Ο ΧΡΗΣΜΟΣ

 

Τούτες τις νύχτες, όταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου γράφω,

η μισή σελίδα μου σκιές γεμίζει,

η άλλη μισή παράξενα πουλιά.

Αθέατες περικοκλάδες γκρεμών απ’ το χέρι με τραβούν,

στο δάσος της σιωπής να με παν,

της λήθης τους καρπούς να μου δείξουν.

Στου έλους τα σαπρόφυτα, πλάι στο γεφύρι του δειλινού,

τα χάρτινα πουλιά, τη σελίδα αφήνοντας, φτεροκοπούν,

ένα κοροϊδευτικό «κροκ μορ, κροκ μορ, κροκ μορ, κροκ μορ»,*

μέσ’ από τα κυρτά τους ράμφη για να μου στείλουν.

 

(Ποιος τυφλός μάντης σε τούτο τον χρησμό Μοίρας σήμα θα δει;

Ποιος αθέλητος θύτης με τούτο τον χρησμό τις Ερινύες θα εξευμενίσει;).

 

*Croque – mort, στα γαλλικά.

 

***

 

ΕΙΣ ΠΛΑΤΕΙΑΖΟΝΤΑ ΠΟΙΗΤΗΝ

 

Τη ροή των λέξεων, των εικόνων, των ιδεών

που απ’ της γραφίδας σου την άκρη σαν χείμαρρος ξεχύνονται,

προσπάθησε, ποιητή, να τιθασεύσεις.

Το διάκενο μεταξύ στοχασμού και λόγου

που δρόμοι πολύστροφοι συχνά το καλύπτουν,

με βραχείας πρόσβασης διαβάσεις γεφύρωσε.

Εκδίωξε της ευκολίας τον πειρασμό,

της δεξιότητας τον ναρκισσισμό,

του ενστίκτου το θράσος.

Δείξε, ως αρχαίος επιγραμματοποιός,

πόσο η φιλοπονία την αφαιρετικότητα προικοδοτεί,

πόσο η αφαιρετικότητα την εμβάθυνση πυροδοτεί,

πόσο η εμβάθυνση τον ψυχισμό εμπλουτίζει.

Και αναρωτήσου, ως αρχαίος δρομέας οξυδερκής:

Πότε ο άνεμος πιο δυνατά φυσά;

Σ’ ενός δολίχου τη λελογισμένη αναπνοή

ή σ’ ενός σταδίου την πυρετώδη ανάσα;

 

***

TO ΣΑΚΑΚΙ

 

Ο άνδρας αυτός ανάποδα το σακάκι του έβαζε,

σαν πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία

(«καλύτερα, έτσι, τη ψυχής μου τη φόδρα

ο Ύψιστος θα βλέπει», έλεγε).

Κι όταν στην παράγκα του, κατόπιν, μόνος βρισκότανε,

την πλήξη σαν την ξεφτισμένη φόδρα του ξήλωνε,

στο γέρικο βιολί του ταγκό ξεχασμένα ξυπνώντας.

 

Ο άνδρας αυτός για προσκεφάλι το σακάκι του έβαζε

(«πιο ζεστά όνειρα έτσι θα βλέπω», σκεφτόταν)˙

για σημαία, στις εθνικές γιορτές, ψηλά το αναρτούσε

(«έτσι η πατρίδα καλύτερα θα κυματίζει», μας διαβεβαίωνε).

Τις άδειες νύχτες, όταν όλοι για τη βροχή μιλούσανε,*

αυτός, με το βρεγμένο σακάκι του έπιανε κουβέντα,

ξέροντας πως ετούτο, καλύτερα απ’ όλους, θα τον καταλάβαινε.

 

Ο άνδρας αυτός, μια μέρα, το σακάκι του κανονικά φόρεσε

(την ψυχή του, στο εξής, ο Ύψιστος απευθείας θ’ αντίκριζε)˙

για προσκεφάλι του δεν το έβαλε

(όνειρα, πια, δεν θα έβλεπε)˙

στην εθνική γιορτή, ψηλά δεν το ανήρτησε

(πατρίδα, πλέον, δεν θα είχε).

