Τα στόματα ανοιχτά διάπλατα να δαγκώσουν τον ρόλο που μας δώσανε.
Ψεύτικος, πικρός φοβάται την αλήθεια
Φοβάται τον άνεμο, άγριος γδέρνει το πετσί, φοβάται το νερό, διψασμένος στεγνώνει τη βροχή.
Μυριάδες σταγόνες ξελογιάζουν τα φύλλα.
Το μεδούλι χύνεται στην αυταπάτη και κάπου εκεί έξω ένα φιλί ετοιμοθάνατο
Τόσο ήσυχα, τόσο ακόμα…
***
Η σειρά μου τώρα…
Και ήθελα να σε ρωτήσω ποια είναι η απάντησή σου;
Ένα παλιό τραγούδι ή μια νέα σιωπή; Δύο κίτρινες λέξεις ή ένα άγνωστο βλέμμα. Μια ιστορία που διαβάζω ή ένα μυστικό που μόλις αρχίζω να λύνω.
Και ήθελα να σε ρωτήσω τι φανταζόσουν… Έναν καθαρό ουρανό
Ή δύο ατελείωτες θάλασσες;
Ένα αόρατο χάδι ή τρεις ξεχασμένες στροφές στα όνειρα.
Μια δυνατή ανάμνηση ή δύο σκιές του μέλλοντος.
Δύο άγνωστες λέξεις στον αέρα ή εμένα που δεν γνώρισες ποτέ…
Τι φοβάσαι; Ένα πρωί Δευτέρας ή δύο φύλλα που πέφτουν σε ένα δάσος
Δύο λέξεις, μια απόσταση, ένα ξεκίνημα ή ένα αντίο;
***
Βυθίστηκα στην αύρα της σάρκας, όπως μπαίνει κανείς σε έναν κρεμαστό κήπο ξεχασμένο, με δέος, με φόβο, με την αίσθηση ότι κάτι άγνωστο περιμένει.
Ένας αρχαίος ναός, με μεσσίες στίχων, να προσκυνήσω. Τα μάτια δεν ζητούσαν απάντηση, έστηναν μονοσάνδαλη ερώτηση. Τα λόγια δεν ζητούσαν ομοιοκαταληξία έστηναν μυστήριο γόρδιου δεσμού.
Η σιωπή της πνοής είχε τη γεύση του ανέμου σε σώμα άσπιλο, τη μυρωδιά χρυσόμαλλης βροχής σε πάλευκο σαρκίο μετά την καταιγίδα.
Όταν πλησίασα, κατάλαβα πως οι σκιές ορίζουν τον έρωτα, εισχωρούν βαθιά με σαρκώδη επίθετα.
Τα χείλη ακίνητα… γνώριζαν ότι κάθε κίνηση τους θα ήταν αποκάλυψη ασύλητων κτερισμάτων.
Η ανάσα βαριά, σαν από μηχανής Θεός αισθητή στο δέρμα το έγλειφε χωρίς να το αγγίξει.
Πόθος, όνειρα, μυστικά που δαγκώνουν την σκέψη και αφήνουν ίχνη ένοχης καταστροφής.
Σε άγγιξα με το μυαλό, το φίλησα. Ακούμπησα την νύχτα του κορμιού και χάθηκα. Αυτό ήθελα, πτώση αμαρτωλή με αντίδωρο και μεταλαβιά μαζί.
Άκουγα να ψιψιρίζεις το όνομά μου χωρίς φωνή.
Έτοιμη να καώ για να με θυμάσαι ως το όγδοο θαύμα!









