Νανούρισμα
Κοιμήσου, παιδί μου, σώπασε πια, όχι άλλο:
Τώρα σαν αγέρι σιωπηλό, σα δέντρο μεγάλο
σαρώνει η νύχτα πάνω απ’ την πολιτεία,
σα φύλλα, κάθε μας πείνα, κάθε λατρεία.
Κοιμήσου, ξεκουράσου όσο σου’ναι δυνατό
σύντομα θα ‘ρθεί το πρωινό.
Κι αλλού έτσι την αγάπη ανακινούνε,
αλλού τον άφωνο σκοπό τραγουδούνε:
Όπου κοιμούνται ή ξυπνούν παιδιά,
ανυψώνεται η ψυχή, ραγίζει η καρδιά.
Κοιμήσου, αμέριμνος να’σαι, όσο το μπορείς,
σύντομα άντρας θα γενείς.
Και παντού επινοούν οι άνθρωποι οι καλοί
λόγους καλούς για να μην είναι ζωντανοί.
Κι ακόμα κι αν χτίσουν ό,τι καλύτερο μπορούν,
κανείς δε θ’άντεχε να σου πει αυτά π’ ακολουθούν.
Κοιμήσου, παιδί, για των γονιών σου το χατήρι,
σύντομα θα σε ξυπνάει το ξυπνητήρι.
****
Σονέτο IV
Σε μια από σάρκα έχω δημιουργηθεί αλυσίδα,
που στη σκόνη χάθηκαν τ’ αρχαία της μήκη
κι αν είναι εύθραυστη σαν τη δροσοσταλίδα
που διαλύεται το πρωί, την έχω παρακαταθήκη:
Η σάρκα αυτή που υπήρξε, όσο ζούσε στον αιώνα,
πάλευε κι ήταν γενναία, πάλευε και μηδέν ήτανε πάλι.
Τώρα είναι δική μου, να διεξάγω ακόμα τον άξιο τους αγώνα
κι αποτυγχάνοντας, ν’ αναζητώ αυτό που στόχο είχαν βάλει.
Που εκείνοι ποτέ δε φόρεσαν, μου’χουν δοθεί φτερά.
Που εκείνοι ποτέ δε γνώρισαν, μου ‘χει δοθεί ελπίδα.
Κι ήταν γενναίοι, αυτοί που δε μπορούνε να ‘ναι πια.
Κι αυτοί που ζουν καλοί, μικρή πια κατακλείδα.
Έργο μου ν’ αγγίξω τον πηλό τους με αθανασία
και θ’ αποτύχω, και θα ενωθώ μ’αυτούς, παρά την προδοσία.
**
Σονέτο V
Χωρίς δύναμη πια στέκονται μαζεμένοι στη σκιά,
τυφλοί σε κάθε αγώνα και όλοι τους τυφλοί στον καημό,
αυτοί που ύψωσαν τον πύργο, που την απριλιάτικη βραγιά
σημάδεψαν, προστατευμένοι, μου επισκιάζουν τ’ άτολμο μυαλό.
Αυτά τα χέρια που ‘δωσαν την δύναμη την άγρια, την καλή
στους κόπους του καλοκαιριού, το φθινόπωρο δεν τα λυπήθηκε.
Αυτό το μυαλό που γνώρισε την άσπιλη ώρα, την καθαρή,
τώρα σ’ έναν μεταβαλλόμενο αέρα επάνω διαλύθηκε.
Κόκκαλα κούφια, τα χέρια π’ ανυπομονούσαν να βοηθήσουν
(Νου, νου, το σκληρό άλγος και το τελειωτικό:
ότι καρπούς κάνεις, από μόνοι τους πρέπει να καρπίσουν!)
το σπασμένο κράνος γνέφει στο γύρω του κενό.
Έτσι αποκαλύπτομαι απ’ τη μάστιγα αυτής της σκιάς
και στέκομαι άξονας του γοργού μεσημεριού, της άπλετης νυχτιάς.
**
Ένα ποίημα ποιητών
Πρσοφέροντας κάθε μια τα δικά της ανεκτίμητα βάρη,
περνούν οι σκληρές και γενναιόδωρες εποχές:
η αγάπη τη μοναδική της χαρά, το τέλος τη λύπη που του αντιστοιχεί,
η ομορφιά την εικόνα της, τον πόνο της η αναζητούμενη σοφία:
το μυαλό τόσο πλούσια προικισμένο, μαραμένες όλες του οι ανταμοιβές·
αναιμικές, ξερές, άχαρες, που η χλωρή τους ώρα ήταν περαστική,
θανάσιμους γρίφους ψιθυρίζουν στο μπερδεμένο, μελλοθάνατο χορτάρι:
σε λίγο χωρίς σκέψεις θα μείνει το μυαλό, σε λίγο στην προγονική βροχή
τα φθινοπωρινά φύλλα δε θα είναι πια λαμπρά μνημεία.