Και κανείς το χειρόγραφο σημείωμα, στη μέσα τσέπη του, δεν πρόσεξε:

«Για τους λοξούς και τους αλαφροΐσκιωτους, που κάτω κει θα κρυώνουνε,

χρήσιμο, θαρρώ, ετούτο θα ’ναι» .

 

 

* Πρβλ «Τις άδειες νύχτες που όλοι μιλούσαν για τη βροχή» Από «Τις άδειες νύχτες» (Στίχοι Γ. Παπαστεφάνου, Μουσική Γ. Κοντογιώργου, με την Αρλέτα)

 

***

ΤΑ ΑΝΤΙΔΩΡΑ

 

Αφιερωμένο στην Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

 

Α: Δρόσισα το γάλα των μαστών σου, χαρίζοντάς τους χίλια χάδια.

Γ: Έδιωξα τη δίψα σου σε μέρες λειψυδρίας με το δροσάτο μου γάλα.

 

Α: Φώτισα τα βαθύσκιωτα μάτια σου, φιλώντας τα στου πόνου την άψη.

Γ: Πέτρωσα τους κρυφούς εφιάλτες σου με των ματιών μου τη λάμψη.

 

Α: Στόλισα την γκρίζα σου μέρα, μιαν ίριδα στον θόλο προβάλλοντας.

Γ: Κόμισα ελπίδα στη μουντή σου εβδομάδα, μια μέρα γελαστή παρεμβάλλοντας.

 

Α: Στόμωσα της Ατρόπου το ψαλίδι, το τρυφερό νήμα σου να μην κόψει.

Γ: Έδεσα τον βαρκάρη με το άκοπο νήμα μου, στη βάρκα του να μη σε σπρώξει.

 

Α: Φύτεψα στον κήπο σου παπαρούνες, χρώμα, φως να τον ντύσω.

Γ: Συνέλεξα απόσταγμα ανθών ναρκοφόρων, πλήθος πληγών σου να αλείψω.

 

Α: Ύφανα χαλί μαγικό και σε γαλαξίες, ξαστεριές σε σεργιάνισα.

Γ: Μάζεψα ράκη, ξέφτια ̶ και, χνάρια προς τη χαρά, στον δρόμο σου τ’ άπλωσα.

 

Α: Έπεισα δυο χελιδόνια στου μπαλκονιού σου την κώχη να στήσουν φωλιά.

Γ: Χάρισα στο φιλί μας μια νέα γεύση, τα πουλιά βλέποντας να πλέκουν φιλιά.

 

Α: Θυσίασα του κήπου μου την οξιά, λύρα αρχαία να σου σκαλίσω.

Γ: Ζωντάνεψα τις άπνοες χορδές, τις άυπνες νύχτες σου να νανουρίσω.

 

Α: Έγραψα τ’ όνομά σου σ’ ένα σύννεφο, στο αίμα μου την πένα βουτώντας.

Γ: Δρόσισα την καυτή μοίρα σου, βροχή απ’ το σύννεφό μου γεννώντας.

 

***

ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ

 

Τύλιξα όλα τα όνειρα της μέρας στην πρωινή μου εφημερίδα,

κάτω από τη μασχάλη μου τα ζέστανα.

Κι όταν, μετά, μες στο καφέ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ την άνοιξα,

όλα τα «δυσ» σε «ευ», όλα τα «πλην» σε «συν», όλα τα «πυρ» σε «έαρ» είδα αλλαγμένα.

̶ Δεν θέλω ζάχαρη στον καφέ σήμερα. Έχω μπόλικη μαζί μου,

είπα στο αποσβολωμένο γκαρσόνι.

 

 

****

Ο Αποστόλης Γ. Καρδούλιας γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1951. Είναι συνταξιούχος καθηγητής γαλλικών στη Μέση Εκπαίδευση. Εκπόνησε διδακτορικού στο ΕΚΠΑ με τίτλο «Οι μεταφράσεις των Illuminations του Rimbaud στην Ελλάδα (κριτική προσέγγιση)». (Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το βρουν στο http://thesis.ekt.gr/13651). Έχει δημοσιεύσει σε έντυπα και ηλεκτρονικά λοτοτεχνικα περιοδικά.