Ο γερο-ράφτης με κοίταξε εξεταστικά πίσω από τα κοκκάλινα καφέ γυαλιά του με τους ελαφρώς κίτρινους φακούς.
«Ήταν σαν πρόνοια. Μάθαινα τότε να ράβω στο μαγαζί του μαστρο-Μεμέτ και δούλευα δώδεκα δεκατρείς ώρες την ημέρα. Το πιο δύσκολο μου φαινόταν το φοδράρισμα. Από το να διαλέξεις το κατάλληλο ύφασμα για το παλτό ή το παντελόνι – γιατί τότε ξέρεις, ο κόσμος φόδραρε και τα παντελόνια – μέχρι την λεπτοδουλειά του να το ράψεις πάνω στο σκληρό ύφασμα, ήταν πραγματικό βάσανο. Χρειάζονταν πολύ συγκεκριμένες βελόνες, αργότερα τις ξεχώριζα με την πρώτη ματιά. Με τον καιρό έγινα πολύ παρατηρητικός και επιμελής. Έμαθα να ξεχωρίζω ένα καλό ή ένα κακό ράψιμο από χιλιόμετρα μακριά. Τότε όμως, είχα καταστρέψει ήδη δύο παλτά και ο Μεμέτ ήθελε σίγουρα να με διώξει. Ο πατέρας μου μόλις είχε πεθάνει. Ήμουν δεκαοχτώ χρονών κι όλα μου έμοιαζαν απίστευτα δύσκολα. Έπρεπε να φροντίσω την μητέρα μου, να έχουμε ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι. Έτσι το πήρα απόφαση πως δεν θα κατέστρεφα άλλα παλτά. Το θυμάμαι σαν σήμερα. Καθόμουν στα σκαλιά του ραφτάδικου απέναντι από τον πάγκο που πουλούσε σταφύλια ο πατέρας της, και το πήρα απόφαση. Έτσι έγινα ράφτης. Από τότε δεν μπορώ να κοιτάξω άνθρωπο για ώρα χωρίς να υπολογίζω ακούσια το τι είδους φόδρα θα ήθελε για το παλτό του και το πόσο ύφασμα θα χρειαζόταν για να το φοδράρω. Ίσως είμαι κάπως σαν εσένα που γράφεις και μπορείς να καταλάβεις αν ένα βιβλίο είναι καλό ή όχι.»
«Το δικό μου παλτό τι θα χρειαζόταν;»
«Ένα ρολάκι καλό μπλε σατέν. Πριν δέκα χρόνια θα ήξερα να σου πω κι από που θα το παίρναμε. Τώρα είναι όλα μάρκες, κι αυτά τα μαγαζιά έχουν κλείσει.»
Σταμάτησε να μιλάει απότομα και κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο. Το βλέμμα του πέρασε από τους άσχημα σοβαντισμένους, μα καθαρούς μπεζ τοίχους, κάθισε για λίγο στο έπιπλο της τηλεόρασης και πλανήθηκε για λίγο στο τραπεζάκι δίπλα από τον καναπέ που καθόταν και στο πακέτο τα τσιγάρα και το πορσελάνινο μεγάλο λαμπατέρ πάνω του.
Ήταν μία μικρή σαλονοκουζίνα με δύο καφέ μαλακούς καναπέδες απέναντι από το ξύλινο έπιπλο που φιλοξενούσε τα καλά σερβίτσια της οικογένειας, διάφορες κορνίζες και την τηλεόραση, και ένα σκούρο καφέ ξύλινο διαχωριστικό, που ξεχώριζε την κουζίνα από το σαλόνι. Ζήτημα αν ολόκληρος ο χώρος έφτανε τα τριάντα τετραγωνικά. Το σπίτι συνολικά να ήταν εκατό, μαζί με το μπάνιο, τα δύο υπνοδωμάτια και το χολ. Παρόλα αυτά ήταν σπίτι, όχι οίκος, ούτε οίκημα. Ήταν σπίτι τριμμένο από την καθημερινότητα μιας οικογένειας, τις συμφορές, τους θριάμβους και τις δουλειές της. Στην κουζίνα, φαινόταν να έχουν μαγειρευτεί εκατοντάδες γιορτινά φαγητά και σίγουρα δυο τρεις φορές κόλλυβα. Το φάντασμα μιας ζεστής, γλυκιάς, αεικίνητης και απαιτητικής δράσης στοίχειωνε κάθε ντουλάπι, κάθε σκεύος, κάθε αυστηρά απλωμένο σεμεδάκι.
Ο γερο-ράφτης έκανε να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα από το τραπεζάκι δίπλα του, ανάμεσα από τον καναπέ που καθόταν αυτός και από τον καναπέ που καθόμουν εγώ, αλλά στα μισά της κίνησης το μετάνιωσε. Αναστέναξε ελαφρά κάτω από το παχύ λευκό μουστάκι του και με κοίταξε πάλι.
