Μακριά απ’ τα πολλά φώτα και τη συνάφεια του κόσμου, μακριά απ’ τις πολλές κινήσεις κι ομιλίες, η χαμηλών τόνων, αισθαντική εργάτρια των λέξεων -που πιασμένες χέρι χέρι κεντούν ακριβή ποίηση- Κορίνα Καλούδη συνεχίζει να μας χαρίζει το προσωπικό της γεμάτο ανταύγειες ποιητικό ημίφως μέσω των ποιητικών της μικροαφηγήσεων και μονολόγων. Την θαυμάσαμε με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Και βέβαια τους φοβάμαι», το 2020, για να επιστρέψει δύο χρόνια μετά (αυξάνοντας και δικαιώνοντας τον θαυμασμό μας) με τη δεύτερη ποιητική της ανθολογία «Χρειάστηκε να κλέψω» και, σταθερά από τις εκδόσεις Περισπωμένη, λίγους μήνες πριν, η Καλούδη εξέπεμψε νέο σήμα με το τρίτο της εξαίρετο ποιητικό βήμα υπό τον τίτλο «Άλλος ο φόβος τώρα». Ακόμα πιο ώριμη, ακόμα πιο ευθύβολη, με ποιήματα που κινούνται μεταξύ του προσωπικού και του συλλογικού, με λόγο κοφτερής τρυφερότητας και τρυφερής μαχαιριάς, λόγο περιεκτικό μες στην οικονομία του, καλά μετρημένο, αυστηρά λιτό, υπόγειο, βιωματικό και ακαριαίο.
Η κοινωνία, η οικογένεια, το τραύμα, ο εαυτός , ο κόσμος, όλα είναι εδώ και εναλλάσσονται ως θεματικοί άξονες στο νέο ποιητικό βιβλίο της Κορίνας Καλούδη μαζί μ’ ένα φόβο άλλο, ενδόμυχο, παρόντα σαν σκιά και εχθρός πίσω από φυλλώματα και τεχνητές ηλιαχτίδες. Η ζωή προχωρά, οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, αγαπούν στ’ αλήθεια και στα ψέματα, εκμεταλλεύονται, απουσιάζουν, στέκονται αμήχανοι μπροστά στον εαυτό τους που τους προδίδει, διαπράττουν εγκλήματα κι αυτοκτονούν βουλιάζοντας στους καναπέδες τους, περπατούν πλάι στο κύμα και στο κενό της ύπαρξής τους. Η σιωπή ακούγεται και τα δέντρα εξακολουθούν να ψηλώνουν δίχως να χρειαστεί να μάθουν τίποτα. Κι η γραφή της Καλούδη είναι αναγνωρίσιμη: ακόμα κι αν δύο στίχοι της ήταν γραμμένοι σ’ ένα τοίχο σε μια συνοικία της Αθήνας ή του κόσμου, θα ήμασταν βέβαιοι πως ανήκουν σ’ εκείνη.
Στο «Άλλος ο φόβος τώρα», η ποιήτρια (και το ποιητικό της υποκείμενο) έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους φόβους της και τους φόβους μας, με το οικείο και τ’ ανοίκειο. Και τα καταγράφει. Λιτά. Ελλειπτικά. Αλληγορικά. Με ρυθμό σαν θάλασσας τραγούδι. Το ποιητικό υποκείμενο / Η αφηγηματική φωνή κρύβεται και συνομιλεί με τη ζωή χθες και τη ζωή εδώ και τώρα, φανερώνει όσα επιθυμεί να φανερωθούν, όσα η καρδιά επιθυμεί να φανερώσει. Συχνά, το ποιητικό εγώ μετατρέπεται σε ποιητικό εσύ, εμείς, αυτοί. Και τα τραύματα συναντιούνται και καθρεφτίζονται σε σπασμένο γυαλί σ’ ένα σταυροδρόμι υπογείων ρευμάτων κι εκεί εμφανίζονται πρόσωπα που έφυγαν κι επιστρέφουν ζητώντας συγχώρεση, προσφέροντας ύστερο χάδι, μ’ ένα σκοτάδι ριζωμένο στο βλέμμα και με μια παλιά αίσθηση ενοχής γιατί δεν αγάπησαν αφού δεν έμαθαν να αγαπούν. Το ποιητικό υποκείμενο ζυγίζει, προσθέτει, αφαιρεί, θυμάται, πονά, αποδέχεται, προσδοκά, εξομολογείται, πιάνει με