Χρόνια παρακολουθούσα τις νύχτες από την ταράτσα του σπιτιού μου ένα φωτεινό ανοιχτό παράθυρο μιας πολυκατοικίας σε αρκετή απόσταση από μένα ώστε να μη μπορείς να διακρίνεις τίποτα στο εσωτερικό του.
Ένα φωτεινό παράθυρο που ήταν πάντα εκεί σαν μια φωτισμένη ερημική βάρκα μεσοπέλαγα της νυχτερινής σιγαλιάς, ένα παράθυρο που μέτραγε θαρρείς το χρόνο που κυλάει στην κλεψύδρα του βίου μου , που συνομιλούσε μαζί μου κάτω από τους αστερισμούς της νύχτας κάθε εποχής, που σιγοψιθύριζε αντιστικτικά τις φοβίες μου , που στοίχειωνε ανάμεσα στη μαρμαρυγή των άστρων αβάσταχτες εφηβικές νοσταλγίες, νεανικά όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, κρατώντας ζωντανή μια αύρα ονειρικού ταξιδιού σε εύθυμες πόλεις του τροπικού νότου όπου τις μεγάλες μέρες τις λουσμένες σε ένα εκτυφλωτικό φως τις ακολουθεί η νύχτα της κραιπάλης, του μπλούζ, του μάμπο, των λάτιν ρυθμών.
Ποτέ δεν μπόρεσα να δω κάποια ανθρώπινη φιγούρα μέσα από αυτό το παράθυρο, ούτε καν κάποια κίνηση που να δηλώνει ανθρώπινη παρουσία, το φωτεινό παράθυρο ήταν αυτό που ήταν, μια ακίνητη φωτεινή κηλίδα αιωρούμενη στο σκοτάδι.
Στα εφηβικά φοιτητικά χρόνια φανταζόμουν μέσα ένα εύχυμο γυναικείο κορμί, μια φοιτήτρια, ας πούμε, που χορεύει με την σκιά της γυμνή μπροστά στον καθρέφτη, ή ένα νεανικό ζευγάρι που συνουσιάζεται με τον βιολογικό παροξυσμό της ηλικίας, είτε μια πληθωρική καβλοπυρέσσουσα ώριμη γυναίκα που ελλείψει εραστή καταλαγιάζει με ένα υπερμεγέθη δονητή τις ασυγκράτητες ορμές της.
Περνώντας τα χρόνια το παράθυρο έπαψε σιγά-σιγά να λειτουργεί μόνον σαν καθρέφτης του ερωτικού βίου ή των βίων που στέγαζε εντός του και άρχισε να αντανακλά τον έντονο ερωτισμό που αναδύει η ίδια η νύχτα στις δικές της μοναχικές διαδρομές, μεταμορφώθηκε έτσι το ίδιο σε ένα διαρκές νυχτερινό μυστικό, σαν ένα ραδιοφάρο που συνοδεύει με ένα ανεξάλειπτο όσο και μυστηριώδες στίγμα τις ατελείωτες νυχτερινές πτήσεις όπως τις έπλαθε η φαντασία μου στην Γη των Ανθρώπων (Terre des Hommes) του Σεν Εξιπερί.
Τι νόημα είχε πλέον το ποιά ή ποιοί ἠ ποιές ήταν μέσα στο δωμάτιο όταν αυτό ήταν εκεί τις νύχτες του Αυγούστου των φοιτητικών χρόνων αργά μετά το θερινό σινεμά για να μου ανοίξει μια χαραμάδα εκτυφλωτικού φωτός από μέρες αμερικανικού ονείρου στις πολύβουες λεωφόρους του Μανχάταν ή στους διαπεραστικούς θορύβους των γερανών στους ντόκους του Red Hook στο Μπρούκλιν θαρρείς ξεκολλημένους από την ασπρόμαυρη ταινία Το Λιμάνι της Αγωνίας του Ελία Καζάν με αυτή την τόσο συντονισμένη με το δράμα του λιμανιού, του κάθε λιμανιού στις μεγάλες λεωφόρους του κόσμου, μουσική του Leonard Bernstein. Είτε ακόμα για να μου φέρει μια αύρα τροπικών από τις απέραντες αμμουδιές του αμερικανικού νότου εκεί που κάποιοι Τσανς Γουέϊν με την αλκή και την ανδροπρεπή ομορφιά του Πολ Νιούμαν δίνουν μια παράταση άνοιξης αλλά και γλυκόπικρης μελαγχολίας στην βιολογική παρακμή μιας πριμαντόνας, είτε μια γλυκιά μαυλιστική αύρα από το εύθυμο, ανέμελο και ηδονικό μέσα στον πουριτανισμό του νότου λιμάνι της Νέας Ορλεάνης του έρωτα, της τζαζ, του rythm ‘n’ blues, του Mardi Gras. Κοντά σε αυτά ήταν πάντα το μεγάλο όνειρο, η ανεκπλήρωτη προοπτική, τα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια και τα φημισμένα τμήματα μαθηματικών ή φυσικής, τα campus που σφύζουν από νιότη από όλες τις φυλές του κόσμου, η βιολογική και εξεγερσιακή έξαψη που βγαίνει μέσα από το Strawberry Statement έστω κι αν γρήγορα χωνευτεί από το αδυσώπητο δόλωμα του make money.