«Ίσως χθες ήταν καλύτερη μέρα της ζωής μου. Πάντα ήμασταν ευχαριστημένοι με τα λίγα. Το πρωί σηκώθηκα να πιώ τον καφέ μου. Η Δώρα είχε κάνει κλασικά τα κουλουράκια της και τα είχε αφήσει στην γυάλινη πιατέλα που τα αφήνει πάντα. Δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Πάντα ξύπναγα εγώ πιο νωρίς από αυτήν, πέρα από τότε που τα παιδιά ήταν βρέφη. Η Γιώτα ήταν πολύ δύσκολο μωρό. Μας ξυπνούσε τρεις φορές μέσα στην νύχτα. Έκανα τον καφέ μου, έφαγα τα κουλουράκια μου και να σου ξύπνησε η Δώρα. Κάθε πρωί που την βλέπω ευχαριστώ τον Θεό. Έχει μείνει ίδια – ίδια, σου λέω! – όπως τότε που ήταν κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών και την φλέρταρα. Μερικά πρωϊνά, όταν το μυαλό μου δεν είναι σε συντάξεις, φορολογικές, κτηματολόγια και άλλα τέτοια, τότε την βλέπω και μου έρχεται να της πω να χορέψουμε. Εσείς οι νέοι δεν χορεύετε πια, χτυπιέστε. Τότε χορεύαμε. Όχι κανέναν εξεζητημένο χορό, απλά αγκαλιαζόμασταν και πηγαίναμε αργά αργά ένα βήμα μπρος ένα βήμα πίσω. Όμως ήταν χορός που είχε νόημα γιατί ήταν μια ευκαιρία να αγγίξεις. Τώρα χορεύετε μόνοι σας, όχι και οι δυο μαζί συντονισμένοι. Τέλος πάντων. Την βλέπω με την τσίμπλα στο μάτι και σηκώνομαι από την καρέκλα, την προσπερνάω για να πάω στο χολ, βάζω στο στερεοφωνικό το τραγούδι μας και πάω από πίσω της και την πιάνω για χορό. Αυτή μέσα στην νύστα της άρχισε να γελάει και να μου λέει ότι τρελάθηκα, αλλά το βλέπω στα μάτια της, το βλέπω, έχει εκείνη την ίδια παιχνιδιάρικη σπίθα που διέκρινα όταν της πρότεινα για πρώτη φορά να βγούμε πριν εξήντα δύο χρόνια, μπροστά στον πάγκο που πουλούσε σταφύλια ο μπαμπάς της. Δεν μου είπε τίποτα όταν την ρώτησα, απλά χαμογέλασε και μου έδωσε σταφύλια για πέντε δραχμές.»
Ο γερο-ράφτης σταμάτησε να μιλάει. Έβγαλε ένα τσιγάρο από το πακέτο, το έβαλε στραβά στο στόμα του, μάλλον από συνήθειο που του έμεινε όταν δούλευε πάνω από τα παντελόνια για ώρες, και άρχισε να προσπαθεί να το ανάψει με ένα πλαστικό πορτοκαλί αναπτήρα μπικ, ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Δεν πειράζει. Αυτό είναι καλό. Μου δίνει την ευκαιρία να συνθέσω. Να ανακτήσω. Να αποκτήσω μια ξένη μνήμη. Γιατί μάλλον θα ήταν απόγευμα ή μεσημέρι προς απόγευμα, λογικά έκανε διάλειμμα από την δουλειά. Ο ήλιος θα έλουζε την Δώρα με το πορφυρό του φως και θα έδινε στο δέρμα της μια ροδακινί απόχρωση, γεμάτη υποσχέσεις, πίσω από τους σωρούς τα τσαμπιά τα σταφύλια. Θα τον κοίταξε στιγμιαία, τόσο φευγαλέα που θα μπορούσε και να μην τον είχε κοιτάξει ποτέ.
