[June Leaf | Wake Up | Whitney Museum of American Art]
(1)
Με τα μουγκανητά της ψυχής μου
για πρωθύστερες ηδονές.
Με την αγωνία του κόσμου για είσοδο
σε πολιτισμό και οργάνωση καινούργια.
Με τους ψιθύρους περί ταυτότητος
αλλά ξέρουμε ποια είσαι,
πορεύομαι.
Διασκέδασέ μας.
Το καταλαβαίνω, πάσχω ανομολόγητα
για μια αγκαλιά χωρίς σκοτούρες.
Ακόμα περιμένω αυτό το φιλί, αγάπη μου,
συνειδότος εσού
ότι αρκετά έπραξες, αρκετά υπέφερες
κι ο ήλιος της άνοιξης ξυπνά υγεία.
Wake up smiling.
**
(2)
Το πρωινό ραδιόφωνο μου υπαγόρευσε
ένα κύλισμα βαθύ.
Πετάχτηκα πάνω, σ’ αναζήτησα στα ροζ
και τ’ άσπρα·
η μυρωδιά σου ήταν καίρια.
**
(3)
Πολύυδρος
καθισμένη απέναντί σου
άρθρωνες στο πίσω μέρος του μυαλού σου
διστακτικά υποψίες.
Δεν μπορούσα ποτέ να επιβεβαιώσω
τα θετικά, τα μόνιμα, τα αιώνια.
Περίμενα με τρόμο το χάπι στις οκτώ,
κι όταν έφτανε η ώρα του, έμενα ψύχραιμη.
**
(4)
Ψυχή μου, τους δρόμους αγνοώ
τους τρίβους μου ξέρω σ’ αυτή τη γη
και παιδεύω.
Ν’ αγαπάω, να ποθώ αυτή την ένωση
μαζί με το Θεό μου
να ονειρεύομαι μαζί του τη βιοτή σ’ έναν κόσμο
δίκαιο, με παιδιά μεγαλωμένα με αμβροσία
και άρωμα ύπαρξης από μάνες τρυφερές
και καρδιές ανδρών γλυκές.
**
(5)
Απρίλης δαφνοστεφής.
Έφυγε ο άγγελος που εβρυχάτο
πότε ψέμα, πότε αλήθεια
και ησύχασε μερικώς το σύμπαν.
Η ζωή που απόμεινε
γυμνή από χαρές
ήθελε να ξεσπάσει με αίτημα
μια αγχόνη
και κοίταζε μαγεμένη ένα σκιάχτρο
που στήθηκε αντί.
Ο ήχος επιβεβαίωνε τη νίκη της
σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.
The war is over.
**
(6)
Έπαυσαν οι τέχνες, οι δόλιες του κακού
σποδός και σπονδές
για μια υφήλιο που υπόσχεται
αγκαλιές κι ομορφιές
με αιμάσσουσες πλευρές.
Το “γιατί” θολό κι ακατανόητο
αποδόθηκε σε μία τρέλα.
Αναγνωρίσθηκε και η πράξη τελείωσε
έναν προορισμό ανήκουστο, φιλόδοξο, εξωφρενικό.
Οι φρένες πολλών δεν σάλεψαν
και κοίταξαν με δέος τη γη.
Τα μάτια σηκώθηκαν σε μια δέηση
απελπισμένη
και τα χέρια οπλίστηκαν,
να ξεκαθαρίσουν τη γη,
ποτισμένη με ιδρώτα και αίμα.
**
(7)
Μεγάλη βδομάδα με κόμπους αγωνίας
και κεντήματα στα πλευρά.
Μια ησυχία εντός μου και μια υπόσχεση
για μέλλον ρόδινο…
Κι ενώ όλα είχαν ειπωθεί,
η βασική αιτία της οδύνης μου απειλούσε
και πάλι
υπόγεια, σταθερά.
Οπλίστηκες, τἄνιωσα βαριά
να τον σαλέψεις από θριαμβευτή.
Πλάι σου ιππότες, τραγουδιστές, ηθοποιοί γλυκείς
και δεν απόρησα για το φως τους.
Γύρω απ’ την κεφαλή μου
δίχτυ στεφάνι πικρό κι ανελέητο
– προσπάθεια διαφυγής ελάχιστη –
σώζονται τ’ απαραίτητα
και μια συμφωνία με τρυφερότητα
να πλανιέται
ν’ αποφευχθεί η συντριβή.
Δεν ήξερα, τόλμησα κι έπαιξα
σεμνή, άοπλη, ειλικρινής.
**
(8)
Μίζερες υπάρξεις αδηφάγες
ορμούν σε σώματα και νου ευάλωτα
να κατασπαράξουν κάθε λογική.
Αλλά υπάρχει βούληση ανθρώπινη νηφάλια
που αντιστέκεται και πολεμά αντρίκια
κι εξέρχεται ο νους πραγματικός και
νικηφόρος,
δημιουργικός και τρυφερός.
**
(9)
Στην εμφάνιση του όρνιου με τη γλώσσα
τη διπλή, απάντησα με το χέρι μου
απλωμένο, νευρώδες, δυνατό.
Πέλεκυς και καμτσίκι στα ρουθούνια
να στάξει αίμα πικρό απ’ αυτό που εισπράττω.
Και ήρθε ειρήνη στο νου και στην καρδιά μου
περισσή για όσους ομονοούν και υψηλοφρονούν.
Απτοί οι ουρανοί, απτή κι εγώ με τη γλώσσα
την πληγωμένη, καμιά αντίρρηση.
**
(10)
Μέσα από αλλεπάλληλα ερωτήματα
σχόλια ανεπίτρεπτα
και παρατηρήσεις,
μια αγωνία μου γιατρεύτηκε διαμιάς.
