Έχοντας διαβάσει κανείς και τις τρεις ποιητικές συλλογές της άτυπης τριλογίας του Γιώργου Κοζία, το «Πολεμώντας υπό σκιάν…» (2017) τον «Εξάγγελο» (2021), και τώρα το «Τι αιώνα κάνει έξω;» (εκδόσεις Περισπωμένη) διαπιστώνει τον επαναστατικό του λόγο, που ενεργοποιείται από την οργή του, την αγανάκτησή του, αλλά και τη βαθιά μελαγχολία του για τον σημερινό κόσμο. Καταγγέλλει και αφυπνίζει. Με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε, κάπου θα συντελεστεί επιτέλους μια αλλαγή και θα επικρατήσει η ανθρωπιά επί της βαρβαρότητας.

«Τι αιώνα κάνει έξω;». Ερωτηματικός ο τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής και θα έλεγε κανείς ότι το ερώτημα αυτό ζητά απάντηση. Ωστόσο, η εν λόγω συλλογή δεν προσφέρει απαντήσεις. Αντιθέτως, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, μας δίνει ένα κέντρισμα ώστε να σταθούμε απέναντι σε έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στον πόλεμο, τη βία, τη φτώχεια, την απανθρωπιά, παραπαίει, σκοντάφτει και κατρακυλάει σε απύθμενη άβυσσο.

Σκοπός της ποίησης του Γιώργου Κοζία δεν είναι να παρασύρει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Είναι ποίηση που φέρνει τον αναγνώστη προ των ευθυνών του. Του δίνει μια ώθηση να στοχαστεί σε επίπεδο ιστορίας, πολιτικής, συλλογικής μνήμης.

Δωρικά και αυστηρά τα ποιήματά του, δίχως τίποτα το περιττό, είναι γεμάτα αιχμές, αλλά και δίνουν χώρο στις σιωπές. Κάθε λέξη διαλεγμένη προσεκτικά, υπερασπίζεται τον λόγο ύπαρξής της και λειτουργεί ως οργισμένη –και απεγνωσμένη- κραυγή για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν γύρω μας –κοντά ή μακριά μας, δεν έχει σημασία- κι εμείς στεκόμαστε –παραζαλισμένοι, άναυδοι- μπροστά τους, ως απαθείς μάρτυρες ενός συνεχόμενου κατήφορου, προς τον ανεπανόρθωτο όλεθρο.

Η γραφή του Γιώργου Κοζία, συνεπώς, έχει πολιτική διάσταση, όχι με τη στενή έννοια της ιδεολογίας, αλλά με την ευρύτερη ριζοσπαστική έννοια του να παίρνεις θέση στον κόσμο. Ο λόγος του είναι στρατευμένος, αλλά στρατευμένος στην ανάγκη της μνήμης, της ευθύνης, της αφύπνισης. Ο ποιητής εδώ δεν είναι θεατής, είναι μάρτυρας μιας εποχής που πνέει τα λοίσθια. Με τη δύναμη της γραφής του, αντιστέκεται μήπως και κάτι μπορέσει να διασωθεί. Επικαλείται τη μνήμη για να αντλήσει δύναμη και να σταθεί απέναντι στον ζόφο και να φωνάξει:

«πέτα καταραμένο ανθρώπινο Τίποτα, πέτα!», με την ελπίδα πως:

«θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα. /Θα ‘ρθει μια μέρα με λάμψη και φωτιά»

όπως γράφει στο ΔΕΡΜΑΤΑΔΙΚΟ (Μπρεχτικό παράδοξο).

 

 

 

Και μέσα από το ξύπνημα της μνήμης, προβάλλουν μορφές από το παρελθόν –ιστορικές, μυθολογικές, λογοτεχνικές– που διαπλέκονται με το παρόν, και παίρνουν θέση σε ένα πεδίο μάχης. Θυμίζοντας ότι η Ιστορία είναι σειρά από τραύματα, λάθη και αγώνες που επιμένουν να επιστρέφουν.

«Κι αυτός που υψώνει τύμβους/Κι αυτός που φτιάχνει τις καμπάνες/Όλοι από λάσπη είμαστε φτιαγμένοι».

Διότι πολύ απλά ο άνθρωπος είναι μια μηχανή αμετανόητης επανάληψης.

«Κακορίζικε άνθρωπε», αναφωνεί ο ποιητής:

«γυμνός και μόνος στο Βασίλειο της Ανάγκης/δούλος στρατώνος/ μοίρα σου η δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά.

Αχ Φραγκοράφτη, αχ! Χνούδι μου, μας έφαγε ο Ερημόκαμπος». Για να επισημάνει:

«τι μένει από τον άνθρωπο, ζωή χωρίς θέμα και ήρωα/φτιαγμένη από κενό γκρεμισμένη/μια πόρνη αιωνιότητα/να σφάζει με την ηδονή στο μαχαίρι».

Ζητώντας ευσπλαχνία για:

«τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»

Ο Γιώργος Κοζίας γνωρίζει ότι οι λέξεις του δεν θα σώσουν τον κόσμο, -αλλά ίσως θα πυροδοτήσουν τους ανθρώπους, ώστε να κρατηθούν ζωντανοί μέσα σ’ αυτή «την καταραμένη εποχή που πέτρωσε τα τραγούδια» όπως γράφει, να παλέψουν για ένα καλύτερο παρόν και ένα φωτεινότερο μέλλον. Υπερτονίζοντας αυτό και κλείνοντας τη συλλογή του, κραυγάζει με πάθος και προσμονή:

«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!».

 

 

*****************************************************************************

Η Κρίστυ Κουνινιώτη είναι δημοσιογράφος. Έχει μεταφράσει λογοτεχνία, μελέτες, δοκίμια από τα Γαλλικά και τα Αγγλικά.