’ μια άχρηστη σαφήνεια
κρατώντας μέσα μου αυτό που δεν κρατείται :
την επιθυμία άθικτη
γιατί ποτέ δεν ικανοποιήθηκε.
Μιλάω ακόμα
αλλά μιλά η αντίφαση.
Περπατάω
αλλά προχωρά το διάστημα.
Και αυτό που απαντά
δεν είναι ούτε θεός ούτε άνθρωπος
αλλά η σύντομη συμφωνία
μεταξύ του βλέπειν και του απολαμβάνειν
όταν κανένα από τα δύο
δεν ξέρει γιατί.