Στο ύψος μιας γαλήνης αοράτου…
Το κάθε κύμα είναι πρόβατο της θαλάσσης
Βελάζουν οι πραγματικότητες
Α ρε κόσμε μπερδεμένε, χάνεται ολοένα η αξία σου
Μελετώ πώς να ρίξω τα ζάρια
Στον αυγινό αέρα η αναπνοή μου είναι ατόφια προσευχή
Πόσο ιεροφάντης υπήρξε και απόψε ο καημός μου!
Ζουλιγμένο το φρούτο ζουλιγμένο και το καημένο μου τ’ όνειρο
Υπήρξες λυπημένος μικρό μου
Σε στόλισαν οι στίχοι κι η ανάμνηση
Αφουγκράζομαι μες την σιωπή
Δρασκελώ ένα ύψος θανάτου
Φταρνίζομαι μες την συντέλεια
Η σκέψη μου θα παρασύρει φουντωμένες κακεντρέχειες
Πέρα για πέρα…
*****
Σκηνικό λαλίστατου πολέμου…
Καλώς δηλωμένο το φως λούζει τα άλογα λευκά και πιο ωραία κατορθώνει
να είναι, μες το λαύρο μεσημέρι
του Ιουλίου.
Όλα τα αισθήματα κι η περηφάνια σε παράταξη. Χλιμιντρούν
Των παθών οι διακυμάνσεις, σφρίγος και ανάταση.
Τούτο είναι το επικό φωνήεν, όπως μια ζωγραφική που έδωσε
ό,τι είχε πια να δώσει κι αυτοκτόνησε
ο δυστυχής ζωγράφος.
(θέλω να πω: πάντα στο ακραίο πάθος όλα στεφανώνονται…)
Όπως μαντεύω την κατάσταση, το ποίημα
είναι σαν ένας μηρυκασμός που νιώθεις καλοκαίρι και μυρίζει
χιόνι
κάπου μέσα του και όμως…
(Περίεργα που γράφω όταν είναι να διηγηθώ!)
Λες και θα σώσει κάτι την κατάσταση. Πάντως
Αφουγκράζομαι λαλίστατα τζιτζίκια
και ενός, ‘σα πέρα, όνου το μουγκάνισμα
Μεσημεριού κρατούντος
ζωηρά η πολυτέλεια!









