Γενεσιουργός αιτία…
Λίγο πριν το πρωί είναι απόρθητα τα όνειρα.
Ένα αεράκι φευγαλέο κομίζει θλίψη και την αποθέτει στα φυτά·
Είναι γκρεμισμένο το σύμπαν κι οι ουρανοί διασταυρώνονται
Απλησίαστοι μες τις σκέψεις μου και προφανώς πάντα ωραίοι!
Είναι θρησκεία το φεγγάρι·
Νύχτες πολλές και ησυχίες γαρνιρισμένες με τον στοχαστικό μου πόνο!
Ένας γραφιάς κατάντησα που σέβεται ευτυχώς την περιπέτεια και το παραμύθι της γραφής·
Ετούτος ο χειμώνας πιο γυμνός απ’ την ζωή μου
Σκαρώνει γύρω μου ολοένα μια ντενεκεδούπολη και πάλι
Πολέμους πράττει και τους αποδίδει στις πλεονεξίες μας
Όταν με νου δεν πάμε πουθενά μόνο βαραίνουμε από αμαρτήματα και φόνο.
Ποιήματα των συλλογισμών μου ανεξακρίβωτα ποιήματα
Δεσπόζουν στον κουρελιασμένο Μάρτιο και λιποψυχούνε
Μην έχοντας κουράγιο να μου συμπαρασταθούνε που μελαγχολώ
Κάπου πίσω απ’ το παράθυρο και προς το σκοτεινό κοιτάζοντας κονάκι
Ενός πουλιού που κρύβει το κεφαλάκι μέσα στα φτερά του.
Από όσες μεριές και να σε μελετήσω είσαι όμορφη
Αγάπη που για πάντα στερεώθηκες μέσα στον κόσμο μου και έξω
Από τον κόσμο μου, τρανή αγάπη
Βελουδένια!
Ό,τι ο κάθε αστερισμός μας κρύβει και μετά γίνεται ανάμνηση
Έρχεται πάλι και πάλι, σαν μια επιστροφή
Στο αίνιγμα το άλυτο, σε προσκυνώ γυναίκα
Που ανασκουμπώνεις τα μανίκια σου και συγυρίζεις την καρδιά μου σαν μια κάμαρα
Που όλη είναι σε αταξία και δεν τόλμησα ποτέ μου να την συμμαζέψω!
Και μετά, όταν όλα λήξουν και δεν μείνει τίποτα να ειπωθεί
Ίσως ένα ψιθυριστό τραγούδι από κάποιον που θα ξέμεινε στην ήσυχη ακρογιαλιά γυρεύει
Να κάνει πιο σωστό το οικουμενικό παράπονο πιο
Ανθρώπινο…
Απόψε μεταφέρω τον μαγνητισμό του κάθε στίχου που δεν τόλμησα να προσεγγίσω·
Κλειδώθηκαν τα σπλάχνα μου να περπατώ με μια κομμένη ανάσα στην ωραία περιπέτεια·
Δεν θέλω να κουράσω το φθαρμένα λεξιλόγια, θα αποσυμφορήσω
Την ουσία του πόθου θα σε ξαναβρώ κορίτσι μου εκεί όπου σε άφησα
Σε ηλικίες της φωτιάς στις εφηβικές μου πάντα ηλικίες
Τότε που θα με ανατίναζε ένα φιλί και θα με άφηνε
Έτσι κουρελιασμένο να παλεύω να κατανοήσω πώς μου ξέφυγε
Η ζωή η δύσμοιρη ζωή η αδυσώπητη
Βουκέντρα!
12/ 3/ 2026
Υπόσχεση…
Ν’ ανταγωνίζομαι τον ίσκιο μου κι από το ύφος του να μην καταλαβαίνω
που με χλευάζει ο τιποτένιος και που με κορόιδεψε
ολοζωής
ο αλητήριος τόσο!
Έτσι κρατώ την νύχτα πάντως και την κάνω συντροφιά, έτσι….
Μπορεί να έγραψα κατάστιχα και να με σκούριασε η πάσα που δεν ήρθε ελπίδα.
Τώρα κανοναρχώ μια μουσική που έρχεται και φεύγει πίσω από τις σκοτεινές κουρτίνες του θανάτου.
