ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΛΙΚΕΡ

Ο Πασκάλ ήταν ένα ιδιαίτερο πλάσμα. Όταν γεννήθηκε οι γιατροί ενημέρωσαν τους γονείς του γι’ αυτή την σπάνια ουσία, που βρίσκεται στο αίμα του και αντιδρά στην υπερβολική αγάπη, η οποία μπορεί να τον αφανίσει. Δεν υπήρξαν ποτέ διαχυτικοί μαζί του, μάλλον ψυχροί, ώστε να τον εκπαιδεύσουν να μάθει να ζει χωρίς να αγαπά και ν’ αγαπιέται. Και τα κατάφεραν μια χαρά, μέχρι που ο Πασκάλ συνάντησε την Άννα μια βροχερή μέρα στο μετρό. Ένα από εκείνα τα βίαια φρεναρίσματα προσγείωσε την Άννα στην αγκαλιά του. Το συναίσθημα ήταν ακαριαίο. Υγρά σωματίδια από την ουσία στο αίμα του άρχισαν βροχή να τρέχουν απ’ τα μάτια του. Η έλξη ήταν αμοιβαία. Η Άννα τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά και κάτι ανεξήγητο την τραβούσε κοντά του. Δεν χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να γνωριστούν. Ήταν σαν να γνωρίζονταν από πάντα. Η Άννα τον ήθελε και του το έδειχνε με κάθε δυνατό τρόπο. Ο Πασκάλ ήξερε πως, μπορεί και να μην έβγαινε ζωντανός απ’ αυτόν τον έρωτα, το πάθος του, όμως, ήταν πιο δυνατό και τον νικούσε κάθε φορά, που βρισκόταν κοντά της. Όταν τη φίλησε για πρώτη φορά ένιωσε τα χείλη του να λιώνουν. Όταν έκαναν έρωτα για πρώτη φορά, το σώμα του έγινε διάφανο και μόνο το περίγραμμά του φαινόταν στον χώρο. Αποφάσισαν να χωρίσουν. Ο Πασκάλ άρχισε να αποκτά πάλι την κανονική του μορφή, αλλά δεν άντεξε για πολύ μακριά από την αγαπημένη του. Η Άννα τον απέφευγε για να μην του κάνει κακό. Ο έρωτάς τους ήταν πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις τους. Έκαναν έρωτα για τελευταία φορά. Ο Πασκάλ έγινε αόρατη ύλη στον χώρο, μνήμη που δεν αγγίζεται, περίγραμμα που δεν φαίνεται. Άφησε πίσω του, όμως, ένα γλυκόπικρο συναίσθημα, σαν το λικέρ που το μυρίζεις και εισχωρεί στα πιο μακρινά σου κύτταρα και σε πλημμυρίζει ηδονή, αλλά που δεν μπορείς να το πιεις.

***

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΜΑΖΟΝΑ

Το δάσος ήταν σκοτεινό. Η ώρα είχε περάσει χωρίς να το καταλάβει, αλλά δεν την ένοιαζε. Καιρό τώρα λαχταρούσε έναν περίπατο μέσα στη νύχτα. Άλλωστε η νύχτα κατοικούσε στο κεφάλι της. Συχνά ανάμεσα στα αχτένιστα μαλλιά της φώλιαζαν νυχτοπεταλούδες και μικρά νυκτόβια έντομα, για τα οποία δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Ποιός τάχα θα την πίστευε; Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα, τα στήθη της δεν χωρούσαν πια στο παιδικό φόρεμα και ο μικρός βολβός ανάμεσα στα πόδια της είχε ανθίσει επικίνδυνα. Αγνοώντας την άρνηση της μητέρας της η νεαρή ξανοίχτηκε στο δάσος παίρνοντας μαζί της τον σουγιά, που της είχε αφήσει η γιαγιά της, πριν εγκλωβιστεί για πάντα στην κοιλιά εκείνου του μαύρου λύκου. Το κρώξιμο της κίσσας αντήχησε μέσα της σαν πανάρχαια γλώσσα. Καθώς προχωρούσε πιο βαθιά στο δάσος διέκρινε μια σκιά με σώμα ανθρώπου και κεφάλι λύκου να περιφέρεται ανενόχλητη λίγα μέτρα μακριά της. Η σκιά έκοβε φυτά και τα έτρωγε και στη θέση τους φύτρωναν άλλα. Της φάνηκε μάλιστα, πως τα φύλλα τους ήταν ζωντανά χέρια, που την καλούσαν κοντά τους. Η κοπέλα έβγαλε τον σουγιά από την τσέπη της και ακολούθησε την σκιά σαν υπνωτισμένη. Λίγο μετά η σκιά μ’ ένα πήδημα βρέθηκε μπροστά της. Το φεγγάρι ξεπρόβαλε πίσω από τα σύννεφα και τότε τον είδε. Ήταν αυτός. Ένας καλοντυμένος νεαρός άντρας με πράσινο κοστούμι και κεφάλι λύκου. Με μια επιδέξια κίνηση της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο. Εκείνη το πήρε και το έφερε στη μύτη της. «Είσαι πολύ όμορφος», του είπε. «Μπορείς να με χαϊδέψεις, αν θέλεις». Ο νεαρός σήκωσε διστακτικά τα χέρια του και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα από τα μαλλιά της. «Τα μαλλιά σου είναι σαν αγκάθια», είπε εκείνος ρουφώντας το αίμα, που έτρεξε από το δάχτυλό του. «Είναι η πρώτη φορά που με αγγίζει κάποιος», δικαιολογήθηκε και τον παρότρυνε να συνεχίσει. Ο νεαρός δίστασε και τότε η κοπέλα, πήρε το χέρι του και το έβαλε στο μπούστο της. Μόλις ένιωσε τη ζεστασιά του σώματός της δυο κοράκια πέταξαν ξαφνικά μέσα από το στήθος της και του μάτωσαν τα χέρια. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Είναι η πρώτη φορά που κάποιος αγγίζει το κορμί μου» και πήρε τα ματωμένα χέρια του και τα έχωσε άπληστα ανάμεσα στα πόδια της. Ο μικρός βολβός μεγάλωσε ακαριαία και ανάμεσα απ’ τα πόδια της ξεπρόβαλε μια νυχτερίδα, που κατασπάραξε μονομιάς τα χέρια του νεαρού. «Αυτά παθαίνει όποιος τα βάζει με γυναίκες», του φώναξε χαιρέκακα. Η στιγμή είχε φτάσει. Με τον σουγιά της έκοψε το νήμα του χρόνου και πήδηξε από το παραμύθι στον μύθο. Το εξώφυλλο έκλεισε βαρύ πίσω της. Όσοι την έχουν συναντήσει, μιλούν για μια αμαζόνα με κατακόκκινα χείλη κι έναν σουγιά στο θηκάρι της, να καλπάζει ορμητική σαν θύελλα, ενώ άλλοι έχουν δει τη μορφή της χαραγμένη σε νεκρά σώματα ανδρών.