[Lean-Baptiste-Simeon Chardin, Boy with a Spinning Top (Auguste Gabriel Godefroy)]

 

 

        I

                                                            Η  ΣΒΟΥΡΑ     

   Στον εγγονό μου Νικόλα

Τι άραγε σε τραβά

σ’ αυτή τη σβούρα που στριφογυρνά,

και με το χέρι σου το αέρινο λίκνισμά της ζητάς ν’ αδράξεις;

Ποια τάχα σκιρτήματα εντός σου ξυπνά

αυτό το ξύλινου δερβίση στροβίλισμα,

και η ματιά σου, όλο περιέργεια, μες στον χορό του χάνεται;

Ξαναζείς, έτσι, της ταραντούλας την αποκάρωση

μπρος στης ταραντέλας το ακαταπόνητο ντέφι;

Ξαναγυρνάς, μήπως, στου μοτοσυκλετιστή  την περιδίνηση

μέσα στον κύλινδρο του «Γύρου του θανάτου»;

 

(Αυτά τα ερωτήματα στον νου μου κλωθογύριζαν καθώς σε κοιτούσα.

Και δεν μπορούσα να φανταστώ πως

τούτο το βλέμμα σου το βαθύ, το γεμάτο ρέμβη,

όλου του χρόνου τη ροή,

όλου του βίου τη βοή,

όλου του κόσμου την πνοή,

είχε εν τω μεταξύ, όσο κανένας στοχαστής, ιχνηλατήσει).

11-13/5/23

****

 

                        II

                                             ΚΑΙΡΟΥ  ΜΕΤΑΠΛΑΣΕΙΣ  

Στείρος καιρός το πλοίο καθήλωσε

σ’ ενός λιωμένου ρολογιού τη γωνία.

Αγγέλου ματιά τα πανιά πέτρωσε,

ξυπνώντας βαθιά του Σιλωάμ την αγωνία.

 

Μεστός καιρός το πλοίο ξεκλείδωσε,

σαλαγώντας το πέρα απ’ τον τύπο των ήλων.

Μέθυσος ήλιος τα κεριά έλιωσε,

ρίγος ρευστό στα μυστήρια των φύλλων.

 

Νόθος καιρός το πλοίο ταξίδεψε

σε μια σελίδα παιδιού αδηφάγου.

Μια γομολάστιχα απ’ τα σύννεφα γύρεψε,

κι έμεινε  μόνο ο καπνός του φουγάρου.

 

 

 

****

 

                  III

                                                            ΚΡΙΤΙΚΗ

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο  βελάζει.

     

                          «Ιδού μια ποίηση τολμηρή, ζωντανή, ευθύβολη·

μια ποίηση, επίσης, υψηλοτάτων αισθητικών απαιτήσεων».

 

(Ορισμένοι στίχοι καλό είναι να μένουν εκτός κριτικής.

Τους κάνει να κρυώνουν τόσο,

ώστε, μόνο ένα τζάκι

με χίλιους ήλιους αλήθειας στα σπλάχνα του

μπορεί να τους ζεστάνει).

 

 

****

                                                                        IV                   

                                                                        ΤΑ  ΑΘΩΡΗΤΑ   

Ο τρούλος του Θεολόγου να λαμποκοπά.

Ο καφές του «Υακίνθου» να σιγοβράζει.

Το άγαλμα της γοργόνας να καραβοχαιρετά.

Η χωματερή ακατάπαυστα ν’ αχνίζει.

Η κορφή του Προφήτη-Ηλία σαν χήνα λευκή.

Το κατάρτι του «Αγίου Γεωργίου» σαν λόγχη.

Του βραχόκηπου τ’ αχλάδια ίδια καρδιές.

Του Ποσειδώνα τα φρύδια ίδια γεφύρια.

Τα κύματα του Καντουνιού, σημαία γλαυκή.

Οι ασφόδελοι της Παλιόνησου, οδοδείκτες.

Η κόρη της Τέλενδος, κρύα κραυγή.

Το φεύγα του καϊκιού, δειλινό μέθης.

 

Κι εσύ να μην τα βλέπεις…

Κάλυμνος, 15/9/23

 

****

                                                                                  V

                                                        ΤΟ  ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ

Ανέσυρες απ΄ το πηγάδι της μνήμης

γέρικα σκυλιά, βρώμικα νερά, όνειρα λασπωμένα,

και μια Βίβλο  ̶  τις ασωτίες αρχαίων βασιλέων να πετροβολάς,

σαν το παιδί που απ’ τη γωνιά τοίχου παραμονεύει.

Σύναξες όλες τις άδολες της εφηβείας σου βουλές,

όλες τις ακριβές της συστολής σου σιωπές,

που τ’ αγελαία του πλήθους ήθη τις πληγώσανε.

Ανέτρεξες στου σύννεφου το στάλαγμα,

στου ήλιου το αγκάλιασμα,

στης σελήνης το αναγάλλιασμα,

που άπλα στα κλειστά όνειρά σου δώσανε.

Κι όταν όλα πια συγκεντρώθηκαν,

σ’ ένα μπουκάλι τα έκλεισες

̶ πεσκέσι, λες, στο πέλαγο της λήθης ̶

μ΄ ένα σημείωμα ανάμεσά τους ριγμένοː

«Μόνο για τυφλούς επιβάτες,

ορεσίβιους αγωγιάτες,

κι έγκλειστους σε κελί απομονωμένο».

