Η Όψη

Ο ερωδιός είν’ η όψη που’χει ο ποταμός.
Της νύχτας η όψη ειναι το φεγγάρι.
Ο ουρανός είναι η όψη του παντός.
Το χιόνι η όψη που το άσπρο έχει πάρει.

Η φάλαινα, η όψη που’χει ο ωκεανός.
Η όψη των νεκρών είναι το μνήμα.
Της κίνησης η όψη είναι ο τροχός.
Του κόκκινου η όψη είναι το αίμα.

Τα σύννεφα είναι η όψη του καιρού.
Το χέρι είναι η όψη του γαντιού.
Του φτερού η όψη είναι το πουλί.
Της αγάπης η όψη είσαι εσύ.

***
Καράβι

Τελικά
δεν ήταν τίποτ’ άλλο
παρά το βαρκάκι ενός αγοριού,
ένα παιχνίδι στη λίμνη
του γειτονικού πάρκου
που με σένα περπατούσα.

Αλλά γονάτισα
για να το υποδεχτώ,
τ’ άσπρο του πανί να ροδίζει
με ντροπαλό, κεχριμπαρένιο φως,
ο ήλιος που έδυε
να βάφει το κύμα
που το σήκωνε ψηλά,

το καράβι μου που έφτανε
με φορτίο του τη χαρά.