Το σύνδρομο της δάφνης
Η δάφνη που φύτρωσε μέσα του
αρνείται ν’ ανθίσει.
Τις ρίζες της τύλιξε στα πλοκάμια της μνήμης,
σφραγίζοντας νευρώνες.
Στου Δείμου το βλέμμα ταράζεται
κι αναδιπλώνεται
τον πανικό της συστρέφοντας
ως την Κερκόπορτα του χρόνου.
Ασφυκτιά στις στενωπούς του ιππόκαμπου,
το τοπίο θολώνει
στη ζώνη της εύθραυστης νευρογένεσης.
Λογισμικά κακόβουλα
αποδομούν του νου το καταφύγιο,
λεηλατούν τη σκέψη στα σπάργανά της,
συντρίμμια όμως του κόσμου του
με μονοσύλλαβες λέξεις αναδομούν
καμπαναριά, ν’ ακουστούν λειτουργίες
κι απ’ τα Πάθη ψαλμωδίες.
Στ’ ακίνητο βλέμμα του αντανακλάται
της Δάφνης το πάθος
να βυθίσει τη ρίζα της,
την απόφασή της ν΄ αναδυθεί, σφίγγοντας το τρόπαιο
στο σημείο μηδέν της γραφής.
Μέσα του σκύβει,
σηκώνει το πρώτο σπασμένο κιονόκρανο
που βρίσκει μπροστά του.
Τρέχουν οι αγάπες του κιόλας
σε λειμώνες άβατους,
σε πεδία χαμένων μαχών
γυρεύοντας ρίζες
να ξαναφυτρώσει η δάφνη.
***
Ομέρ, ο εξωμότης
Τη μέρα που πριόνιζαν
το δέντρο τη γης
σ’ αλλοτινούς καιρούς,
πέρασαν οι επίγονοι εκδρομείς
στην όχθη αντίπερα
για να μπολιάσουν στον κόρφο τους
τις κόκκινες νύχτες.
Τα ξένια δάκρυά τους τα είχαν φυλαγμένα
στη χαράδρα της αλεξίσφαιρης μνήμης.
Ήχοι λύρας βραχνής τους υποδέχθηκαν
χορεύοντας στην πλατεία,
γύρω απ’ τον πλάτανο με τις θεόρατες χορδές
– ανιστορούσαν δίσεκτα στην αράδα χρόνια –
κι αναπηδούσαν στο πλακόστρωτο
τα γιατί της αδικίας.
Απ’ τα καπνισμένα βλέμματα της πλαγιάς
τους κοίταγαν με ορθάνοιχτα παραθυρόφυλλα τα σπίτια
που μόλις έμαθαν τον ερχομό τους
ντύθηκαν δέντρα που άπλωναν τα χέρια τους
απ’ τις χαραγματιές της προσμονής
να τους καλωσορίσουν,
γέρνοντας με λαχτάρα προς τα χείλη τους
τις άσκεπες στέγες.
Λιγοστά τα σακατεμένα μνήματα·
κι όμως αντέχαν.
(Το μέρος με τις βαθιές πληγές,
κωπηλατώντας στον χείμαρρο που ανάβλυζε
απ’ την αύλακα κιονόκρανου,
εντοιχισμένου στο αλφάβητο της άλλης γλώσσας,
τους τό ’δειξε, διστακτικά, ο Ομέρ, ο εξωμότης).
Κι αφού στάθηκαν ώρες ακίνητοι
ακούγοντας θροΐσματα τεμαχισμένων ψυχών,
κίνησαν να φύγουν
με τις θηλιές να κρέμονται
σταυρουδάκια στο λαιμό τους.
Τους συνόδευσε μέχρι το ραγισμένο αντίο ο Ομέρ.
(- Εσύ ’σαι Ρωμιός, τον λαβώνανε οι άλλοι με δάκτυλο υψωμένο,
μέχρι και τώρα στα βαθιά γεράματα των ισολογισμών.)
– Ο Θεός να μας συγχωρήσει, ψέλλισε.
Αιώνες είχε να προφέρει τη λέξη με τόση κατάνυξη
ο Όμηρος απ’ την Αμάσεια.
Κι όταν το λεωφορείο ήχησε τον δεύτερο ξεριζωμό,
ένας κτύπος πετάχτηκε απ’ τα βαθουλωμένα μάτια του
κι έτρεξε ξοπίσω απ’ τη σκόνη
της αλεξίσφαιρης μνήμης.
***********
Ο Σοφοκλής Απ. Μητρούσιας υπηρέτησε ως φιλόλογος σε Δημόσια Λύκεια στην Ελλάδα και στη Γερμανία και αφυπηρέτησε ως σχολικός σύμβουλος. Συνέγραψε σχολικά βοηθήματα σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους (Γρηγόρης, Πελεκάνος) και μία ποιητική συλλογή (“Σιωπηλή Πορεία). Ποιήματά του έχουν βραβευθεί κατά καιρούς σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και συμπεριληφθεί σε ανθολογίες.