Το παιχνίδι είχε κριθεί. Αυτός θα ένιωσε σαν να έβλεπε πρώτη φορά στην ζωή του γυναίκα, αυτήν την δυσφορία της ανάγκης. Θα πλησίασε στον πάγκο για να αγοράσει σταφύλια με φόβο, μήπως και ακούσει τα βήματα του Θεού στον κήπο και χρειαστεί να επιστρέψει στην δουλειά. «Πόσο κάνει το τσαμπί;» θα την ρώτησε με φωνή προσποιητά χοντρή για να κερδίσει χρόνια και φερεγγυότητα. Κι αυτή αδαής αλλά οργανικά εναρμονισμένη με τους τρόπους του έρωτα, σαν το πουλάρι που περπατά απευθείας μετά την γέννησή του, θα του απάντησε: «πέντε δραχμές». Η φαινομενική χρονική ακολουθία της τετριμμένης εμπειρικής πραγματικότητας ενός απογεύματος θα διερράγη σαν πολυκαιρισμένο, στιλπνό από την τριβή, μάρμαρο και η μουσική αυτών των τόσο προσεκτικά ετοιμασμένων νοτών σε συνδυασμό με την κατωφερή, σαν από δοξάρι μαέστρου, κίνηση των ματόκλαδών της, θα χύθηκαν σαν λιωμένος πυρακτωμένος χρυσός μέσα από την ρωγμή που είχε σχηματιστεί στην επιφάνεια του μαρμάρινου, βαρετού απογεύματος και θα πλημμύρισαν κάθε αισθητικό αποδέκτη του μικρού ράφτη, κατακαίγοντάς τον. Αυτή θα ήταν η πρώτη επικοινωνία. Ο νεαρός άντρας θα έπρεπε να υποφέρει μήνες εγκαυμάτων και ξηρασίας μέχρι να αποτολμήσει να της ζητήσει να βγουν. Μικρέ ραφτάκο πες μας, συ που ξέρεις, τι γεύση έχει το χρυσάφι;
Κι όταν θα βγήκαν. Θα πίστευε πως κάθε πλανήτης είχε ευθυγραμμιστεί σε μια τέλεια ευθεία που από το στερέωμα θα κατέληγε εκεί, ανάμεσα στον πάγκο των σταφυλιών και στο ραφτάδικο, στον σκονισμένο όχι ακόμα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της προσφυγικής συνοικίας. Κάθε μόριο σκόνης τοποθετημένο εκεί για κάποιον λόγο, κάθε πετραδάκι κλωτσημένο για να φτάσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σύμπαντος, εκεί όπου θα εξυπηρετούσε καλύτερα την εκπλήρωση της δυνητικότητας αυτής της συνάντησης. Η κτίση ακονισμένη, βουρτσισμένη, σουλουπωμένη, δεκτική για αυτό που ήταν να συμβεί.
«Τρείς μήνες βγαίναμε και μετά μου ήρθε το χαρτί του στρατού. Κλάμα να δεις η Δώρα. Μετά βίας της είχα πιάσει το χέρι τότε. Της ζήτησα να με περιμένει, κι όταν θα γυρνούσα θα παντρευόμασταν. Και γύρισα, δόξα τω Θεώ. Αφαιρούμαι συνέχεια ε; Το παρατήρησε κι ο γιατρός αυτό. Δεν είναι ούτε άνοια ούτε τίποτε άλλο κακό. Απλά γεράματα μου είπε, Στέφανε, αγόρι μου. Τέλος πάντων. Χορέψαμε για κάνα δυο λεπτά και μετά πήγε να κάνει τον καφέ της και να ψήσει ψωμί για να αλείψει βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα που της αρέσει. Κάτσαμε και όπως κάθε πρωί μιλήσαμε για τον γιόκα μας και τι ώρα θα πρέπει να ξύπνησε για να πάει στην θάλασσα. Πάντα ανησυχούμε για αυτόν, μεσοπέλαγα κάθε μέρα με το καΐκι. Μετά ως συνήθως περάσαμε την κουβέντα στην θεία Ελπινίκη και στο τι καλό έκανε στην Γιώτα μας που της άφησε εκείνο το σπίτι. Πάντα ήμασταν ευχαριστημένοι με τα λίγα. Τα πολλά φέρνουν σκοτούρες. Σηκωθήκαμε να πάμε στην αγορά για να ψωνίσουμε τα χριστουγεννιάτικα δώρα για τα εγγόνια. Η Δώρα παραπονιέται κάθε πρωί σχεδόν πως από τότε που βγήκα στην σύνταξη δεν την πηγαίνω στην αγορά για βόλτα τόσο συχνά όσο όταν δούλευα. Ξέρεις που δούλευα;»
«Η Δώρα μου έχει πει στον στρατό. Πολιτικό προσωπικό;»
