Αγροτιά

Σφικτή του μόχθου γροθιά
Παλεύει με της Γης τα σωθικά
Ο σπόρος στο αυλάκι να θεριέψει
Την ανάγκη της ζωής να θρέψει
Με τη βροχή με το λιοπύρι
Στης Θεάς Δήμητρας το πανηγύρι
Χέρια από εκείνη ευλογημένα
Βαθιά από το μόχθο ροζιασμένα
Πριν η Αυγή γλυκοροδίσει
Το χωράφι την έχει καλωσορίσει
Ακατάληπτη μυστηρίων προσευχή
Σοδειάς αρχέγονη ηδονή
Αδούλωτη του Κάμπου ψυχή
Περηφάνεια για τη Μάνα Γη
Το υπέρλαμπρό της Φως
Στα χέρια σου ευλογημένος καρπός
Τρυφερό του Κάμπου Εσύ βλαστάρι
Μελόγαλα πίνεις από της Γης το μαστάρι
Η ζεστασιά στο αυλακωμένο της κορμί
Στα γυμνά σου πόδια γίνεται ηδονή
Ρίγη ενός έρωτα μυστηριακού
Πόθος ενός πάθους παντοτινού
Τα τιμημένα χέρια σου να φιλήσω
Με τη μικρότητά μου να τα τιμήσω.

Το πρώτο ταξίδι

Δίχωρη των ματιών σου βάρκα
Καλλίτεχνος ζωγράφος
Στο καλοτάξιδο λυγερό κορμί της
Έσμιξε
Σαν ερωτευμένα κορμιά
Το γαλάζιο της θάλασσας
Και ‘κείνο του ουρανού
Δυό λευκές γραμμές
Ολόγυρά της
Φιλί
Από τα αφρισμένα κύματα
Στα σύννεφα του ουρανού
Εκεί πέρα
Στα απόκρυφα του ορίζοντα
Ανάμεσό τους
Μια κόκκινη της φωτιάς γραμμή
Αγκαλιά του πόθου και του πάθους
Στο μεσιανό κατάρτι
Λευκό πανί
Γεμίζει με την ανάσα
Των αναστεναγμών
Σε ‘κείνο να πλαγιάσουν
Αρμονικά
Του έρωτα τα ρίγη.