Ανάβω ένα κερί στην λύπη μου και αισθάνομαι πίσω από όλες τις νοσταλγίες μου να δικαιώνομαι…
Αν ζω και αύριο, θα πλύνω τα ιμάτιά μου στο βαθύ ποτάμι της αλληλεγγύης…
Ανάδυση…
Από πού ξεφυτρώνει το ρόδο και τίνος το όνομα ψιθυρίζει;
Έρχεσαι απ’ τα έγκατα, ή σχηματίστηκες από αιώνων φωτιά και αορίστου
θαύματος την ευαισθησία;
Νάσε εδώ που η ρέμβη υποχωρεί και ευτυχώς μία νερένια υπόσχεση σε απελευθερώνει
απ’ την ανυπαρξία σου…
Μονάχα σιωπές σε έχουν πει- παράξενο!-
εσύ είσαι από θορύβους καμωμένη και βαθιά αντίληψη θρησκείας
μετέχεις κάθε Ομορφιάς και ένα διαγώνιο μαχαίρωμα σκίζει το καταπέτασμα να φαίνεται
του κορμιού σου το ολοστρόγγυλο πάθος
το αιώνιο.
Δεν σ’ έμαθα ποτέ μου.
Μπρος στην μορφή σου διαλύομαι για να σε προσκυνήσω που αναφαίνεσαι από την μαντική μου πένα,
μια ξαφνική ιέρεια που ενορχήστρωσε μυθολογίες κάτω από το μάτι του ουρανού!
1/ 2/ 2026
Μυσταγωγικό…
Μια ζαλισμένη ανία, λίγο πριν τα μεσάνυχτα Σαββάτου, άηχος είναι απόψε ο ουρανός
και φυλακίζει τις φωνές που δεν ανταποκρίθηκαν
στου ονείρου τον χτύπο…
Κάπου εδώ και το φεγγάρι αρκούντως μεγάλο συλλάβισε
τον νου μου που κρατούσε σκέψεις και αφού τις ξεστόμισε
στον ουρανό διέγραψε ένα κύκλο σαν φιγούρα ενός χορού παλαιωμένου κι ύστερα
πλάγιασε πάνω στα μπαμπακοσύννεφα και στην καρδιά μου.
Απ’ τον φλοιό των δέντρων έτρεξε ρετσίνι δάκρυ και στο μάγουλο της νύχτας
έκαψε τους ίσκιους των αλαφροΐσκιωτων ο απαλός αέρας με ηγεμονίες
πέρα από την βλάστηση την θαλερή εκούσια
κι ακούσια του χειμώνα.
Αυτό που συντελέστηκε υπήρξε αιφνίδια η επιθυμία μου.
Και στις στενές μου φλέβες κελάρυσε το αίμα σαν παλμός
μελίρρυτος.
Πάντα μια αγάπη είχα για παρομοιώσεις!
Κατ’ ουσίαν
να λέω τον λόγο ενός θεού και να μην είμαι ούτε θρησκόληπτος
ούτε φανατισμένος
με φαντασίες που έχουνε λήξει μέσα μου
προ πολλού.
Κι αυτή η λογοτεχνία
η αποστομωτική,
έτσι όπως περπατώ μονάχος στο προάστιο
μες το πυκνό σκοτάδι το μπαρουτοκαπνισμένο και την σημειώνω
στο μυαλό μου
κεντρίζει όλα τα πράγματα να μην εξεγερθούν
όλα κοιτάζω γύρω μου που είναι σαν σταματημένα
κι όμως ανάβουνε επικά
από τον αναπτήρα των αστεριών και με καταδεικνύουνε
σαν τον φονιά που ψάχνει να κρυφτεί
στον ίσκιο του από πίσω
στο αρχαίο δεντρολίβανο που όμορφα τον σαβανώνει
αφήνοντας να υποψιάζεται η αφεντιά του τιμωρίες
που του πρέπουνε….
1/ 2/ 2026
Συσχετίσεις…
Ολόφρεσκο είναι το ρήμα και εγχάρακτο
επάνω στο κροντήρι που ο οίνος έσμιξε με το νερό
φουρτουνιασμένος όλος.
Αγαπημένε κεραυνέ ντέρτια πολλά ξεπλένεις!
Ίσως ο Δίας εξιφούλκησε νευριασμένος πίσω από των νεφών το παραπέτασμα…
Τι να του πεις του αλλουνού θεός που είναι; Άστο
καλύτερα!
Και στο βαρβάτο άτι
εκαβαλίκεψε ο ημίθεος να εξαφανιστεί.
Ε ρε ωραία που θα τα διηγηθεί ο ιστορικός εκείνος που έχει και σέβαση και την τυπολατρία φανερά την ακυρώνει!
