Στον Μπόρχες και στους μεταφραστές που δεν προδίδουν
Είναι μια φυλή παράξενη, διάσπαρτη στον κόσμο
γιατί αλλάζουν τον κόσμο.
Μεταφέρουν κόσμους από μια γλώσσα σε άλλη.
Αυτή είναι η δουλειά τους.
Κάνουν να χιονίζει στα αραβικά,
αλλάζουν το όνομα της θάλασσας,
κουβαλάνε καμήλες από τη Σαχάρα στη Σουηδία,
κάνουν τον Δον Κιχότε να ιππεύει τον Ροθινάντε
από τη Λα Μάντσα μέχρι τη Μαντζουρία.
Κάνουν πράγματα περίεργα, σχεδόν ανέφικτα.
Λένε στη γλώσσα τους πράγματα
που η γλώσσα αυτή ποτέ ξανά δεν είχε πει,
πράγματα που δεν ήξερε ότι μπορούσε να πει.
Γεννήθηκαν από την κατάρρευση του πύργου της Βαβέλ
κι από ένα όνειρο: μια μέρα
οι ψυχές που τώρα ζουν απ’ άκρη σ’ άκρη της Γης
να γνωριστούν, να συνεννοηθούν και να αγαπηθούν.
Είναι μια φυλή βουβή:
δίνουν τη φωνή τους σε άλλες φωνές.
Έγιναν αόρατοι χάριν σεμνότητας.
Για αιώνες το έργο τους ήταν ανώνυμο.
Εκείνοι, που ζουν από ονόματα και ανάμεσα σε ονόματα,
δεν είχαν όνομα.
Στην ιεροτελεστία της λογοτεχνίας
τους συμπεριφερόμαστε σαν αποπαίδια.
Αντίθετα είναι υπέρτατοι γεφυροποιοί: εκείνοι που γεφυρώνουν
τις όχθες γλωσσών μακρινών, εκείνοι που ξέρουν
πως όλες οι γλώσσες είναι ξένες,
και πως μεταξύ μας τα πάντα είναι μετάφραση.
Είναι μια φυλή παράξενη, διάσπαρτη στον κόσμο
γιατί αλλάζουν τον κόσμο,
γιατί σώζουν τον κόσμο.