Δεν είσαι πια ευάλωτος, Θεέ μου,
μα ζώστηκες σπαθί
κι εγώ που ηχούσα μ’ ένα κρεμασμένο
παράπονο στα χείλη
ήσυχα, έκλεισα γαληνεμένη,
με τις απορίες μου λυμένες και μια υπόσχεση.
Δεν θα αρθρώνω απαγορευμένα.
**
(11)
Μετά από πόνο κι απορία
ήρθες, γλυκέ μου, με ζύμη ζεστή
από λόγια για να με θαρρέψεις
να μιλήσω ανεμπόδιστα πολλά συλλαβίσματα
και βρήκα ξανά τη χαμένη μου γεωμετρία
αναβάλλοντας τις απορίες της φυσικής μου.
Το μεσημέρι, ο αδελφός μου
πήγε να λύσει μια μοναξιά.
Του έδωσα ελιές να γλυκαθεί
κι εκείνος επέμεινε σε χρόνια μυτερά
να ψάλλει φως.
**
(12)
Εκείνος ο έρημος καιγόταν
για μια αλλαγή
κι εκλιπαρούσε αγίους και αγγέλους
να τον συντρέξουν.
Εγώ χαμογελούσα προσδοκώντας
μύρια αρώματα και μουσικές.
Πράγματι ακούστηκε στο ραδιόφωνο το «I love you»
κι απήλθε ο εφιάλτης.
Γελούσαν όλοι, εκείνος σοβαρός άρθρωνε τους καημούς του
και μετά τους αγκάλιασε όλους
πλατιά, μη κλίνοντας τα χέρια.
«Τώρα είμαστε ελεύθεροι».
**
(13)
Θάλασσά μου, συναντηθήκαμε
μεσοστρατίς με βρήκε το φως του φεγγαριού
έκανα δρόμο σκοτεινό πάνω από μια
τεράστια παλάμη και γλώσσα
μ’ ένα μάτι να με τρυπάει ως τις άκρες
των δακτύλων μου
μα ο Κύριός μου διαπέρασε με το σφρίγος
της νιότης του κάθε σκιά κι έβαλε τη
σφραγίδα του σ’ όλα τα μέλη μου.
**
(14)
Αρχηγοί αιμοδιψείς
τέρατα έπαρσης
κι εσύ να μαίνεσαι
πύρινος γι’ αγάπη.
Προς τι οι πόλεμοι
και το αίμα;
Όλα κι όλα θέλουμε
μια στέγη και λίγη τροφή
απ’ τ’ αγαθά της γης.
**
(15)
Πέρα απ’ τη θάλασσα
ηχούν ρουκέτες και σειρήνες.
Η φωνή σου όμως, αγάπη μου,
ξεκάθαρη.
«Ψάξε για ίνες μετάξινες να με ντύσεις
και σπόρους γλυκείς να με ταΐσεις απόψε.
Με ξεγύμνωσαν,
ύψωσαν σπάθα,
πώς να κόψουνε τον ουρανό;»
**
(16)
Τα χέρια μας δειλά
ν’ απαντηθούνε.
Κάτι υπόγειες κινήσεις
να ματώσουμε.
Ωστόσο εμείς επιμένουμε
με κόπο
ατσάλι η σάρκα μας και τα κόκαλά μας
δεν θα κοπούνε.
**
(17)
Σαν να ’χω χωριστεί
στα δυο
βαριά απ’ τη μέση και κάτω
σέρνω τα πόδια μου.
Η καρδιά μου φτερουγίζει
σε δρόμους ξανθούς
και τα γιασεμιά-φιλιά σου.
**
(18)
My lifeline is your hipline
Το περίγραμμα του σώματός σου
είναι το φατό και άφατο της ψυχής μου
μέχρι το μεδούλι των κοκάλων μου.
Στα μάτια σου κολυμπώ κάθε φορά
και αναδύομαι διαφανής και γαλάζια
ψάχνοντας για κουπαστή τη μέση σου
να ψηλαφήσω και να στερεωθώ.
My lifeline is your hipline.
**
(19)
Οι ανατολές λιγόστεψαν
και ο ήλιος ίσα που φαίνεται
στην ομίχλη.
Άρθρωνα επιθυμία σφοδρή για αλλαγή
και εισέπραξα μια κάθοδο εντός
που ’φερε φθινοπωρινά φρούτα
και χρυσάνθεμα μαδημένα απ’ το βοριά.
Ελπίζω σε σένα.
**
(20)
Αγωνίζομαι να ορθοποδήσω,
με διαβεβαιώνεις με ένταση
ότι θα τα καταφέρουμε.
Κρατάω ακόμα ένα κλωνάρι δυόσμο,
μυρωδιά καταλύτη
απ’ τη συνεύρεσή μας.
Έσφιξα τις αναπνοές μου,
σφράγισα τα χείλια μου
μέχρι την επόμενη άνοιξη.
**************************
Η Χρυσούλα Πλάλα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Κινηματογράφο στο Λονδίνο. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη δημόσια εκπαίδευση. Με τη συγγραφή ασχολήθηκε μετά τη συνταξιοδότησή της το 2009. Έχει εκδώσει δεκαπέντε (15) βιβλία, οκτώ στις εκδόσεις Γαβριηλίδης και επτά (7) σε προσωπική έκδοση, με διηγήματα, νουβέλες και ποιήματα.










Ερωτικά δήλος και υποδηλωτικός λόγος, με ύψη και βάθη νου και γλώσσας, με αίσθηση γλυκόπικρη