τα χέρια τα κίτρινα φύλλα της μνήμης και την περιεργάζεται, συγκινείται και (μας) συγκινεί. Μιλά και εκφράζεται ψιθυριστά σχεδόν, υπομένοντας, βλέποντας κατάματα τα γεγονότα, τις σκιές του έρωτα και της μνήμης, επαναστατεί με τις λέξεις, το νόημα και τη βαρύτητά τους κάνοντας τις λέξεις όπλα, αγκαλιές και φως ιλαρό στην υπαρξιακή περιπέτεια. Διακριτικά κι αιχμηρά, υπερασπίζεται τη /μια μικρή δόση ελπίδας αντικρίζοντας τα κτίρια που υψώνονται γύρω απ’ την ψυχή και το σώμα, τον άνθρωπο και τις κίβδηλες υποσχέσεις του, τον άνθρωπο και τα εγκλήματά του, τον μεθυσμένο απ’ την εξουσία που παρελαύνει με αστραφτερή φορεσιά. Κι όλοι εκείνοι που δικάζουν κι αθωώνουν, που προστάζουν «έλα» και «φύγε» και που παίζουν με την καρδιά και το θαύμα, μπαίνουν στο αθόρυβο στόχαστρο του ποιητικού υποκειμένου, σ’ ένα άτυπο πρώτο μέρος αυτού του μικρού ποιητικού τόμου. Κι ένα δεύτερο μέρος, συνεχίζεται πιο βαθύ κι εξομολογητικό, για το σώμα που προστατεύει τα φτερά του απ’ της ανθρώπινης φύσης τα χέρια και τα δόντια. Εδώ κι ο άλλος φόβος.
«….Άλλος ο φόβος τώρα που μπαίνει απ’ το παράθυρο τις νύχτες
Άλλοι κι εμείς που σκάβουμε να βγούμε απ’ το χώμα»
Χωρίς σημεία στίξης. Εδώ κι εκείνο το παιδί που θα ‘χανε μελλοντικά πίστη και αίμα μαθαίνοντας τί είναι αγάπη, τί είναι μοναξιά, ποιός είναι ο κόσμος -ο μικρός, ο μεγάλος, ο ασήμαντος-. Το παιδί που έφυγε και γύρισε, που ακόμα επιστρέφει και φεύγει, παίζοντας με τα στάχυα, αγνοώντας (τότε – τώρα – πάντα ) τις παγίδες. Εδώ κι ένα δωμάτιο με κλειστή πόρτα κι έξω απ’ την πόρτα το παρόν φύλακας του παρελθόντος. Κι η νύχτα, μες στη σκληρότητά της, είναι στοργική και τα κουκουλώνει όλα μες στο σκοτάδι της. Κι εκεί γεννιούνται μια Επαφή και μια Αναμονή, πάντα στο ίδιο μέρος.
Η ένταση της μνήμης δυναμώνει. Φέρνει το τέλος και τη συντριβή, φέρνει πρόσωπα που έπλασαν άλλα πρόσωπα και τα διαμόρφωσαν σε χρόνο ραγισμένο, δίνοντας μισή εξήγηση μ’ένα νεύμα, μ’ένα φευγαλέο βλέμμα, με ένα σιωπηλό ψέμα, με μια εκκωφαντική αλήθεια, με μια απουσία. Η αλλαγή ρόλων, η μητέρα, τα σημάδια που δεν χάνονται και το θρόισμα μιας αγκαλιάς απ’ την απέναντι όχθη. Μαζί με τη φθορά, τον πόνο, τη συγχώρεση. Χωρίς μεταφορές.
Η Κορίνα Καλούδη και το ποιητικό της υποκείμενο τολμούν βουτιά σε απύθμενα βάθη και βγάζουν στην επιφάνεια μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων που γίνονται μικρές ποιητικές ιστορίες για την ύπαρξη και την ύπαρξή μας, για το τέρας που φιλοξενούμε μέσα μας, για την αδεξιότητα ν’ αγαπάμε, για τα ανεπούλωτα τραύματα, για το βαρύ φορτίο της κάθε δύσκολης αγάπης, για τον φόβο που ριζώνει και γεννά μέσα μας αιώνια μαύρα άνθη. Υπαινικτικά και με πηγαία τρυφερότητα, μεστά και με υπόγεια αιχμηρότητα, η Καλούδη γοητεύει για μια ακόμα φορά και μας συνεπαίρνει στα τοπία της, στους στοχασμούς της, στα ζεστά γκρίζα νερά της προσωπικής της θάλασσας.









