Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας, αδιάλειπτα και με συνέπεια παρών από τη δεκαετία του ’80 έως και σήμερα, ακούραστος, αεικίνητος και ανήσυχος, με το πάντοτε εντελώς προσωπικό του αφηγηματικό ύφος.
Τα έργα του -μυθιστορήματα και δοκίμια, αρκετά εξ αυτών με αυτοβιογραφικές αποχρώσεις- ξεπέρασαν τα σύνορα, μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες, μεταφέρθηκαν στο θεατρικό σανίδι και στη μεγάλη οθόνη. Προκάλεσε αίσθηση με το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Κομματάκια» το 1979, (μαζί με τα «Διόδια» και τα «Τζιτζίκια» συνιστούν μια άτυπη τριλογία και επανακυκλοφόρησαν σε ένα τόμο με τίτλο «Η γενιά μου»), καθιερώθηκε ως η νέα λογοτεχνική φωνή της εποχής του (ανάμεσα σε ήδη σπουδαίες φωνές) κι έκτοτε, ό,τι κι αν έγραψε και γράφει δικαίως προκαλεί συζητήσεις και κάθε του νέο βιβλίο είναι μικρή εκδοτική γιορτή.
Πολυπράγμων (πεζογράφος, σεναριογράφος, αρθρογράφος , δάσκαλος δημιουργικής γραφής), ευφάνταστος, ρομαντικός, τολμηρός, πολυγραφότατος, με μια εξονυχιστική κι ευθύβολη ματιά στον άνθρωπο, στη χώρα, στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, αποτύπωνε και αποτυπώνει με τρομακτική ακρίβεια το κλίμα της κάθε εποχής, την κοινωνική πραγματικότητα, τις ρωγμές και τα σκούρα σύννεφα του σύγχρονου τρόπου ζωής. Και πλάθει ήρωες αληθινούς, χαρακτήρες πέρα για πέρα οικείους, ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που ονειρεύονται, παγιδεύονται, μελαγχολούν, που αγωνίζονται να αλλάξουν τον κόσμο γύρω τους κι εντός τους, που καίγονται στη φωτιά που οι ίδιοι άναψαν. Απίστευτα γνώριμοι, αθώοι, αυτοκαταστροφικοί, ένοχοι, σφόδρα ερωτευμένοι κι ερωτεύσιμοι, υποκείμενα και αντικείμενα πόθου, μοναχικοί, ανασφαλείς, ευάλωτοι, ιδεαλιστές, «νοικοκυραίοι» και «ανοικοκύρευτοι», παραβάτες, αποκλεισμένοι, ακροβάτες στο κενό τους, λυπημένοι, θύτες και θύματα των επιλογών και των πράξεών τους . Όλη η Ελλάδα του πρόσφατου χθες και του σήμερα στην αφηγηματική παλέτα που σταθερά τόσα χρόνια κρατά ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος και μ’ ένα αφηγηματικό βάθος την φιλοτεχνεί σε υποδειγματικά μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά έργα που μας συγκινούν και μας εξιτάρουν.
Από τους άξιους εκπρόσωπους της γενιάς του, ο Ραπτόπουλος παίζει άνετα με την έκφραση, τη γλώσσα, την ατμόσφαιρα, τα εναλλασσόμενα συναισθήματα, τα δίπολα και την εποχή και αιχμαλωτίζει με την πένα του κάθε σύσπαση, κάθε τραχύτητα και κάθε ομορφιά της αλήθειας και των τραυμάτων (ατομικών και συλλογικών) που βιώνουν οι ήρωές του.
Κι ενώ μόλις κυκλοφόρησε ένας τόμος υπό τον τίτλο «Εφιάλτες με γυναίκες», που περιλαμβάνει τρία παλαιότερα εμβληματικά μυθιστορήματα του Ραπτόπουλου («Ο εργένης», «Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» και «Μαύρος γάμος»), λίγους μήνες πριν, εντός του 2025, κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Αθωότητα», σταθερά από τις εκδόσεις Κέδρος, ένα από τα ωραιότερα , πιο αυτοβιογραφικά και πιο ιδιότυπα δείγματα γραφής του, ένα εξαίρετο λογοτεχνικό έργο – φόρος τιμής στον κορυφαίο Αμερικανό συγγραφέα Τζον Στάινμπεκ καθώς αποτελεί μια επιτυχημένη διασκευή του αριστουργήματος «Άνθρωποι και ποντίκια», μπολιασμένο με αυτοβιογραφικά στοιχεία του Ραπτόπουλου συνδυαστικά με στοιχεία μυθοπλασίας.

binary comment
Από την Αμερική της μεγάλης ύφεσης και του κραχ και με πρωταγωνιστές ένα φαινομενικά αταίριαστο ζευγάρι στενών φίλων, τον γιγαντόσωμο και μειωμένης αντίληψης Λένι και τον μικρόσωμο και τετραπέρατο Τζορτζ, μεταφερόμαστε στην Αθήνα του 1975, στο Περιστέρι και στον Κολωνό, με ήρωες τον τεράστιας σωματικής διάπλασης, αφελή, ασταθή συναισθηματικά Λένο και τον λεπτοκαμωμένο και ευφυή Τζώρτζη. Οι δυο πρωταγωνιστές του «Άνθρωποι και ποντίκια» περιπλανιούνται ψάχνοντας για εργασία ώσπου καταλήγουν να απασχοληθούν σε ένα αγρόκτημα. Οι δυο έφηβοι της «Αθωότητας», αχώριστοι φίλοι και συμμαθητές, καλοκαίρι του ’75, βρίσκουν δουλειά σε μια τεράστια αποθήκη βιβλιοδεσίας στον Κολωνό και ακολουθούν σχεδόν με παρόμοιες λέξεις, σκέψεις και πράξεις , παρόμοιο πεπρωμένο και κοινά βήματα τους ήρωες του μέγα νομπελίστα Στάινμπεκ. Τα ποντίκια – θύματα του Λένι γίνονται σπουργίτια – θύματα στα χέρια του Λένου. Η μικρή λίμνη στις εκβολές του ποταμού Σαλίνας, στα καθ’ ημάς είναι η Θάλασσα στον Ωρωπό.