«Ναι, πολιτικό προσωπικό. Πριν αρχίσει η κρίση το εννιά, έπαιρνα χίλια τριακόσια ευρώ σύνταξη. Μετά από τρία χρόνια έπαιρνα εννιακόσια τρία ευρώ. Κακή εποχή τότε. Δεν μπορούσε και ο Γιάννης να ξεχρεώσει το μεγάλο το καΐκι και έπρεπε να τον βοηθάω. Μας έμεναν, εμένα και την Δώρα, τετρακόσια ευρώ για να ζήσουμε. Η Δώρα μας ξελάσπωσε τότε. Το τι διαχείριση του νοικοκυριού είχε κάνει δεν λέγεται. Καλύτερα και από υπουργό οικονομικών. Σκέψου ότι ζύμωνε μέχρι και το δικό της ψωμί γιατί είχε καταλάβει πως το έτοιμο του φούρνου μας κόστιζε δέκα λεπτά περισσότερο. Και εμένα μου αρέσει υπερβολικά το ψωμί. Τέλος πάντων, πήγαμε στην αγορά και αφού ψωνίσαμε τα δώρα των παιδιών χαζολογούσαμε στις βιτρίνες και της πήρα και μια νυχτικιά που είχε δει σε εκείνο το γωνιακό ρουχάδικο στην πλατεία και την ήθελε για δύο τρεις μήνες. Πήγαμε και για ένα καφεδάκι μετά στην πλατεία να ξεκουραστούμε. Περπατάμε πάντα χέρι-χέρι και μερικές φορές κι όταν καθόμαστε δεν μου αφήνει το χέρι η Δώρα μου. Εκεί λοιπόν που μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων μου λέει «Αυτή δεν ήταν η καφετέρια που σου είπα πρώτη φορά ότι είμαι έγκυος;» και όντως αυτή ήταν. Είναι περίεργο που ζούμε σε αυτήν την πόλη όλη μας την ζωή και περνάμε σχεδόν κάθε μέρα μπροστά από αυτήν την καφετέρια και ποτέ δεν στεκόμαστε να θυμηθούμε τι έχουμε περάσει σε αυτήν πέρα από την στιγμή που θα κάτσουμε και πάλι για καφέ.»
Πάνω από μια νεογέννητη μαύρη μαντεμένια έρημο θα πέταξαν τα λόγια σαν πνεύμα Θεού και θα έφτασαν στον έντρομο άνδρα. Η γυναίκα του δεν ήταν γυναίκα του πια. Άνηκε και σε ένα άλλο πλάσμα τώρα, το οποίο ακόμη κρυβόταν στα έγκατα του κορμιού της. «Είμαι έγκυος». Στιγμιαία ερήμωση της γονιμότητας, απαραίτητη για να επιτραπεί η τελευταία πράξη της. Γυναικεία μάτια με νεοαποκτηθείσες σκιές, τις σκιές των ματιών μιας λύκαινας που προστατεύει τα μικρά της, προστατεύοντας τον κυρίαρχο αρσενικό της αγέλης, κολλώντας στο κάτω μέρος του λαιμού του όταν αυτός παλεύει με έναν άλλο αρσενικό. Θα σε κρατήσω ζωντανό, του έλεγαν τα μάτια της, όχι πια για να παίρνεις εσύ ανάσα, αλλά για να την δίνεις σε εμάς.
Για μια παρανοϊκή στιγμή ο ράφτης θα σκέφτηκε πως αυτές οι σκιές εμφανίστηκαν στα μάτια της την νύχτα που έκαναν έρωτα πρώτη φορά. Η παχιά ρευστή νύχτα κόλλησε στους αμφιβληστροειδείς της και άφησε εκεί μια αρχέγονη σκοτεινιά, ένα θηλυκό πείσμα πέρα από κάθε δύναμη και απελπισία. Η διαπίστωση της ανάγκης της προστασίας του αρσενικού και συνάμα η οργή απέναντι σε αυτήν την διαπίστωση, ποτέ παράδοση, ποτέ δουλοπρέπεια, μα απαίτηση μιας αποπληρωμής, ενός αιώνιου χρέους, για αυτά τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέσα στο μελωμένο σκοτάδι μιας ασυνειδησίας που μύριζε φράουλα. Ποτέ πια ασυνειδησία, ποτέ με αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον, τώρα μόνο φαρμακερή διαύγεια, πικρή νηφαλιότητα.
Όσο περνούσε ο καιρός θα κατάφερε να παραβλέψει ή επιλεκτικά να ξεχάσει αυτό το αίσθημα. Θα είπε: «μπα θα μου φάνηκε, είναι ακόμη η Δώρα μου κι εγώ ήμουν φοβισμένος» και θα τον έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ κατάκοπο, ενώ η Δώρα θα μαγείρευε βραδινό, ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές μεσ’ το ημίφως του απογεύματος και της πορσελάνινης λάμπας, πάνω από το ξύλινο διαχωριστικό της κουζίνας, με εκείνο το νεογέννητο στα μάτια της αρχαίο βλέμμα κάποιας ξεχασμένης θεάς της γονιμότητας που υπήρχε πριν γραφτεί το πρώτο γράμμα της ανθρωπότητας. Κι αυτό το βλέμμα θα έδειχνε μια συγκαταβατική θυμηδία.
