Σελευκίδες (2026 μ.Χ.)

 

Φαίνεται πως οι Σελευκίδες νοστάλγησαν τις αυτοκρατορίες. 

Δεν είναι εύκολος ο ξεπεσμός. 

Δεν ήτο άγνοια των καιρών· 

ήτο ανάγκη 

να πιστέψουν πάλι στα περασμένα μεγαλεία, 

που ο Αντίοχος, με βεβαιότητα, υπόσχεται.

 

Ομιλεί για δίκαια παλαιά, 

για σύνορα που η μνήμη τα απαιτεί απλωμένα· 

ζητεί το βασίλειο σπουδαίο ξανά. 

Η λέξις αρκεί.

 

Κάποτε, βέβαια, προβαίνει σε κινήσεις 

που την παλαιά του δύναμη ανασταίνουν 

ή έτσι, τουλάχιστον, ο ίδιος θεωρεί. 

Η εντύπωσις εργάζεται υπέρ του. 

Ο κόσμος, είναι βέβαιο, 

θα τον αποκαλέσει Μέγα.

 

Υπάρχουν ασφαλώς και αντιρρησίες. 

Ένας έμπειρος εξόριστος, φθαρμένος απ’ τις ήττες, 

μιλά για κόσμους που αλλάζουν, 

για δύναμη που ανατέλλει αθόρυβα, 

δίχως ρητορείες και σάλπιγγες. 

Μα τα λόγια του αποδόθηκαν σε φθόνο 

ή σε ακατανόητη επιφύλαξη, 

κι έτσι εσιώπησε.

 

Στην αυλή ακούγονται, στο εξής, εύηχες βεβαιότητες, 

και σχέδια δίχως ημερομηνία 

υπόσχονται αιώνια δόξαν. 

Η ήττα ακόμη μακριά, δεν έχει όνομα· 

κι η Μαγνησία…

μια κουκίδα μόνον εις τον χάρτη.

 

Στο μεταξύ οι σοφοί των νέων γραφών, 

οι γραμματικοί της Αντιοχείας, 

ολότελα στο παρελθόν παραδομένοι, 

επιμένουν σε μέτρα και σε τόνους, 

σε λεπτές διακρίσεις κανόνων· 

την ώρα που οι λεγεώνες, 

έτοιμες από καιρό,  

ήδη ακούγονται στο βάθος.

 CHE FECE… IL GRAN CONSENSO

 

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα 

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε. 

Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το Όχι,

και λέγοντάς το βράχος στέκεται, στο χρέος του ταγμένος·

λυτρώνεται προς ώρας

κι ας είναι ενδεής η ζωή του εφεξής, 

κι από το Όχι μόνο το Ωχ ας τού απομένει.

Το γιώτα, ξέρει, θα προσθέσει πάλι, οσάκις παραστεί ανάγκη.

 

Εκείνος που το Ναι ευκόλως είπεν,

βλέπει την τύχη του ευθύς να μεταβάλλεται.

Η πλάσις πλουσίως τον ανταμείβει. 

Το βιος του ανέκοπα πληθαίνει, 

κι οι άνθρωποι παραμερίζουν  με δέος να περάσει.

Η δόξα του θεωρείται πια βεβαία·

 

Όμως τις νύχτες μες στην κάμαρα, το Ναι εκείνο,  

ανέλπιστα την ψυχή του κατατρώγει. 

Κι ο πλούτος, ξένο ρούχο και φορτικό, 

τις Ερινύες και τους δαίμονες ταΐζει.

 

Και εκεί, στο τέλος της οδού, 

όταν η πλάστιγξ στήνεται αδυσώπητη για την τελική την κρίση, 

βλέπει πως όλη η ζωή του, η λαμπρή, 

ήταν μια πλάνη. 

Η πλάστιγξ ήδη τότε προς το Όχι  

ανώφελα και μάταια πια γέρνει.

Ηράκλειο 04-01-2026