Τελικά όλο αυτό μπορεί να είναι, να ήταν, ένας απροσδιόριστος νόστος φυγής για κει που φαντάζεσαι ένα έντονο ηλιακό φως, ένα τσούρμο νεανικά χαμόγελα με κάτασπρα δόντια σε κάμπριο φακλάνες της δεκαετίας του 50, ατελείωτες ώρες μελέτης στα dorms ενός Caltech, ενός Cornell ή ενός Berkeley και αργά, πολύ αργά πρώιμο καλοκαίρι τσάρκα σε φοιτητικά μπαρ μπουγελόματα και κάθε είδους γουρουνιές αυτής της ηλικίας.
Τι περίεργος νόστος αλήθεια για κάτι που δεν έχεις ζήσει ποτέ και γι αυτό ίσως έχει τη μαγεία του ονειρικού, του φευγαλέου, αυτού που δεν έχει απομυθοποιηθεί, που δεν έχει μπει στα καλούπια της πεζής βιωμένης καθημερινότητας. Θα πρόσθετα ένας παράλληλος νόστος κοσμικής περιπέτειας, μια ακατανίκητη έλξη για μια συναρπαστική οδύσσεια στα μυστήρια του κόσμου που μας περιβάλλει, ένα εισιτήριο αόριστης διάρκειας για ένα διαγαλαξιακό star trek που τώρα μόνο στη φαντασία μας μπορεί να υπάρχει αλλά που ίσως σε εκατοντάδες χρόνια κάποια ανθρωποειδή μακρινοί μας απόγονοι θα μπορούν να το πραγματοποιήσουν.
Μια αίσθηση κοσμικής μοναξιάς αργά τη νύχτα ακόμα και σε μια ταράτσα ανάμεσα σ’ ένα δάσος κεραιών του αστικού ορίζοντα που ωστόσο προκαλεί μια ακατανόητη όσο και ανεξιχνίαστη ροπή γι αυτό που μας περιβάλλει και ταυτόχρονα μας εμπεριέχει σαν πεπερασμένους παρατηρητές στο αέναο ξεδίπλωμα του. Και όταν πολύ αργά ο θόρυβος των τελευταίων μηχανάκηδων έχει κοπάσει εντελώς νοιώθεις να σε διαπερνά σαν ένα βουβό ρεύμα αυτό το είδος κοσμογονίας που συντελείται εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια σου, η πανσπερμία των μαρμαρυγών από μακρινά άστρα, ο υπόκωφος ήχος από κάποιο αεροπλάνο που ταξιδεύει τη νύχτα και αφήνει το φωτεινό του παλμό σαν ένα φάρο στον κοσμικό ωκεανό, οι γεωδαισικές τροχιές των δορυφόρων σαν φευγαλέα ανύσματα πάνω στο πολυποίκιλο κέντημα του ουρανού, ο ήχος του κούκου, το μακρινό γρύλλισμα ενός σκύλου, οι μονότονοι ήχοι των κλιματιστικών, …. Όλα κώδικες που θαρρείς ανασυνθέτουν τον ιστό της νύχτας στιγμή-στιγμή σε μια συνεχή ροή που σε κατακλύζει και ταυτόχρονα σε εμφυτεύει στο πεδίο της σαν μια μη αναγώγιμη μοναδικότητα αυτάρκη και αναιρετική όλων των υπόλοιπων, σαν ένα εγώ χωνευμένο μέσα στην πλησμονή του υπαρξιακού είναι και γι αυτό ξένο με τον ασήμαντο καθημερινό περίγυρο κάπως όπως στην πλοκή των Άθαφτων Νεκρών (Morts sans sépulture) του Ζαν-Πολ Σαρτρ που μπορεί να βρίσκεις τους υπόλοιπους περιττούς, ούτε καν αδιάφορους.
