Lord, I Didn’t Know
Κύριε, δεν τό’ξερα πως μου πρέπει τόση προσευχή
έκλαψα σαν την ιτιά, στέναξα σαν περιστέρα,
δεν τό’ξερα πως μου πρέπει τόση προσευχή
Απ’ το βουνό ψηλά ως την κοιλάδα χαμηλά
όπου και να πάω καημοί, καημοί.
Κύριε, δεν τό’ξερα πως μου πρέπει τόση δοκιμή,
απ΄τη στιγμή της γέννησης, ως του θανάτου την ημέρα.
Κύριε, δεν τό’ξερα πως μου πρέπει τόση προσευχή.
Δεν τό’ξερα.
*********
Po’ Pilgrim
Της θλίψης είμαι φτωχός προσκυνητής
ταμένος να πλανιέμαι στον κόσμο αυτό,
καμιά δεν έχω ελπίδα για το αύριο,
να φτιάξω θέλω το σπίτι μου στον ουρανό.
Στο μεγάλο φως έφτασε ο πατέρας,
η μάνα στην αμαρτία κυλιέται κάτω εδώ,
τ’ αδέρφια μου δεν με ορίζουν,
γιατί εκεί πάνω πάω να μπω.
Είναι φορές που με διώχνουν, με πετάνε
δεν ξέρω που αλλού να πλανηθώ,
για μια πόλη που τη λένε ουρανό, μου είπαν,
να φτιάξω εκεί το σπίτι μ’ αρχινώ
***
Little Boy, How Old Are You?
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Κύριε, είμαι μόνο δώδεκα χρονώ.
Την εικοστή πέμπτη μέρα θα τους θυμίσει,
του Δεκέμβρη, πως Τον είχανε γεννήσει.
Είχαν εκπλαγεί σοφοί και δασκάλοι
και Τον επαίνεσαν πάλι και πάλι.
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Κύριε, είμαι μόνο δώδεκα χρονώ.
Σοφοί και δασκάλοι μείναν σαστισμένοι,
σαν από βροντή να’ταν χτυπημένοι,
κι αυτό τους έκανε ν’ αποφασίσουν
πως πρέπει όλοι τους να γονατίσουν
Όταν Τον είδαν για τελευταία φορά
στεκόταν στο Όρος των Ελαιών ψηλά,
όταν απ’ το πλήθος είχε χωριστεί,
σε σύννεφο χάθηκε σε μια στιγμή.
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Αγοράκι, πόσων χρονών είσαι;
Κύριε, είμαι μόνο δώδεκα χρονώ.
****
ΦΤΩΧΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
– «Δε γίνεται να’ρχεται ο κόσμος, που παίζουμε το χαρτάκι μας, και να’ναι το σπίτι σα δισκάδικο!»
Στην πραγματικότητα όμως του’χε ζητήσει η αδερφή του να ξεφορτωθεί την τεράστια αυτή συλλογή, πριν είναι αργά: «Τί θ’ απογίνουν αν εσύ αρρωστήσεις ή κάποια στιγμή μείνω κι εγώ μόνη μου πια; Πού θα τα πάω;» Γι αυτό άρχισε κι ο κύριος Ρέϊμοντ να τα πουλάει σε φίλους και γνωστούς. Συνήθως αρκετά νεώτερους. Ενδιαφέρθηκα κι εγώ για έναν δίσκο μια μαύρης κοντράλτο με σπιρίτσουαλς.
– «Δε θα το πιστέψεις, αλλά με την αδερφή μου, μεγαλώσαμε στη Τζαμάϊκα- παιδιά – αν και λευκοί – μιλούσαμε μάλιστα με την τοπική προφορά», μου είπε καθώς τον έβαζε στο πικάπ. Διάλεξε τον ‘Φτωχό Προσκυνητή’ κι ακούγαμε σιωπηλοί:
I’ve heard of a city called Heaven…
Όταν ήχησε κι η τελευταία νότα, είπε μόνο: «Το τραγούδησε όπως πρέπει», με την στρογγυλεμένη, καθωσπρέπει άρθρωσή του, αλλά στα μάτια σα να μαζευόταν τροπική καταιγίδα.
– «Δε μπορώ να σου τον στερήσω», απάντησα και του γύρισα το εξώφυλλο που κρατούσα. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο, χέρια που μάθανε ν’ αγκαλιάζουν μόνο τον βαλέ στο εβδομαδιαίο μπριτζ.
– «Σας ζηλεύω εσάς», μου πέταξε δειλά, πριν φύγω. «Η δική μας γενιά δεν τολμούσε να ζήσει, όπως ήθελε.»
Κάποια στιγμή ακούσαμε ότι είχε καταλήξει σε γηροκομείο, ίσως η τελευταία στάση, πριν ο κύριος Ρέϊμοντ φτάσει πια στον προορισμό του:
I’ve heard of a city called Heaven,
I’ve started to make it my home.









