Ίντεν Ροκ

 

Με περιμένουν κάπου πέρα απ’ το Ίντεν Ροκ,

ο πατέρας μου, εικοσιπέντε, με το ίδιο κοστούμι

από γνήσιο ιρλανδέζικο τουίντ, το τεριέ του ο Τζακ,

ακόμα δυο ετών, στα πόδια του να τρέμει

 

Η μητέρα μου, εικοσιτριών, με φόρεμα λουλουδιαστό,

στη μέση σφιχτό, στο ψάθινο καπέλο κορδέλα,

έχει απλώσει στο γρασίδι κολλαριστό λευκό πανί,

τα μαλλιά της, το χρώμα του σταχυού, στο φως λουσμένα

 

Σερβίρει τσάϊ, από ένα θερμός, το γάλα κατευθείαν

από παλιό μπουκάλι σάλτσας, χαρτί τσαλακωμένο

αντί για φελό, σιγά-σιγά να στρώνει τα ίδια

τρία πιάτα, τα τσίγκινα κύπελα μπλε βαμμένα.

 

Ο ουρανός ασπρίζει, σα να φωτίζεται από ήλιους τρεις,

σκιάζει τα μάτια της η μάνα μου, κοιτάει προς τη μεριά

που στέκομαι, πάνω απ’ το ορμητικό ρέμα. Ένα βότσαλο

ρίχνει ο πατέρας μου στο νερό. Χωρίς βιασύνη καμιά

 

μου γνέφουν από την πέρα όχθη, τους ακούω

να φωνάζουν: «Το μονοπάτι στο ρέμα, βρες.

Το πέρασμα δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο νόμιζες»

 

Πως θα ‘ναι έτσι, δεν το ‘χα σκεφτεί ποτέ.

 

 

*

Δέκα περιπτώσεις επισκεπτών στο νοσοκομείο

 

1.

Η πρώτη μπαίνει φορώντας της Αρετής

τη νέον πανοπλία.

Σκορπάει ασταμάτητα χαμόγελα για όλες τις χρήσεις

σε όλους τους παρόντες.

Καταστρέφει την ελπίδα

στα στήθη των αρρώστων,

που αμέσως συνειδητοποιούν

ότι είναι αδύνατον ν’ αντιμετωπίσουν

τη θηριώδη καλή της θέληση.

 

Τέτοιο θάρρος δείχνει αυτή

μπρος στον ανθρώπινο πόνο!

 

Ευτυχώς δε μένει πολύ.

Μετά από μια γρήγορη γύρα στο θάλαμο

με τον τρόπο αντιτορπιλικού του ‘30

που πλέει περήφανα στη Μεσόγειο,

επιστρέφει σπίτι για μια βδομάδα

ή – με λίγη τύχη – πιο πολύ,

πυρπολημένη απ’ την κάψα της Αξίας της.

 

 

2.

Εμφανίζεται ο δεύτερος, μια μελαγχολική φιγούρα

θεολογικών αποχρώσεων·

Προσγειώνεται γύρω, σαν υγιής γύπας,

διανέμοντας βαθιά παγερή ελπίδα.

 

Οι ασθενείς τον κοιτούν επιφυλακτικά.

Οι περισσότεροι – ακόμα αβέβαιοι για τη φύση

του παράδεισου, της κόλασης , του αιώνιου κενού –

κρατάνε πισινή,

με το ν’ αποδέχονται τα λόγια του

με μισοκρυμμένη απάθεια,

εκτός από έναν γέρο, που φωνάζει

με μίσος πρόσφατα ανασκαλεμένο,

«Παράτα μας! Ουστ!

Φύγε…Φύγε…Φύγε

Άδειαζε μας τη γωνιά!

Ουστ!»

 

 

3.

Ο τρίτος απογοητεύει επιδέξια το θύμα του

που χαμογελά αδύναμα,

λέγοντας του

πώς πάνε οι βιολέτες,

πόσα γατάκια έκανε η γάτα,

πόσα κεραμίδια σπάσαν στη σκεπή

και πως κανείς δεν επισκέφτηκε τον ασθενή

για δυο βδομάδες, γιατί όλοι

ήταν κρυωμένοι και φοβόντουσαν μπας και φέρουν

το παλιομικρόβιο στο νοσοκομείο.

