“Στο φως των αργών πραγμάτων”

(En la luz de las cosas lentas)

 

Υπάρχει ένας τρόπος που το όνομά σου

ακουμπά πάνω στον κόσμο

όπως το δειλινό πάνω στα κουρασμένα κεραμίδια.

 

Δεν είναι ήχος,

είναι ένας τρόπος να μένεις.

 

Όταν σε σκέφτομαι,

τα πράγματα χάνουν τη συνηθισμένη τους βιασύνη,

σαν ο χρόνος

να ξυπόλυτος περπατούσε για να μην μας διακόψει.

 

Έχω δει την αγάπη σε άλλες μορφές:

επείγουσα, αδέξια,

σχεδόν βίαιη στην ανάγκη της να ανταποδοθεί…

 

μα το δικό μας

έχει την υπομονή της ρίζας,

τη μυστική βεβαιότητα

αυτού που μεγαλώνει χωρίς να ζητά άδεια.

 

Και τότε καταλαβαίνω

πως δεν καίγεται κάθε αγάπη:

 

μερικές

φωτίζουν.

 

Και τότε δέχομαι πως δεν σε αγαπώ

σαν κάποιος που ανακαλύπτει κάτι νέο.

Σε αγαπώ

σαν κάποιος που θυμάται

κάτι που ήταν πάντα δικό του

μα δεν ήξερε να το ονομάσει.

 

 

***

“Δεν ήταν τυχαίο”

(No fue casualidad)

 

Δεν ήρθες όπως έρχονται οι άνθρωποι,

ήρθες όπως έρχονται οι απαντήσεις

όταν κάποιος έχει κουραστεί πια να ρωτά.

 

Δεν έκανες θόρυβο,

μα άλλαξες τα πάντα.

 

Ερχόμουν από το να μαθαίνω να επιβιώνω,

να μετρώ τις λέξεις,

να μη μένω πολύ σε κανένα μέρος…

 

κι ύστερα εμφανίστηκες εσύ

με εκείνον τον τρόπο σου

που με έκανε να νιώσω πως το να μείνω

δεν ήταν να χαθώ.

 

Δεν ξέρω πότε

σταμάτησα να αμύνομαι απέναντί σου,

μα ούτε θέλω να το μάθω.

 

Γιατί μαζί σου

δεν ένιωσα κίνδυνο…

ένιωσα σπίτι.

 

Κι αυτό —Ειρήνη—

δεν συμβαίνει δύο φορές στη ζωή.

 

 

 

****

“Το όνομα που προφέρω”

(El nombre que pronuncio)

 

Αν πω Ειρήνη, ο κόσμος γαληνεύει,

και στη φωνή του η ώρα καθυστερεί·

ένα φως μέσα στη σιωπή σου αναδύεται

και τον ίδιο τον χρόνο στο ρεύμα του κρατεί.

 

Δεν είναι φωνή: είναι ένας πιο μυστικός τρόπος

να γίνεται η ψυχή πυξίδα και αυγή·

γιατί όπου είσαι, η ζωή γλυκαίνει

κι ακόμη και η παλιά πληγή τιμάται.

 

Ν’ αγαπάς δεν είναι να κατέχεις ό,τι ονομάζεις,

ούτε να δένεις τον παλμό στον φόβο να σε χάσω·

είναι να είμαι μέσα σου η ειρήνη που δεν ξαφνιάζεται.

 

Γι’ αυτό, αν η μοίρα θελήσει να σε νικήσει,

ας με βρει μέσα σου, λυμένο πια στη σκιά σου,

γιατί στο φως σου έμαθα να μη σε φοβάμαι.

 

 

****

“Ποίημα της παράδοσης”

(Poema de la entrega)

 

Δεν ήταν ο ίλιγγος που με οδήγησε σε σένα,

ούτε εκείνη η γλυκιά τύφλωση

με την οποία συχνά μπερδεύονται οι παρορμήσεις.

 

Ήταν κάτι πιο βαθύ.