Ο Τζώρτζης και ο Λένος είναι δύο πλάσματα απελπισμένα. Εκ διαμέτρου αντίθετοι, ο ένας είναι πάντα πλάι στον άλλο, προστάτης κι αδελφός. Δύο έφηβοι αγωνιστές παγιδευμένοι μέσα στη σκληρότητα του κόσμου, βρίσκουν καταφύγιο στη Θάλασσα που είναι εκεί και τους περιμένει να τους σκεπάσει με το γαλάζιο της και το μουρμουρητό της. Ορφανοί και οι δύο από μητέρα. Ολομόναχοι. Ο πατέρας του Λένου είναι βυθισμένος στο αλκοόλ. Ο πατέρας του Τζώρτζη τον έχει παρατήσει και συζεί με μια νεότερη γυναίκα. Κι αφού οι δύο νεαροί δεν έχουν κανένα, έχουν ο ένας τον άλλο τουλάχιστον. Θέλουν να βγάλουν χρήματα για να πιάσουν ένα σπίτι στη θάλασσα και να ζήσουν εκεί εκτρέφοντας κουνέλια, ζώντας μια ζωή δίκαιη κι όμορφη. Έχουν όνειρα, πολλά, μεγάλα και ανεφάρμοστα, όνειρα για τους ίδιους και όνειρα για κοινωνική αλλαγή. Άλλωστε ποιος απαγορεύει τα όνειρα σε ποιον. Κι αν τα όνειρα δεν βγαίνουν ή γκρεμίζονται, θα τα ξαναχτίσουν. Κι αν πάλι γκρεμιστούν λόγω ανάρμοστων πράξεων και ενοχών, υπάρχει πάντα η αθωότητα αρωγός να γίνει μια καινούργια αρχή ή να βάλει ένα τέλος στη ματαίωση.
Συμπρωταγωνιστές πλάι στον Λένο και στον Τζώρτζη, στην αποθήκη του Ωρωπού, μια ομάδα ανδρών που εργάζονται εκεί ως φορτοεκφορτωτές , ο Ρένος, ο Άγγελος και ο Σάκης, ο σοφός νυχτοφύλακας αλλά και ο ηλικιωμένος επιστάτης με το παρατσούκλι Γλύκας, ο αλλοπρόσαλος γιος του αφεντικού Χάρης ή Μπούκλας ή Βαζελίνης και η femme fatale σύζυγός του Γιούλα ή Ανάφτρα. Ο «διαφορετικός» Λένος θα μπει εύκολα στο στόχαστρο των εργατών και κυρίως του γιου του αφεντικού. Είναι η αλλόκοτη φιγούρα, ο καθυστερημένος γίγαντας, που πάντα όμως ο Τζώρτζης υποστηρίζει και προστατεύει. Η τάση του Λένου να χαϊδεύει και να αγγίζει τρυφερά και άγαρμπα οτιδήποτε μαλακό (το τρίχωμα ενός σκύλου, τα φτερά και το λαιμό ενός σπουργιτιού, τα μαλλιά ενός κοριτσιού) θα φέρουν -άθελά του- ένα απροσδόκητο, τραγικό αποτέλεσμα και τα όνειρα θα καταρρεύσουν σαν πύργος από χαρτί.
Ο τεχνίτης Ραπτόπουλος, πατώντας πάνω στο μεγαλειώδες «Άνθρωποι και ποντίκια» στη δομή, στους χαρακτήρες και στην ατμόσφαιρα, δημιούργησε ένα συγκινητικό μυθιστόρημα με ζυγισμένο λόγο, ωμές πικρές αλήθειες, εναλλαγές σκληρών και ειδυλλιακών εικόνων, εναλλαγές κομψής πρόζας και ρεαλιστικών διαλόγων, αντικατοπτρισμούς ανθρώπινους που ξεπερνούν το χρόνο και τον τόπο. Κι έτσι, προσθέτει ένα του ακόμα αξιανάγνωστο έργο στον κατάλογο των ξεχωριστών δειγμάτων της εγχώριας σύγχρονης πεζογραφίας. Χωρίς διδακτισμούς, καθαρά και ειλικρινά, με αθόρυβη ένταση, ακτινογραφεί τη στενή σχέση μεταξύ ενοχής και αθωότητας , θυσίας και προδοσίας, ανθρωπιάς και κτηνωδίας και πλέκει ένα ημιφωτισμένο εγκώμιο στη φιλία, στα όνειρα που δεν ξέρουν κολύμπι και πνίγονται στα ρηχά, στη διττή ανθρώπινη φύση, στη Θάλασσα που γίνεται αγκαλιά, θηλιά, λύτρωση.