Θα διαπίστωσε ότι έσφαλλε οικτρά, κατηγοριοποιώντας το αίσθημα αυτό ως απλή φαντασίωση. Κι αυτή η διαπίστωση θα πραγματοποιήθηκε όταν το παιδί γεννήθηκε. Έκτοτε και μέχρι τα παιδιά τους να ενηλικιωθούν, το βλέμμα με τις λυκίσιες σκιές θα ήταν πάντα εκεί, με τις σκιές καρφιτσωμένες από το χέρι της ανάγκης, και θα τον κοιτούσε με τα παράξενα αδηφάγα μάτια του. Σκέψεις που μπορεί να αποκάλυψε κάποτε στον κουμπάρο του ή σε κάποιον καλό του φίλο ξημερώματα σε κάποιο καφενείο κοντά στον σταθμό του τρένου μετά από τρία τέσσερα μονόλιτρα καραφάκια τσίπουρο και δεν ξαναμίλησε για αυτές ποτέ. Σκέψεις που δεν ενισχύουν την σταθερότητα αλλά ανήκουν μόνο σε μυαλά προορισμένα για εμβριθή μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και μοναξιά, μα που όμως μερικές φορές εμφανίζονται σαν δαιμονικές οπτασίες γυμνόστηθων μαινάδων μπροστά στο κατώφλι μιας αυλόπορτας που τρίζει καθώς ο μεθυσμένος σύζυγος προσπαθεί να μπει τα χαράματα στο σπίτι του αθόρυβα.
«Μετά γυρίσαμε σπίτι για να ετοιμάσουμε μεσημεριανό. Εγώ έψησα τα λουκάνικα και η Δώρα ετοίμασε τον πουρέ. Ήρθε και η Δώρα η μικρή, η εγγονή μου, για να φάμε μαζί. Με ανησυχεί λίγο αυτό το κορίτσι. Δεν ξέρω τι θα κάνει με το μέλλον της. Ίσως μπορείς να της μιλήσεις κι εσύ λιγάκι, που είσαι και σπουδαγμένος, είσαι και συγγραφέας και μελετάς και τους ανθρώπους. Σπούδασε στην γυμναστική ακαδημία, τελείωσε και ξεκίνησε δουλειά σε εκείνο το γυμναστήριο. Όμως όλη μέρα για αγόρια συζητάει κι όλοι μετά από λίγο της ξινίζουν. Είναι σε ηλικία για οικογένεια κι αυτή ακόμη κυνηγάει τις εμπειρίες όπως μας λέει. Κοίτα, εγώ δεν ήμουν σατράπης ποτέ με τα παιδιά μου ούτε με τα εγγόνια μου, αλλά ανησυχώ μήπως μπλέξει με κανέναν βλάκα από το γυμναστήριο. Είναι καλό κορίτσι και μπορεί να γίνει καλή μανούλα σαν την γιαγιά της. Όμως ανησυχώ, διαφορετικά γίνονται τα πράγματα τώρα. Θυμήθηκα και την Γιώτα μου, που έχει μείνει ανύπαντρη. Ξέρεις ένα βράδυ πριν περίπου δέκα χρόνια ήρθε στο σπίτι για να μας πει πως χώρισε με έναν που είχαν δεσμό πέντε χρόνια και μετά μας δήλωσε πως δεν θέλει να παντρευτεί ποτέ. Δεν μπορούσαμε να πούμε κάτι, κοτζάμ γυναίκα είναι. Φοβάμαι μήπως αυτές οι εμπειρίες που κυνηγάει το Δωράκι είναι διδαχές της θείας της και καταλήξει κι αυτή ανύπαντρη. Ας με συγχωρέσει ο Θεός που μιλάω έτσι για το παιδί μου. Παρόλα αυτά δεν παραπονιέμαι. Η Γιώτα μου είναι απόλυτα ανεξάρτητη και δεν έχει ανάγκη κανέναν. Η μαμά της την έμαθε να είναι έτσι.»