Όπως χαμογελώ τα λόγια μου ξεφεύγουν από την παράσταση- ίσως δεν είμαι
παρά ένα αρχαίο εξάρτημα στην πόρπη του αγριωπού θεού, ίσως δεν είμαι
παρά μια λέξη αγκαθένια που βοά στερεωμένη
σε μυθολογία βολική
μα ξεχασμένη…
31/ 1/ 2026
Στον φίλο μου Βασίλη Σπανό….
Αιθεροβάμονες….
Εμείς
κι εσείς,
ουτοπικοί αναγνώστες
και κάπου συναντιόμαστε,
ούτε ψηλά ούτε και χαμηλά, στον κορεσμό
μίας Ιδέας,
πώς οξειδώνεται και η συνείδηση και αλλάζει
αφήνοντας το αλογάκι της να χλιμιντρά
πάνω στο καταπράσινο λιβάδι!…
Αυτή η εξουσία η μέσα μας,
η μυστική!
Βγαίνω αξημέρωτα να συναντήσω την νύχτα.
Βγαίνω από τον κουρασμένο μου πηλό
να με ταλαιπωρήσει ο ουρανός
που σωστά σκυθρωπιάζει.
Είμαι σαν ερυθρός σηματοδότης που μπλοκάρει όλη την κυκλοφορία.
Στα χέρια μου ένα μικρό μπεγλέρι θραύστης της αμηχανίας
και μια σακούλα με λίγο νερό για το γατάκι μου και λίγη
τροφή, να νιώσει πως το αγαπούν το ζωντανό!
Μπορεί κάτι σαν ποιητής να είμαι που αλητεύει
μέσα στα βαθιά σκοτάδια
ο ρωμαλέος τυφλοπόντικας ο εύγονος…
Θα σταθώ πάνω στην χλόη την φρεσκοπλυμένη
από την χτεσινή βροχή.
Θα μιλήσω στον εαυτό μου ωραία.
Κάθε φορά ωραία του μιλώ και τα βρίσκουμε.
Στο τέλος
είμαστε δυο, δεν είμαι ένας, είμαστε
ένα διδυμάκι απίστευτο!
Και αφού συμμαζέψω εικόνες και μυρωδιές στο μυαλό μου
στο σπίτι θα γυρίσω για να μου διηγηθώ
αυτό το ωραίο παραμύθι, αυτήν
την ολόσωστή μου υπεκφυγή να βγαίνω
μες τον κόσμο
κι απ’ τον κόσμο να απουσιάζω
Εγώ ο Μεφιστοφελής ο μέγας και ο πιο λιλιπούτιος
ταγμένος σκηνοθέτης σε μίαν ανάταση που ολοένα
αλλού με πάει
από εκεί που και ο ίδιος φανταζόμουνα….
27/ 1/ 2026
Δεν ωραιοποιείται η λύπη…
Για τις μικρότερες σκέψεις μου
έχω τα μεγαλύτερα φτερά…
Συρρικνώθηκα
και ποιώ ήθος λυπημένου
Και που δεν μιλάω μιλάω
Μαρτυρούν τα μάτια μου το συντελεσθέν που με μικραίνει
Η Φωνή μου είναι σκοτεινή φωνή
Πια- φωνή κουρασμένη…
Αχ, έτσι που έφυγες, πληγή που φάνηκε στο χώμα!
Τι να σου κάνει κι ο πηλός;
χαράσσεται εύκολα και το χαράκι μένει
Αν με ακούς από το υπερπέραν το επέκεινα
Νεύσε μου ότι και εκεί έχει πουλιά
Πουλάκια ωδικά που νομιμοποιούνε
την ανθρώπινη απουσία!
Ο Χρόνος είναι ένας φοβισμένος τσαρλατάνος…
Δεν μου αρέσουν τα ακροατήρια…
Δεν είμαι επιθετικός κι ας είμαι σκαντζόχοιρος.
Δες με!
κρύβομαι ουσιαστικά και από σένα
Και από μένα: Είναι ο τρόπος μου.
Μια συστολή είναι οι λέξεις μου κι ωστόσο
όλες είναι μέσα σε μία κάνη όπλου έτοιμη να εκπυρσοκροτήσει.
Γαμώτο,
πιο ευάλωτος κατάντησα από μια πεταλούδα!
Αυτά που χάρηκα ήτανε τα αθώα μάτια ενός παιδιού που απορεί πώς χώρεσαν
όλες οι λεπτομέρειες μιας αυταπάτης μέσα
στο κουρεμένο κεφαλάκι του!
Κι όταν τα ταξινόμησα αυτά
Ο Χρόνος μου ήταν ένας φοβισμένος τσαρλατάνος…
21/ 1/ 2026