Το φωτεινό παράθυρο βρισκόταν πάντα εκεί είτε σαν προσωρινός επίλογος αυτών των μικρών νυχτερινών μουσικών είτε σαν έναυσμα για μια νέα αναδίφηση στην μυστηριώδη αγκαλιά της συμπαντικής νύχτας παραμένοντας τελικά αυτό που κατέληξε να είναι. Ένας φωτεινός φάρος, μια μακρινή πυγολαμπίδα στη νύχτα, ένα αίνιγμα ηδονής για το περιεχόμενο του, το ίδιο και σαν καθρέφτης του ερωτισμού που εκπέμπει από μόνη της η νύχτα, αρόδο και ανερμάτιστο σαν ένα μπουκάλι μεσοπέλαγα, εκτεθειμένο σ’ ένα τυχαίο συναπάντημα με το βλέμμα ενός παρατηρητή στην τομή των τροχιών που διαγράφουν τα φαινόμενα κάτω από τη σκιά μιας συνείδησης που τα αποκαθηλώνει.
Οι νεανικές ερωτικές φαντασιώσεις, η εποχή του Saturday night fever ή του Grease, ο οίστρος της φυγής στην Αμερική της φοιτητικής «ανεμελιάς» όπως μου την διηγιόταν ένας μακαρίτης τώρα φίλος μου που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όλα αυτά κάτω από τον γελαστό ήλιο της νιότης στο γρασίδι των πανεπιστημιακών σχολών ἠ στις παραλίες της Φλόριντα τα χειμερινά πανεπιστημιακά breaks, ήταν η ίδια σεκάνς σε αυτό το μεθύσι ακατανόητου νόστου στη νυχτερινή σιγαλιά. Και μαζί ο ψηλός, επιβλητικός καθηγητής της μαθηματικής λογικής Γ. Μ. – η επιτομή του αγγλοσαξονικού ακαδημαϊκού στιλ άλλων δεκαετιών – με το απόμακρο αλλά γοητευτικό ακαδημαϊκό ύφος, το πούρο, το βαλιτσάκι με το δέρμα κροκόδειλου, τα τόσο αμερικανικά ανοιχτά πουκάμισα με τους φαρδιούς γιακάδες και την μεγάλη αγκράφα στην ζώνη, ασυνήθιστα μέσα στην εξεγερσιακή ατμόσφαιρα των συνελεύσεων στα ελληνικά και ιταλικά πανεπιστήμια στα μέσα της δεκαετίας του 70! Ο καθηγητής αυτός ήταν πάντα για μένα ένα ερέθισμα για να βάζω τον προσωπικό μου πήχη πιο ψηλά, να αναζητώ την φυγή για την επιστημονική ανάδειξη στην ακαδημαϊκή Αμερική που ήταν τελικά τα χρόνια που ακολούθησαν η φυγή προς ένα όνειρο που όσο το εξιδανίκευα στη σκέψη μου και το ποθούσα τόσο ξεγλιστρούσε από τα χέρια μου.
Και όταν στέγνωναν αυτές οι εικόνες, όταν στράγγιζαν οι νόστοι και τα όνειρα σε μια μαυλιστική χαύνωση που σήμαινε τον καταλαγιασμό του συνειδητού, έμενε το φως μέσα στη νύχτα, ένα κίτρινο αχλυό φως μεταστοιχειωμένο στη φαντασία μου σε ένα σωρό αλλόκοτες, αχρονικές εικόνες που φτάνουν μέχρι τα σύνορα της παιδικής φαντασίας, σε ένα αναδυόμενο λίκνο πλημμυρισμένο ένα γλυκό φως στη γαλήνη τοπίου στην ακρογιαλιά της Γκοτλάνδης, όπως στην τελευταία ταινία του Ταρκόφσκι. Πόσο αντιστικό αυτό με το κίτρινο αχλυό φως όπως το φανταζόμουν πάντα σαν υπαινικτικό παλιών σιδηροδρομικών σταθμών ξεχασμένων σε ένα νυχτερινό έρημο τοπίο στα σύνορα του εφιάλτη και του ονείρου, δρομολόγιο για την σαγηνευτική περιπέτεια ή την προσωπική εξορία του καθενός. Και όσο πιο σιωπηλή και παγωμένη είναι η νύχτα, όσο πιο κίτρινο και θαμπό είναι το φως των μικρών επαρχιακών σταθμών, των αποθηκών, των κρεματορίων, των ανακριτικών γραφείων, των κελιών των μελλοθανάτων, τόσο πιο υπαινικτική, τόσο πιο φευγαλέα, αλλά και τόσο πιο αιφνιδιαστική και ακαριαία είναι η σκιά του άγγελου του θανάτου, της άλλης άκρης της χορδής που ενώνεται με τα ξέφρενα sex ‘n’ drugs parties της χρυσής νεολαίας κάθε καιρού.
