Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΥ

Σαρτρ

Μπρος στη βαριά Μητρόπολη που η θύελλα τη χτυπά
καθώς την πίστη τη χτυπά βαριά η αμφιβολία
απρόσμενα νιώθει κανείς να τον τραβάει ψηλά
ενός χαμόγελου η αβρή, η ραδινή υποψία:

άγγελε, αισθαντική μορφή, που αχνά υπομειδιάς
και απ’ άλλων χείλη πάμπολλα γίναν τα δυο σου χείλη,
δεν το ψυχανεμίζεσαι πως λάθος τις μετράς
τις ώρες που μετράμε εμείς απ’ το πρωί ώς το δείλι,

στην πλάκα την ηλιακή ετούτη τη δική σου
όπου βαραίνει το ίδιο εκεί καθένας αριθμός,
σαν να ’ταν όλες ώριμες και πλούσιες εξίσου;

Τι ξέρεις, πέτρινε άγγελε, αλήθεια εσύ για μας;
ή μήπως πιο χαρούμενος, πιο χαμογελαστός,
την πλάκα σου στη σκοτεινιά της νύχτας κουβαλάς;

///

ΒΟΥΔΑΣ

Σαν ν’ αφουγκράζεται ήταν. Τη σιγή: από πέρα…
Στήσαμε αυτί κι εμείς, μα δεν ηχούσε πια.
Είν’ έν’ αστέρι αυτός. Κι άλλα πελώρια αστέρια,
σ’ εμάς αθέατα, του στέκονται κοντά.

Είναι το παν αυτός. Ελπίζαμε η ματιά του
να πέσει πάνω μας; Μα ποια ’χει ανάγκη αυτός;
Και να προσπέφταμε στα πόδια τα δικά του,
θα ’μενε αυτός στα βάθη του, σαν ζώο αργός.

Γιατί το κάλεσμα που εμπρός του μας τραβά,
μύριες μυριάδες χρόνια μέσα του πλανιέται.
Ό,τι γνωρίζουμε εμείς αυτός τ’ αρνιέται,
κι ένα γνωρίζει: εκείνο που μας κυβερνά.

///

ΓΑΛΑΝΗ ΟΡΤΑΝΣΙΑ

Σαν της μπογιάς το πράσινο σ’ ένα δοχείο στεγνό,
στεγνά κι αχνά τα φύλλα της μόλις χλοΐζουν
πίσω από τα λουλούδια της, που αχνό ένα γαλανό
χρώμα φορούν δειλά, σαν να το καθρεφτίζουν.

Το καθρεφτίζουν ασαφές, κλαμμένο λες, θαμπό
σαν φόρεμα παράταιρο που δεν τους κάνει,
όπως σε κάτι επιστολών το αρχαίο μελάνι
διακρίνεις μέσα το σταχτί, το βιολετί, το ωχρό.

Ξέθωρο ένα γαλανό, σαν παιδική ποδιά
αχρείαστη πια, που τίποτα δεν της συμβαίνει:
το σύντομο το πέρασμα κάθε μικροζωής.

Μα νέα ζωή το γαλανό μοιάζει να παίρνει
σε κάποιο απ’ τα λουλούδια ξαφνικά· σκιρτά κανείς
μόλις το δει: στο πράσινο μπροστά ν’ αγαλλιά.

///

Η ΓΑΖΕΛΑ

Aντιλόπη δορκάς

Η συγχορδία δύο λέξεων πώς μπορεί,
να αμιλληθεί τούτη τη –μαγεμένη!– ρίμα
που αστράφτει επάνω σου σαν εναρμόνιο σήμα.
Στο μέτωπό σου λύρα φυλλωμένη ηχεί

και κάθε τι δικό σου είν’ άξιο να σταθεί
πλάι στα πιο απαλά ερωτικά τραγούδια
που και μετά το διάβασμα, σαν να ’ν’ λουλούδια,
πάντα στα μάτια ζουν που έχουν σφαλιστεί,

εσένα για να δουν: να τρέχεις λες και κάννη
γεμάτη μ’ άλματα είν’ το βήμα σου, που απλώς
δεν τα εκτοξεύει όσο στην κεφαλή ο λαιμός

ακόμη επιβάλλεται: έτσι όπως κάνει
μέσα στο δάσος μια γυναίκα στο λουτρό της,
στη λίμνη ξαφνικά όταν δει το πρόσωπό της.

///

Ο ΚΥΚΝΟΣ

Ετούτη η πάλη, που ποτέ της δεν καρπίζει,
δέσμιος να τρέχεις για να πας λίγο πιο πέρα,
μοιάζει με κύκνο που έξω απ’ το νερό τρεκλίζει.

Όμως ο θάνατος, η ανάληψη εκείνη
από το χώμα που πατάμε κάθε μέρα,
μοιάζει με κύκνο που δειλιάζει εμπρός στη δίνη –

μπρος στο αφρισμένο το ποτάμι που κυλά
και που χαρούμενο τον δέχεται απαλά
και διαβατάρικο μακριά πολύ τον παίρνει·
ενόσω αυτός, βέβαιος τώρα πια εντελώς,
όλο πιο ατάραχος, όλο πιο αρχοντικός,
με πίστη αφήνεται στο ρέμα που τον σέρνει.

///

Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ

Στο Jardin des Plantes

Τα κάγκελα που τον κρατούν έχουν κουράσει
τόσο το βλέμμα του που πια είναι σαν τυφλό.
Όλα είναι κάγκελα γι’ αυτόν, κάγκελα δάση,
κάγκελα χίλια που έχουν ζώσει ένα κενό.

Το ρωμαλέο το βήμα του μάταια γυρεύει
φυγή απ’ τον κύκλο που ’ναι ασφυκτικά βραχύς,
μοιάζει σαν δύναμη πελώρια που χορεύει
γύρω απ’ τον άξονα μιας θέλησης νωθρής.

Σπάνια μόνο της ματιάς του η αυλαία
βουβά σηκώνεται. Μια λαμπερή σκιά
τότε τινάζει το κορμί του ακαριαία –
κι ύστερα σβήνει μόλις φτάσει στην καρδιά.