Στα θολά στεφάνια του φωτός γύρω από τις λάμπες, όπως τις έβλεπαν με τα νυσταγμένα μάτια τους, μάλλον θα είδαν και μια μικρή αποτυχία. Ταυτόχρονα, συντονισμένα, σαν να χόρευαν. Δεν θα είπαν τίποτε ο ένας στον άλλον. Άλλος ένας νεκρός στον ομαδικό τάφο του σιωπηλού και αόρατου ενδιάμεσου χώρου που υπάρχει ανάμεσα σε κάθε ζευγάρι. Η καλά θαμμένη φρίκη κάτω από την επιφάνεια του ηλεκτρικού φωτός. Ο μεσήλικας ράφτης, αρκετά προς το γερο-ράφτης πλέον, θα βούρτσισε τα δόντια του με κενό μυαλό, ενώ θα άκουγε την Δώρα να ετοιμάζει τον καναπέ και να του στρώνει σεντόνια για να κοιμηθεί η κόρη τους. Η Γιώτα θα καθόταν μπροστά στο ψυγείο μασουλώντας υπομονετικά και μεθοδικά ένα καρότο, όπως της άρεσε να κάνει μικρή, χωρίς να έχει τίποτε πια να πει, παρά μόνο διαισθανόμενη την παθητική αποδοκιμασία της μητέρας της. Το τέλος αυτής της βραδιάς θα ήταν μια θλιβερή απομίμηση της παιδικής ηλικίας της κόρης τους. Θα έλεγαν καληνύχτα, θα την φιλούσε στο μέτωπο, θα της έλεγε να μην στεναχωριέται γιατί ο μπαμπάς είναι εδώ, όμως τα χρόνια που περάσαν θα συνέθλιβαν με το βάρος τους κάθε κρυσταλλένια θέληση επανάληψης του αγνού παρελθόντος.
Η ίδια η παρουσία της κόρης του στο κέντρο του σαλονιού του εκείνο το βράδυ και υπό αυτήν την αντικειμενική συστοιχία, θα ήταν μια παραδοξότητα, ένα εξαμβλωματικό μπουρλέσκο μιας κατάστασης που παλιά υπήρξε αβίαστα φυσική και σωστή. «Σωστή σύμφωνα με ποιόν;» μπορεί να αναρωτιόταν ο ραφτάκος μέσα στον γερο-ράφτη. Η απάντηση θα ερχόταν από τα μάτια της Δώρας. «Σύμφωνα με το γεγονός πως εσύ πριν χρόνια έδωσες μια ανείπωτη υπόσχεση. Την υπόσχεση που οφείλει κάθε άντρας στην γυναίκα του πως η οικογένεια που θα αποκτήσουν θα είναι ονειρεμένη σαν όλες τις άλλες πίσω από αυτά τα παντζούρια. Γιατί να ξεχωρίσουμε εμείς;». Μα ποτέ δεν δέχτηκε μια τέτοια επίκριση. Μάλλον πήγαν στο κρεβάτι κάπως αποθαρρημένοι, με ένα χειρότερο αίσθημα από αυτό της ολοκληρωτικής ήττας. Η μερική ήττα θα ήταν σαν δηλητήριο στο αίμα τους και θα εμπόδιζε την έκφραση της απελπισίας και την επακόλουθη ανασυγκρότηση. Μέσα στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας, το γεμάτο με μυρωδιές τριάντα χρόνων οικειότητας, εμμονικού ερωτισμού και κεκαλυμμένης βίας, ίσως, σαν μια αιχμηρή ανεπιθύμητη αχτίδα φωτός που χαλά τον τελευταίο ύπνο ενός βαρυποινίτη, θα ακούστηκε η φωνή της. «Θυμάσαι εκείνο το απόγευμα που παρατήσαμε την δουλειά στο ραφείο και βγήκαμε στην αυλή να παίξουμε με τα παιδιά; Είχε έρθει μέσα η Γιώτα και κλαψούριζε ότι βαριόταν. Χάσαμε όλο το απόγευμα με τα παιχνίδια και ράβαμε όλο το βράδυ για να προλάβουμε να παραδώσουμε την παραγγελία.» Ο γερο-ράφτης, στο χείλος του ύπνου, αισθανόμενος το φάντασμα μιας επίκρισης που δεν εκτοξεύθηκε ποτέ με όλη της την δύναμη, ανακουφισμένος με τον ηττημένο τρόπο ενός στρατιώτη που ξέρει ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει μια σφαίρα με γραμμένο το όνομά του στο πλάι της που δεν τον έφτασε τελικά ποτέ, θα απάντησε: «Θυμάμαι αγάπη μου». Και μετά θα κοιμήθηκε.
«Κοιμήθηκα λίγο το μεσημέρι και μετά το απόγευμα βγήκα έξω στον μπαχτσέ για να ποτίσω τα μαρούλια, τα κουνουπίδια και τα μπρόκολα. Ξέρεις έχουμε ένα από τα λίγα σπίτια στην πόλη που έχει ακόμη αυλή. Είναι ευλογία να κρατάς επαφή με την γη. Με ηρεμεί πάρα πολύ. Η Δώρα μου κατέβασε στην αυλή τον καφέ μου και λίγο γλυκό βύσσινο, που ξέρεις πολύ καλά πόσο νόστιμο το φτιάχνει. Κάτσαμε και ήπιαμε το καφεδάκι μας στην αυλή, στο τραπέζι απέναντι από τα μπρόκολα. Την κοίταξα και ήξερα ότι όλα έγιναν σωστά. Αυτή μου χαμογέλασε. Μάζεψε τα φλιτζάνια και ανέβηκε για να τα πλύνει. Ανέβηκα και εγώ μετά που έπιασε καλό κρύο. Εφτά το απόγευμα θα ήταν. Πήραμε τους ξηρούς μας καρπούς και κάτσαμε μπροστά στην τηλεόραση.» είπε και η φωνή του άρχισε να τρεμουλιάζει και να σπάει προς το τέλος της πρότασης.
