άσε με να πω για την ελπίδα
την ώρα που
γεννιέται ένα μωρό, και κρέμονται τα πόδια
και σπαρταράει φρέσκο αίμα, σαν τις πηγές
του Ολύμπου
και το κεφάλι αργεί να κλείσει,
θέλει χρόνο το κρανίο
θα έλεγα χρόνια, ακόμα και μία ολόκληρη
ζωή, σαν τη δική μας,
εμείς ,οι ερωτευμένοι με τον ουρανίσκο
και το πεπτικό του άλλου,
ακούμε συχνά τη βροχή, χωρίς να υπάρχει
τίποτα
μόνο αυτή η στιγμή
σκέφτομαι
ότι δεν σκέφτομαι
τίποτα,
τα πέντε λεπτά
ανησυχίας
τα ηρέμησε
η ξαφνική
βροχή,
η μυρωδιά
στο χώμα,
κι έλεγα λοιπόν ότι
η ελπίδα
είναι μία λέξη,
που δεν μου αρέσει
όμως,
είναι δίπλα στο άδειο το
κεφάλι,
και ξημερώνει
ακόμη
ένα καλοκαίρι,
στην πιο ζεστή πόλη
αλλά εγώ ζω μέσα στο πηγάδι,
εδώ,
δεν έχει μεγάλες αλλαγές
*
το μεγάλο
ύψος
πάντα με τρόμαζε,
απ’ όπου
κι αν το κοιτάξω
νιώθω
ευγνωμοσύνη,
πώς με κρατάει
η άκρη
ενός γκρεμού;
αφού
την ξεγελάω,
λέω ψέματα,
δεν είμαι νεράιδα
δεν είμαι
δυνατή
δεν έχω μνήμη
δεν έχω εσένα
απλά
στέκομαι
σταθερά
εκεί,
στην ανάσα
*
τριάντα Αυγούστου
στην εθνική οδό
το πόδι χαϊδεύει
την ταχύτητα
σιγά σιγά
γυρίζω σπίτι,
με περιμένει
αριστερά του κερατοειδούς
μια ξερακιανή
βουκαμβίλια
στη σωστή γωνία,
εκεί που κάθονται
όλα τα πράσινα
εισιτήρια,
φεύγω έρχομαι
τι λάθος, τι σωστό
οι αποφάσεις
που πήραμε
αγέρωχες
χαμογελούν
στο χώμα