Τα μάτια του άρρωστου

θαμπώνουν. Δεν ενδιαφέρεται

για τις βιολέτες, τη γάτα, τη σκεπή, το μικρόβιο.

Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο χέρι ο ορός, το πρόσωπο

στο χρώμα ενός μόλις ξεθαμμένου φαραώ,

φορώντας το σκελετό του πάνω απ’ το δέρμα,

ωστόσο το μυαλό του φωτεινό, σαν κερί αναμμένο,

τον απασχολεί μόνο το εδώ, το τώρα

και περιμένει να μιλήσει

μόνο κι αποκλειστικά

για την κατάσταση του.

 

Δεν επιτρέπεται.

 

 

4.

Ο τέταρτος προσπαθεί να φτιάξει το κέφι

της ηλικιωμένης μητέρας του με αστειάκια,

κοφτερά σαν θραύσματα βόμβας.

«Σύντομα θα σε κάνουν να χοροπηδάς,

σα γαζέλα», της λέει.

«Να μη σου πω, θα παίζεις και ποδόσφαιρο».

Σχεδόν απτόητος απ’ το θέαμα του βάρους,

του γύψου, της αλυσίδας, του νάρθηκα,

ενός ζευγαριού από θανάσιμα σχεδιασμένες πατερίτσες:

«Άλμα επί κοντώ, θα κάνεις», λέει,

«δέκα φορές την πισίνα πέρα-δώθε».

Μ’ αυτές τις απίθανες προφητείες

η γηραιά κυρία κοιτάζει έντρομη

το άρρωστο, άρρωστο παιδί της.

Σκέφτεται πως θα ‘χασε τα λογικά του.

 

Κάτι που δυστυχώς φαίνεται να ισχύει.

 

 

5.

Ο πέμπτος, ένας γίγαντας απ’ τα χωράφια

με το κοστούμι να μυρίζει γάλα και σανό,

μεταβιβάζει το βάρος απ’ το ένα ταυρίσιο πόδι

στο άλλο, σαν για να αποφύγει

να ριζώσει μόνιμα στον απολυμασμένο χώρο.

Αραιά και που, του ξεφεύγει ένα βλέμμα τρόμου

προς τα πλάγια, σα να φοβάται μην ξεστομίσει

κάποια οικειότητα ή μήπως οι τοίχοι

ξαφνικά τονε στριμώξουν.

 

Κρατάει λουλούδια, ελαφρά, με δάχτυλα

το μέγεθος και σχήμα της μπανάνας,

φιλάει τρυφερά τη γυναίκα του στο μάγουλο

– άγγιγμα παιδικών χειλιών –

μετά ισορροπεί ακίνητος, για μισή ώρα

στη λεπτή καρέκλα.

 

Όταν τελειώνει το επισκεπτήριο,

βγαίνει με κομμένη ανάσα, μισοκλείνοντας τα μάτια

μ’ ανακούφιση στην ασφάλεια, στο φως.

 

Δε φαίνεται να προσέχει

το σούρουπο.

 

 

6.

Η έκτη επισκέπτρια λέει λίγα,

αποπνέει καθησυχαστικότητα,

χαμογελάει με σιγουριά.

Δεν διαθέτει μαύρο διαβατήριο σταφυλιών,

ή βίζα σοκολάτας. Κουβαλάει μιαν αλλαξιά

καθαρά ρούχα.

Τα στοιβάζει διακριτικά

στο ντουλάπι, ψάχνει γι’ άλλα.

Μιλάει χαμηλόφωνα με τη νοσοκόμα,

μακριά απ’ το μάτι, το αυτί του ασθενή.

Φτάνει εγκαίρως σαν την παλίρροια.

Δε μένει ούτε μια ώρα.

Ακόμα κι όταν έχει φύγει,

ο άρρωστος φαίνεται να τη νιώθει εκεί:

Μια παρουσία

που στηρίζει.