Όλα αυτά ζωντάνευαν στην μνήμη μου όσο περνούσε ο καιρός σχεδόν κάθε φορά στη θέα του φωτεινού παράθυρου τη νύχτα. Το περιεχόμενο του είχε πια διευρυνθεί αν και τα χρώματα του γίνονταν όλο και πιο θαμπά και δυσδιάκριτα καθώς χώνευε σιγά-σιγά τις απωθημένες επιθυμίες μου, τη φαντασία μου, το σύμπαν των ελπίδων μου λειτουργώντας ωστόσο σαν ένα λυτρωτικό βάλσαμο στην μονότονη καθημερινότητα της ζωής σε μια επαρχιούπολη, έστω του βασικού ελληνικού λιμανιού προς την Ιταλία, στα προσωπικά πολλά και ετερόκλητα αδιέξοδα που κάποιες φορές θέριευαν και γίνονταν ψυχαναγκαστικές εμμονές.
Πέρασαν χρόνια, πέρασαν δεκαετίες ολόκληρες και μέσα σ’αυτό το αδυσώπητο παιχνίδι εναλλαγών καταστάσεων, εικόνων, ονείρων που συγκρούονταν ενίοτε με μια αποπνικτικά πεζή πραγματικότητα, η ανάμνηση αυτού του αινιγματικού και ταυτόχρονα μαυλιστικού φωτισμένου παράθυρου της νύχτας λίγνευε σιγά-σιγά, χωρίς ωστόσο να χαθεί τελείως το αποτύπωμα του στην φαντασία μου. Ήρθαν οι ηδονές ενός ανέμελου βίου, τα εξωτικά ταξίδια, οι μοναχικοί περίπατοι σε σοκάκια φτωχογειτονιών υγρά απογεύματα στα ίχνη παλιών εξεγέρσεων, η νωχέλεια του καφέ υπαρξιακών εντευκτηρίων, το στερέωμα κάποιες ασέληνες νύχτες πολιού Γεναριού, οι απεχθείς καταναγκασμοί του πρακτικού βίου, η χαρά για δυο λατρεμένα ζευγάρια παιδικά μάτια που έγιναν εφηβικά και που δεν θα τα ξαναδώ μάλλον ποτέ ξανά, και το φωτισμένο δωμάτιο έχασε τελικά το ονειρικό του περιεχόμενο, θάλεγε κανείς έπαθε μια άγευστη μετάλλαξη, μια insipidité existentielle…..
Τίποτα από τις νοσταλγικές, αχαλίνωτες ερωτικές σεκάνς της φαντασίας των φοιτητικών χρόνων, ούτε η καλλίπυγη, χυμώδης καρυάτιδα του καιρού μας που αυτοθαυμάζεται στον καθρέφτη, ούτε δυο κόρες τυρβάδες που λεσβιάζουν στο διπλό κάρινο γονεϊκό κρεβάτι, ούτε ένας έφηβος από τις σελίδες της Côté de chez Swann που αυνανίζεται λουσμένος στον ιδρώτα των ενοχών για τις ομοφυλόφιλες φαντασιώσεις του, ούτε…, ούτε…
Έμεινε ξαφνικά ένα άδειο δωμάτιο χτυπημένο από τους αέρηδες σε ένα ερημικό ακρωτήρι, αιωρούμενο πάνω από ένα θαλασσοδαρμένο τοπίο του Νοέμβρη, άδειο από ανθρώπινη ανάσα, από ιδρώτα, αίμα και σπέρμα, ούτε καν την ανάμνηση των δυο προέφηβων που μού γλύκαιναν την αδιάκοπη σισύφεια ανάβαση.
Ξεχαρβαλωμένο το παράθυρο ανοιχτό στις διαθέσεις των στοιχειών της χειμωνιάτικης νύχτας, μόνο κάτι σκορπισμένα κιτρινισμένα φύλλα στο πάτωμα ξεθωριασμένα και ζαρωμένα από την υγρασία.
Σκέπασε καπνός τα όνειρα μας……