Γυρίσαμε και οι δύο και κοιτάξαμε το φέρετρο στην μέση του σαλονιού, εκεί όπου χθες βρισκόταν ένα τετράγωνο τραπέζι. Η Δώρα μέσα ακίνητη, χλωμή, με ήρεμη την φυσιογνωμία της και κλειστά τα γαλάζια, διαπεραστικά της μάτια. Το νυχτέρι κόντευε να τελειώσει και δίπλα στον γερο-ράφτη καθόταν ένας άλλος γερο-ράφτης που λαγοκοιμόταν όση ώρα μιλούσαμε. Οι φίλες της Δώρας στεκόντουσαν όρθιες κοντά στο διαχωριστικό και συζητούσαν νυσταγμένα και χαμηλόφωνα. Τα παιδιά της κοιμόντουσαν στα υπνοδωμάτια. Έτρεχαν όλο το βράδυ για τα της ξαφνικής αυτής κηδείας και είχαν κουραστεί. Ο ήλιος είχε ξεκινήσει να βγαίνει περίπου την ώρα που ξεκινήσαμε την συζήτησή μας και τώρα φώτιζε έντονα το σπίτι και έκανε την επιδερμίδα της νεκρής να μοιάζει διάφανη. Ο γερο-ράφτης συνέχισε να μιλάει κλαίγοντας σιγανά και με παύσεις για διακριτικά αναφιλητά.
«Εκεί που βλέπαμε τηλεόραση της λέω να αλλάξει κανάλι γιατί αυτά που βλέπαμε ήταν βλακείες κι αυτή σήκωσε το τηλεκοντρόλ και έμεινε με το χέρι απλωμένο για κάμποσα δευτερόλεπτα. Της έκανα και πλάκα. Της είπα: «Τι έγινε ρε Δώρα, δεν πατιέται το κουμπί;». Κι αυτή δεν μου απάντησε. Σηκώθηκα για να την δω και το στόμα της είχε στραβώσει και τα μάτια της ήταν γουρλωμένα και με κοιτούσε πανικόβλητη αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κάλεσα ασθενοφόρο και μέχρι να έρθει της κατέβασα το χεράκι και της χάιδευα τα μαλλιά. Ήρθε το ασθενοφόρο και μας πήρε. Μετά από μια ώρα, βγήκε ο γιατρός και μου είπε ότι πέθανε. Ισχαιμικό επεισόδιο είπε. Μα γιατρέ δεν έπινε, δεν έτρωγε πολύ, δεν κάπνιζε. Ήταν να συμβεί μου είπε κι έφυγε. Και τώρα να μαι» είπε ο γερο-ραφτάκος και παραδόθηκε στο κλάμα. Ο άλλος δίπλα του ξύπνησε και σκουπίζοντας διακριτικά τα σάλια που είχαν τρέξει από τον ύπνο στο στόμα του βάλθηκε να τον παρηγορεί χαϊδεύοντας το μπράτσο του και λέγοντας του «Έλα φίλε, δεν θα ήθελε να σε βλέπει έτσι.»
Κι όμως θα πρέπει να το είδε πολλά χρόνια πριν. Στον πρώτο της οργασμό, την ύστατη στιγμή μιας τυφλής ενόρασης, πρέπει να το είδε. Στα μάτια της τα γουρλωμένα διάπλατα και τυφλά από την ηδονή, ίσως για μια φτενή στιγμή μέσα στο μεγαλείο, στο κρεσέντο της ανθρώπινης ύπαρξης, είδε το τέλος της αγαπημένης του. Μετά από χέρια τόσες φορές απλωμένα για να προσφέρουν τόσα τσαμπιά σταφύλια, μετά από χέρια ροδακινί στον ήλιο, μετά από αμέτρητες κουβέντες πάνω από φρυγανισμένες φέτες αλειμμένες βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα, μετά από τόσα μάτια τρομαγμένα και λάγνα και ανήσυχα και ανυπόμονα και τρομαγμένα ξανά, μετά από διστακτικούς ψιθύρους και ψυχρές φωνές και αόρατες απειλές και γλυκόλογα μέσα στην ζεστασιά εκατοντάδων χειμωνιάτικων πρωϊνών δίπλα στη σόμπα, μετά από κουρασμένα και θλιμμένα παιδιά να κοιμούνται στον καναπέ του πατρικού τους μετά από έναν χωρισμό ή κάποιο άλλο ανεπίλυτο φαινομενικά πρόβλημα, μετά από μια ολόκληρη ζωή συνηθισμένων ημερών, τα γουρλωμένα ηδονικά επιθανάτια μάτια της, το φάντασμα της εικόνας τους, πιο αληθινό από τα μάτια της, ταξίδεψε μέσα στον χωρόχρονο. Του πήρε χρόνια να φτάσει, αλλά χθες το βράδυ ήρθε. Σαν απρόσκλητος, ανεπιθύμητος, μα κάποτε αγαπημένος επισκέπτης ήρθε μέσα στην ηχηρή βροχή της ρουτίνας, βροντώντας την εξώπορτα αυτού του σπιτιού, αιώνιος, αναπόφευκτος, ίσως και σε ορισμένες στιγμές ανακουφιστικός.