 

 

7.

Ο έβδομος επισκέπτης

μυρίζει άφτερ-σέϊβ από αλκοόλ.

Συχνά βρίσκει τον φίλο του

να κοιμάται βαθιά: στ’ αλήθεια ή όχι

δεν διευκρινίζεται ποτέ.

 

Δεν τον πειράζει· περιφέρεται στον θάλαμο

ψάχνοντας παρακατιανούς ασθενείς, με έκφραση χαμένη,

χωρίς επισκέπτες,

που προσποιούνται τους μισοκοιμισμένους

ή διαβάζουν κάποιο βιβλίο.

 

Εξετάζει ακατάπαυστα τη φύση

κάθε ασθένειας κι εύκολα πετάει

ισοπεδωτικά για την αυτοπεποίθηση:

«Α, πριν γίνεις καλά

θα χειροτερέψεις πρώτα».

 

Πέντε λεπτά πριν χτυπήσει το κουδούνι

για τη λήξη του επισκεπτηρίου,

ο φίλος του ανοίγει μάτι-ξυπνητήρι.

Ο επισκέπτης κοιτάει το ρολόϊ του.

Σήμερα είχε παζάρι. Η παμπ θα ‘ναι ακόμα ανοιχτή.

 

Το κουράγιο χρειάζεται ανεφοδιασμό.

 

 

8.

Ο όγδοος επισκέπτης παρουσιάζει απείρως μεγαλύτερη

αποσύνθεση, αρρώστεια κι αδυναμία απ’ οποιονδήποτε ασθενή.

Το πρόσωπο του είναι ένα μοναδικό γκρι.

 

Κοιτάζει γύρω με αρχέγονα μάτια,

σάμπως απ’ την άλλη άκρη του Χρόνου.

Γ’ι αυτή του την εμφάνιση

φαίνεται σαν να ‘χει σηκωθεί από τον τάφο.

Μια μυρωδιά από λευκά άνθη πλανάται.

Η τσαλακωμένη εικόνα σάβανου, ελαφρά χρησιμοποιημένου.

Πασάρει αργά στον άρρωστο

μια σακκούλα με αλεξίσφαιρα

σπιτικά κουλούρια,

μια δυνατή, θανατηφόρα τούρτα

«για να συνοδέψεις το τσάϊ σου»,

ή ένα μπολ με φρούτα τόσο βαρύ,

που κινδυνεύει να σπάσει

τα γυάλινα δάχτυλα του.

 

Ο ασθενής παίρνοντας αμέτρητο κουράγιο,

τον ευχαριστεί με ενθουσιασμό, όχι για

τα πορτοκάλια, τα κουλούρια, το κέϊκ,

αλλά για το ιαματικό θέαμα

κάποιου, που είναι προφανώς χειρότερα

κι από τον ίδιο. Ξεπερνάει την κρίση,

αρχίζει να καλυτερεύει.

 

 

9.

Η ένατη επισκέπτρια είναι η ζωή.

 

 

10.

Ο δέκατος συνήθως δεν ονομάζεται.

 

*************************************

EΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Τσαρλς Κόζλι (1917-2003) ήταν ποιητής και συγγραφέας από την Κορνουάλη. Ο θάνατος του πατέρα του όταν ο Causley ήταν έφηβος, είχε ισχυρό αντίκτυπο πάνω του και επηρέασε τις ποιητικές του ευαισθησίες. Στα δεκαέξι του άρχισε να εργάζεται σαν οικοδόμος, αν και αργότερα σπούδασε κι έγινε δάσκαλος.Το έργο του χαρακτηρίζεται από απλότητα, που πολλές φορές είναι όμως παραπλανητική. Έγραφε συχνά σε μορφή μπαλάντας, εμπνευσμένος από τη λαογραφική παράδοση της γενέτειράς του Κορνουάλης. Το Eden Rock είναι πλασματική περιοχή, βασισμένη σε τοποθεσία της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά εξιδανικευμένη και με τις μεταφυσικές προεκτάσεις του ονόματος στα αγγλικά (Εδέμ).