Η γλώσσα ίσως να μη βρίσκει λέξη, το μυαλό μένει ενεό,
ούτε το καθένα μπορεί μια σκέψη ποτέ να θεμελιώσει,
κάτω απ’ την τρομερή στιγμή κάθε έμπνευσης υψηλής,
κάτω απ’ την εκτυφλωτική και ουράννια φωτιά,
δεν είναι άξιο, σ’ Αυτόν που τη δημιουργεί, ευγνώμονα τιμή ν’ αποδώσει:
γι’ αυτό με επίχρυσους επαίνους και θρήνους ψευδείς,
τραγουδάμε -πολύ αργά για ν’ ακουστούμε- προς τον ουρανό
που σκοτεινιάζει, που σύντομα θα χαμηλώσει μέχρι τη γης,
κι η ταπείνωση που πλημμυρίζει με περηφάνια τη βελανιδιά, καίει την παπαρούνα με πεθυμιά.
Όλες οι εποχές περνούν, καθεμιά πετάει ψηλά χαμένη,
γι’ άλλη μια φορά η ζωντανή φωτιά γι’ αναπνοή χαρίζεται στο μυαλό,
γι’ άλλη μια φορά από πράσινα, ιερά, μαζεμένα φύλλα δημιουργούμε
-με σύντομες, σπιτικές ανθοδέσμες, αυστηρά υπαινικτικές-
περηφάνεια, τέχνασμα, απελπισία, το μισο-αγιασμένο μας στεφάνι, τ’ αγριωπό:
για να στέψει το μυαλό με φήμη, το Θεό με πάθος που στη γη κρατούμε,
να μαγαρίσει την αλήθεια με ομορφιά, μια ιερή πόρνη μ’ αγάπη αρρωστημένη,
γι άλλη μια φορά, τώρα για πάντα, θα’ρθει αυτή η θυσία, απ’ όπου θα σηκωθούμε
για να καταδικάσουμε με μισότυφλη δύναμη κι άλλους ποιητές.
**
Μπλουζ της επιστροφής
Τώρα είμαστε σπίτι, με τη μαμά και τον μπαμπά
και πίτα από βατόμουρα ψητή:
ακριβώς αυτά για τα οποία πολεμήσαμε
και τώρα αναρωτιόμαστε γιατί.
Γιατί η μαμά είναι μια «εξώλης»
και ο μπαμπάς ό,τι πιο βαρετό,
κι όσο για το καλό φαϊ στο σπίτι,
το ‘χαμε μπουχτίσει πριν καιρό.
Κι αυτό, υποθέτουμε, σημαίνει να ‘σαι
βετεράνος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σε πόλεμο δε θα ξαναμπλεχτούμε,
μέχρι ν’ αρχίσουν έναν άλλον, πιο καλόν.
**
Περιγραφή του Παραδείσου
Εκεί: μακριά, φίλοι: δική μας: ακριβή επικράτεια:
Απέραντη υγεία εδρεύει με ειρήνη,
χαρά και ποτέ κάτι κακό,
χρόνος δε γυρνάει εκεί,
κανένας φόβος για το λουλούδι του χιονού
Όπου γλιστράει το μαρμάρινο νερό
καμιά γητειά δε σταματάει απ’ το κρύο,
αέρας διασχίζει τις ανοιχτές εκτάσεις
κι απ’ όλα τα δέντρα τα ευγενικά
αναβλύζουν όρθιες πηγές
από ανεμοφιλημένο πράσινο
και τα γαλάζια στη σειρά βουνά
είναι σκοτεινοί φύλακες
Πέτρα και ανοιξιάτικο λιβάδι
μια τρυφερότητα πλατιά,
η αναλλοίωτη ώρα
χαμογελάει αθανασία
Τίποτε δεν υπάρχει εκεί να σκέφτεται:
το μυαλό, που φέρνει μαρασμό,
μαραίνεται στον αέρα που πνέει:
δε μπορούμε να φτάσουμε εκεί.
Νίωθω πώς στη νυχτιά,
λαμπρή απ’ αστροσκιά,
κάτι καλό στη γή
επάνω με φυλά.
‘Χάθη ο χειμώνας πέρα στο Βορρά.
Όλα έχουν γιάνει, στο θρόνο
της γης κατακαλόκαιρο μόνο,
γεμάτη η καρδιά.