 

Σαν στο ίδιο το κέντρο του κινδύνου

να υπήρχε μια αλήθεια που περίμενε να βιωθεί.

 

Από τότε,

κάθε όριο έπαψε να είναι σύνορο

και άρχισε να μοιάζει με κατώφλι.

 

Γιατί ν’ αγαπάς —το κατάλαβα αργά—

δεν είναι να υπόσχεσαι αδύνατα,

ούτε να πυρπολείς τον κόσμο για να αποδείξεις μια πίστη·

 

ν’ αγαπάς

είναι να αφήνεις την ψυχή στην ύπαιθρο

χωρίς τη βεβαιότητα πως θα προστατευτεί.

 

Κι όμως, να μένεις.

 

Αν έπρεπε να διασχίσω τη νύχτα χωρίς όνομα,

θα το έκανα,

όχι από κατόρθωμα

ούτε από παράλογη δίψα για το ηρωικό,

αλλά γιατί υπάρχουν παρουσίες

που δικαιολογούν την πτώση

και δίνουν νόημα ακόμη και στην άβυσσο.

 

Τι άλλο είναι η αγάπη,

παρά αυτή η αργή μορφή παραίτησης από τον φόβο,

αυτό το να μαθαίνεις να χάνεσαι

χωρίς να χάνεσαι στ’ αλήθεια.

 

Έχω δει ανθρώπους να προσκολλώνται στο ασφαλές,

να υψώνουν τείχη,

να ονομάζουν σύνεση τη δειλία τους.

 

Μα υπάρχουν στιγμές —σπάνιες, αμετάκλητες—

όπου η ζωή απαιτεί μια ολική προσφορά:

 

όχι ένα μέρος,

όχι μια χειρονομία,

όχι μια μισή υπόσχεση,

 

αλλά ό,τι είναι κανείς

τρέμοντας.

 

Κι εκεί

η αγάπη παύει να είναι λέξη

και γίνεται μοίρα.

 

 

*****

“Σε ευλογώ”

(Yo te bendigo)

 

Σε ευλογώ, γυναίκα,

με τη γλυκύτητα της δρόσου

που μαθαίνει στο σιτάρι να σηκώνεται,

με τη λεπτή μελωδία

ενός καναρινιού

που σαγηνεύει τον άνεμο.

Σε ευλογώ

στον γαλήνιο παλμό

που δεν βιάζεται,

μα παραμένει.

Στο δειλινό,

στη νύχτα,

στη μυστική θαλπωρή

όπου το σώμα θυμάται

ό,τι  η ψυχή ήδη γνώριζε.

Και σε εκείνη τη σιωπηλή παράδοση

που δεν χρειάζεται όνομα,

για την καρδιά μου

φτάνει το στήθος σου,

και για τη δική σου ελευθερία

φτάνουν τα φτερά μου.

 

*****************************************************

 

O Γεοβάνις Βάγιε Ρόχας (Sancti Spíritus, Κούβα, 1991) είναι Κουβανός συγγραφέας, ποιητής, ψυχολόγος, ακαδημαϊκός και ερευνητής. Υπήρξε Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Sancti Spíritus «José Martí Pérez» και μέλος της Κουβανικής Ψυχολογικής Εταιρείας. Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία σε είδη που εκτείνονται από την ποίηση και το μυθιστόρημα έως το εθνογραφικό δοκίμιο, το ακαδημαϊκό κείμενο και τη ψυχολογική διάδοση, με εκδόσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Κούβα και τη Μολδαβία. Ανάμεσα στους ποιητικούς του τίτλους περιλαμβάνονται τα Adentro del alma… sí hace ruido (2019), Ori. Santa Palabra (2023), Luna de Ciervo (2024), Ópalo Negro (2025) και Eirini: el tiempo imperfecto del amor (2026). Πολλά από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, πορτογαλικά, γερμανικά, ρωσικά και πολωνικά. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά της Χιλής, της Αργεντινής, της Ισπανίας, της Κούβας και του Ισημερινού. Ζει μόνιμα στην Αθήνα, Ελλάδα.