 

****                  

                          VI          

ΟΣΑ  ΔΕΝ  ΕΙΔΑ … ΜΑ ΠΙΣΤΕΨΑ 

̶  Μια λίμα σε κελί μελλοθανάτου, από μυρμήγκια μεταφερμένη.

̶  Μια συναυλία καταμεσής του χειμώνα, από τζιτζίκια συνοδευμένη.

̶  Έναν ιδεοληπτικό, σπόρους αμφιβολίας στις ιδέες του σπέρνοντας.

̶  Έναν δαυλό σε χέρι εμπρηστή, νερό αντί φωτιάς εκτοξεύοντας.

̶  Όλα τα πλούτη νονού που ανένηψε, σε επαίτες μοιρασμένα.

̶  Δύο κοντσέρτα θεσπέσια, από μονόχειρα βιολιστή εκτελεσμένα.

̶  Ένα πουλί σε πλοίου κατάρτι, την Τζαμάικα τραγουδώντας.

̶  Μια καμήλα στην έρημο, χαμένα καραβάνια σε όαση οδηγώντας.

̶   Ένα ιπτάμενο χαλί, να σώζει παιδιά από τόπο ρημαγμένο.

̶  Ένα οικόπεδο με τσουκνίδες, τριαντάφυλλα ξάφνου σπαρμένο.

̶  Έναν νεοναζί κι έναν γκέι, πλάι-πλάι σε ταβέρνα, πίνοντας.

̶  Ένα νέο σχολειό, στις νέες γενιές νέα θεμέλια ανοίγοντας.

̶  Ένα βλήμα που έφυγε  ̶  και ξαναγύρισε στην κάνη, μετανιωμένο.

̶  Μια φριχτή νεκροκεφαλή, εφιάλτη για δήμιο πωρωμένο.

̶  Τις τολμηρές ατάκες ενός κλόουν, τον στυγνό βασιλιά συνετίζοντας.

̶  Έναν μονολιθικό Ιησουίτη, αλήθειες στο Κοράνι ανακαλύπτοντας.

̶  Το «θα» ενός πολιτικού, σε «πάμε» δράσης μετουσιωμένο.

̶  Το «αμήν» ενός ιερέα, σε «νήμα» σωτηρίας αντεστραμμένο.

̶  Το «ζήτω» ενός πατριώτη, την πατρίδα αλώβητη καθιστώντας.

̶  Το email ενός δεκάχρονου, όλους τους δόλιους στο εδώλιο οδηγώντας.

̶  Νεκρούς ελέφαντες, τους χαυλιόδοντές τους να φυλάξουν σπεύδοντας.

̶  Ένα φτερό χελιδονιού, SOS στα σύννεφα σμιλεύοντας.

̶  Μια κουφάλα δέντρου, στέγη σ’ όλους τους αστέγους χορηγώντας.

̶  Ένα παραμύθι για παιδιά, τους μεγάλους απ’ τον λήθαργο ξυπνώντας.

Aύγουστος 2025

 

****

 

              ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ  ΚΟΣΜΟΣ

Ι

ΣΤΗΝ  ΑΝΘΡΩΠΟΠΑΓΙΔΑ

–Θα σου φέρω μια γιαγιά να σε ανθρωπέψει,

είπε στον λύκο η Κοκκινοσκουφίτσα.

Κι αυτός, ο ηλίθιος, το δέχθηκε.

ΙΙ

ΤΟ  ΙΖΗΜΑ

Μέσα στο πυκνό του αιώνα φίλτρο

λόγια, σκέψεις, πράξεις  θνητών έριξα.

Ω, πόσο λίγη άνοιξη έμεινε εντέλει!

ΙΙΙ

Η ΕΙΔΗΣΗ*

Όλα τα νυχτοπούλια του κόσμου, ακούγοντάς την,

ενός λεπτού σιγή  ̶  πιο ηχηρή κι από βόμβα  ̶  κρατήσανε.

(Βλέπετε, οι άνθρωποι κοιμόντουσαν ακόμα…).

IV

ΤΟ  ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΟ

Kι εσείς κονίστρες θεαμάτων, ιαχών,

που μ’ αίμα χλωρό το χώμα σας αρδεύσατε,

ώς πότε σε ανεστραμμένους αντίχειρες καισάρων θα υπακούτε;

 

            *Η είδηση σε μια Παλαιστίνια, την παιδίατρο Αλάα  αλ–Νάζαρ, ότι σκοτώθηκαν  τα 9

               από  τα 10 ανήλικα παιδιά της από βόμβα Ισραηλινών (Γάζα, 24/5/25).

 

 

 

********************************************************************************************

    Ο Αποστόλης  Γ.  Καρδούλιας γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1951. Συνταξιούχος καθηγητής γαλλικών στη Μέση Εκπαίδευση. Εκπόνηση διδακτορικού στο ΕΚΠΑ με τίτλο  «Οι μεταφράσεις των Illuminations  του Rimbaud στην Ελλάδα (κριτική προσέγγιση)». (Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το βρουν στο http://thesis.ekt.gr/13651). Δημοσιεύσεις ποιημάτων και μελετών στα περιοδικά Διαβάζω, Τα Ποιητικά, Μανδραγόρας, Εκπαιδευτικά και το ηλεκτρονικό Poeticanet.