Σας γράφω αυτό το γράμμα γονατιστός
Τη νύχτα, ω λαέ των χιλίων Θερμοπυλών,
Και κάθε λέξη που γράφω,
Αν είναι με κάποιο τρόπο άξια στα μάτια σας—
Γιοι του Σόλωνα, κόρες του Περικλή—
Θα λάμψει από φως.
Θεωρήστε αυτό το γράμμα
Ως χειρονομία συμβολική, καθυστερημένη προ πολλού
Από τον αιώνιο οφειλέτη σας—
Μια ηχώ φλεγόμενη μέσα από
Τη σιωπή και τον θάνατο που σωρεύονται πάνω σας
Με φωτιά και σπαθί, με λιμό και με δεσμά—
Μια ηχώ της τρομπέτας που φύσηξε ο Πλάτωνας
Πέρα από το σκοτάδι που γνώρισαν οι άνθρωποι
Όχι από έναν έντιμο εχθρό,
Σε ίση μάχη, χτύπημα προς χτύπημα,
Κάτω από έναν αξιοπρεπή ουρανό,
Κάτω από τον αμερόληπτο ήλιο,
Όπου αφεθήκατε τελειωμένοι να πεθάνετε.
Α, όχι!
Αλλά με κάθε ολισθηρό τέχνασμα
που ο λύκος και η γερακίνα χρησιμοποιούν·
Καταδιωκόμενοι από εκείνη την αισχρή αγέλη
Σε ύπουλη και αποτρόπαια επίθεση
Χτυπηθήκατε τελικά όταν, λιποθυμημένοι από την πείνα,
Δεν μπορούσατε πλέον
Να σταθείτε και να αντεπιτεθείτε
Και όταν πέσατε, πέσατε σαν κάποιο μεγάλο αστέρι,
Όχι σπασμένο από ήττα ή χλωμή παράδοση,
Αλλά σε τρομερής λαμπρότητας πτώση,
Πέφτοντας για πάντα και πέφτοντας,
Και η γη και ο ουρανός και οι πύργοι του χρόνου,
τόσο κοντά όσο και μακριά,
κλονίστηκαν από τις κραυγές του τρόμου που καλούσαν,
Και οι αιματοβαμμένοι τροχοί του πολέμου,
Φωτεινοί και μαχητικοί,
Στο στερέωμα άφησαν μια ωρυόμενη ουλή.
Έτσι πέσατε· όμως, πεθαίνοντας, ρίξατε
Μια σκιά στους κρατήρες της σελήνης τόσο απέραντη
τόσο φωτεινή,
Όπως η τρομπέτα του Αρχαγγέλου
Φωτός,
Μια σκιά και στις καρδιές των ανθρώπων,
Για να τεντώσει τις ψυχές μας από τον παράδεισο μέχρι την κόλαση!
Αυτό δηλώνουμε:
Σε όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται σε ακραίες καταστάσεις παντού,
Στη γη και το νερό, στη φωτιά και τον αέρα,
Ορκιζόμαστε επίσημα:
Ο Όμηρος δεν είναι νεκρός,
Τα λογόνια που γέννησαν
Τον Οδυσσέα θα ξαναγεννήσουν
τέτοιους άντρες
(Το πνεύμα του Μπότσαρη, του Βύρωνα,
Της Μαυροκορδάτειας φυλής
Του Σιδήρου).
Αυτό είναι το πιστεύω μας:
Ο ήλιος
Που βλέπει
Φασίστες και Ούννους
Εκκαθαρισμένους από τη γη του Δημοσθένη
Θα κοιτάξει ξανά με έκπληξη
τον Παρθενώνα!
Αυτό, λοιπόν, είναι όλο.
Δεν άφησα τίποτα ανείπωτο:
Η αψιθιά, η θλίψη,
Το θάρρος, η ταλαιπωρία.
Τίποτα δεν μπορεί να είναι
Τόσο μεγάλο όσο η αγωνία,
Και η αγωνία βασιλεύει και μπορεί να μιλήσει
Μόνον Ελληνικά.
***
Το ποίημα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Saturday Evening Post” (1943), ομού με τον πίνακα του Robert Riggs (1896-1970), o οποίος αποτυπώνει το αδάμαστο πνεύμα των ταλαιπωρημένων Ελλήνων, με φόντο τον Παρθενώνα.