Νιώθω μεσ’ στη λαμπρή
αυτή νυχτιά, τα δάκρυα μου, αναρωτώμενος
για τις σκιές των αστεριών,
πέρα μακριά πλανόμενος.
Τώρα αγκάθι ως το κόκκαλο γυμνό
έκανε με σίδερο να σιωπήσει
το λαρύγγι του κλαριού:
κροτάλισμα μόνο στον αέρα
από κερατόφυλλο λιόπρινο.
Το πέτρινο σημάδι, όπου άμμος ήταν στο νερό
σιμά ενός ποδιού καρφωμένου:
το μούρο απ’ το ράμφος πιο σκληρό:
η τρύπα κάτω απ’ τη νεκρή ρίζα της βελανιδιάς
Όλα τώρα ησυχασμένα
μεσ’ απ’ τον τελευταίο σπασμό,
ημερωμένα κι έτοιμα και ήρεμα:
ακόμα χιόνι δεν πέφτει εδώ:
Ακόμα αγκάθι ως το κόκκαλο γυμνό
σίδερο στο σιωπηλό ρέμα
κροτάλισμα μόνο του αέρα
μεσ’ από κερατόφυλλο λιόπρινο.
**************************************************************
EΠΙΜΕΤΡΟ
Ο James Agee (Τζέημς Έϊτζι) ξεκίνησε την δεκατία του 1930 σαν ποιητής, με την συλλογή «Permit Me Voyage»: τα ποιήματα του παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία στην μορφή, συχνά περνώντας από το σονέτο στο μακροσκελές πεζοτράγουδο. Το καλοκαίρι του 1936, ο Agee πέρασε οκτώ εβδομάδες σε μια αποστολή για το περιοδικό Fortune με τον φωτογράφο Walker Evans, ζώντας ανάμεσα σε αγρότες της Αλαμπάμα, με στόχο να δώσει στους αναγνώστες μια άμεση εικόνα για τη ζωή των φτωχών αγροτών την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Η εμπειρία αυτή στάθηκε αφορμή για μια στοχαστική εργασία, που εξερεύνησε μεγαλύτερες, πιο καθολικές αλήθειες για την ανθρώπινη πραγματικότητα, αλλά το περιοδικό που περίμενε κάτι απλό και εύπεπτο, δεν δημοσίευσε το άρθρο του. Ο Agee μετέτρεψε το υλικό στο βιβλίο «Let Us Now Praise Famous Men» (1941). Πούλησε μόνο 600 αντίτυπα πριν αποσυρθεί, αλλά θεωρείται το σημαντικότερο έργο του και στάθηκε η έμπνευση για την όπερα του Aaron Copland «The Tender Land».
Αργότερα έγινε γνωστός σαν βιβλιοκριτικός, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου. Λίγο πριν πεθάνει έγραψε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου εξιστορεί τον θάνατο του πατέρα του από ατύχημα, όταν εκείνος ήταν 6 χρονών: το «A Death in the Family» εκδόθηκε μετά το θανατό του και βραβεύτηκε με Πούλιτζερ το 1958.
Ο συνθέτης Samuel Barber μελοποίησε ένα παλαιότερο πεζοτράγουδο του ποιητή, που είχε τεθεί σαν πρόλογος στο μυθιστόρημα αυτό: η καντάτα «Knoxville: Summer of 1915», για σοπράνο και ορχήστα, παρουσιάζει μια μάλλον εξιδανικευμένη και ειδυλλιακή παιδική ηλικία στο Νότο, με τα μάτια ενός παιδιού, όπου όμως πέφτει βαριά η προαίσθηση του τέλους. Αυτό εξισορροπεί και την τυπικά Αμερικάνικη ‘αθώα’ συναισθηματικότητα του στιλ, όπου η μουσικότητα και οι απανωτές παρηχήσεις παίρνουν το προβάδισμα. Αυτή δεν είναι η μόνη σύνθεση του Barber σε ποίηση του Agee, το τραγούδι «Sure on this shining night», απόσπασμα από το ποίημα «Description of Elyseum», περιέχει τους γνωστότερους και πιο δημοφιλείς στίχους του ποιητή κι έχει επίσης μελοποιηθεί απο αρκετούς άλλους.
Ο Agee πέθανε μετά από χρόνια κατάχρηση καπνού και αλκοόλ το 1955, από έμφραγμα, μέσα σε ένα ταξί που τον πήγαινε στο γιατρό. Η πρόσφατη ανακάλυψη και επανέκδοση χαμένων χειρογράφων του οδήγησε στην επανεξέταση και επανεκτίμηση του συνολικού του έργου.