Μπορεί ο γερο-ράφτης για μια στιγμή, τόσο φευγαλέα όσο και η στιγμή του αμοιβαίου οργασμού, να σκέφτηκε ότι θα μπορούσε επιτέλους να κοιτάει για όση ώρα θέλει τα μπρόκολά του χωρίς την επιτακτική της φωνή να τον καλεί στο σπίτι. Μπορεί να σκέφτηκε πως η τελευταία φορά που ένιωσε έτσι ήταν όταν σε εκείνο το καφενείο χρόνια πριν εκμυστηρεύτηκε στον κουμπάρο του ή στον καλό του φίλο τις σκέψεις του περί γάμου και θηλυκότητας. Μπορεί ακόμη και να σκέφτηκε πως τώρα, ποτέ δεν ερχόταν ξανά προς το μέρος του κάποια σιωπηρή, ανεπαίσθητη επίκριση ή κάποια βολική, μερική, δηλητηριώδης ήττα. Μπορεί να συνέβησαν όλα αυτά. Μπορεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως τα έκανα εγώ να συμβούν, σκέφτηκα, ευρισκόμενος στην απόλυτη έξαψη του δημιουργικού οίστρου που μου προκάλεσε η ιστορία του γερο-ράφτη, χαϊδεύοντας κι εγώ το άλλο μπράτσο του.
Άρχισε να ηρεμεί σιγά-σιγά και ανέκτησε την ψυχραιμία του. Σκούπισε τα μάτια του, στερέωσε προσεκτικά τα γυαλιά του και με κοίταξε σαν να ήμουν παλτό. Μετά από μια μεγάλη σιωπή και μια ενδελεχή παρατήρηση, παραιτήθηκε από την προσπάθεια, έγειρε πίσω και μίλησε κάπως μελαγχολικά αλλά και με μια παιχνιδιάρικη νότα στην φωνή του.
«Αισθάνομαι σαν εκείνη την μέρα που είχα τον τελευταίο μου πελάτη. Ήταν ένα νέο καλοντυμένο παιδί και ήθελε να του διορθώσω την φόδρα του παλτού του. Το παλτό μάρκα φυσικά. Του το διόρθωσα στο πιτς φιτίλι. Ήταν η τελευταία μου δουλειά μετά από εκατοντάδες τέτοιες. Κάποιους μήνες αργότερα, καθόμουν στο καφενείο και ένας φίλος μου είπε ότι το παιδί αυτό με έβριζε γιατί εκείνη την ίδια μέρα που του διόρθωσα το παλτό, πήγε και το άφησε πάνω σε έναν θερμοπομπό – μόλις είχαν πρωτοβγεί τότε – και το σημείο που χρησιμοποίησα την δική μου κλωστή για να διορθώσω την φόδρα ξηλώθηκε και πάλι τελείως γιατί η κλωστή μου έλιωσε, ενώ η κλωστή που είχε χρησιμοποιήσει η εταιρεία του ίδιου του παλτού δεν έπαθε τίποτα. Νομίζω πως όταν κάποιος νομίσει πως ξέρει απόλυτα μια τέχνη και πως γνωρίζει στα σίγουρα όσα μπορούν να συμβούν ενώ την εξασκεί, τότε είναι που κάνει το χοντρό λάθος και χαντακώνεται. Θα μου πεις που να ξέρω ότι η κλωστή θα έλιωνε. Ειδικά πάνω σε θερμοπομπό που μέχρι τότε κανείς δεν ήξερε τι ήταν. Αν ήμουν καλός ράφτης θα έπρεπε να το ξέρω. Να ενημερωθώ. Έτσι αισθάνομαι και τώρα. Πως κάτι βασικό μου διαφεύγει.» είπε και με κοίταξε με ένα σχεδόν σαρκαστικό χαμόγελο.









