[Pablo Picasso, Nude Woman Lying in the Sun on the Beach]
Ελάφρυνσις
Πώς χωράει αυτός ο μεγάλος ήλιος στο μικρό σου κεράσι; Και πώς μετοχετεύεται στις σκοτεινές σου λήγουσες; Τυχαία η συνάντηση κι οι γλάροι,στο υπόλειμμα γέλιο, ξέπνοοι. Μελλοντικές χώρες στάχτες στων ματιών τη θαμπάδα. Έπη της δίψα απρόσμενα εκεί που ηέκσταση ήταν άγνωστο είδος. Έψαχνα τη κοίτη που μ’ έψαχνε, κι έτσι ξημέρωνε Σάββατο. Ποτισμένα της αλαλίας τα τέκνα από υδρίες σπασμένων Μπαχ. Πες μου: «Σε κάθε αρχή που σου δίνεται, μάθε ν’ αγαπάς με περισσότερη αθωότητα τους χαμένους και τα παπούτσια σου θα μένουν για πάντα καινούργια». Χθεσινοί πυρωμένοι στίχοι, σημερινοί κόκκοι στης άμμου το ψυχρό αχανές. Στο χέρι οι παλιές γραφές μιας καινούργιας Βαβέλ, ξυπνούσαν χειμώνες ξεχασμένους για τους φάνεως το κουκούτσι-το μέγα, τρομερό διακύβευμα. Πώς χωράει αυτό το άπειρο στο εννιά που δεν ξέρει τη ρίζα του; Μεθυσμένος μέχρι εκεί που κανείς συγκλονίζεται με το αβαρές της υπάρξεως, παρατούσα τα σκήπτρα- που προσφέραν οι ιερές πολιτείες- στα ομόθυμα όνειρα. Δεν έπρεπε να σε βρω. Γιατί έπρεπε να σε βρω εδώ και τώρα κατεπειγόντως σε έναν μεγάλο χρόνο χωρίς αύριο. Και σε βρήκα. Είπα, θα καθίσω εδώ και θα έρθει. Λίγο μετά το λευκό σου φουστάνι, από αφρούς θάλασσας μαύρης, έκαιγε με ένα απόκοσμο φως τους λεκέδες του κόσμου. Ανάμεσα στα στήθη σου ένα νόμισμα που είχα χάσει μικρός. Και ήξερα. Ήξερα πως θα το βρω κάποτε σε ένα καλοκαίρι που η ιδέα του γήρατος θα είναι φρούτο εξωτικό σε άχρονο κήπο.
Μονύελος
Πλαγίως και ευθέως. Αρχέγονα αιλουροειδή που κατασπαράζουν το σκοτάδι με ένα ράθυμο βλέμμα. Αύγουστος επιθανάτιος ρόγχος, αρχίζουν όλα ξανά από το τελευταίο παγωτό. Πάντα θα υπάρχει, μικρέ μου φανφαρόνε, ένας στεναγμός που δεν λέγεται και ένα σχέδιο που εξελίσσεται στο αντίθετό του-λάβε τώρα το άχρηστό σου στέμμα. Φαντάσματα στρατηγών, κέρινα ομοιώματα, κουνούπια που δεν έχουν χορτάσει πόλεμο. Παράσημα, να συστηθεί η δυστυχία σαν αλάνθαστη δασκάλα:ο βηματισμός προς τον ορυμαγδό πρέπει να είναι ακλόνητος. Ανάπαυσις. «Εγώ, Εγώ, Εγώ, Εγώ!». Λίγη υπομονή ακόμη. Έρχονται τα ξύλινα σπαθιά να μας λευτερώσουν. Προσοχή. «Εγώ, Εγώ, Εγώ, Εγώ!». Έρχεται μια βροχή που δεν θα είναι σαν τις άλλες. Έρχεται η ώρα να λυθούνε τα αιωνόβια μαθηματικά προβλήματα. Κι ηΕλένη δεν είναι πλέον η βασίλισσα της βραδιάς, δεν είναι πλέον η αιτία των πολέμων, δεν είναι ούτε εκείνο το αφελές πλάσμα που μεθούσε πίνοντας χαλασμένους ήλιους σε σκοτεινά μεσημέρια. Κι ας έγραψε κάποτε το μικρό της δαχτυλάκι στο πέτρωμα της ασάλευτης νύχτας το μέλλον της σαν παρελθόν. Ερωτεύσιμες οι βεβαιότητές της ωστόσο, βλέπω καθαρά στο τρεμισμά τους το παιδί που θα γίνω όταν θα έρθουν όλοι θάνατοι μαζί. (Κερδισμένες παρτίδες σεπεθαμένες πατρίδες). Κάνοντας τα πάντα να μη χάσω και προσέχοντας πολύ να μην κερδίσω. Φυσάει ξανά από τα στενάγματα της Ναϊάδας που αγάπησε τόσο πολύ το δέκα πέμπτο καλοκαίρι μου και γέμισε τη γλώσσα μου λίμνες που ακόμη δεν έχουνε στεγνώσει. Ανοίγει η άβυσσος της Ιστορίας που έμεινε άγραφη, κι ωστόσο έκρινε τα πάντα, τα άλογαίπτανται, οι πύργοι σωριάζονται, οι στρατιώτες επαμφοτερίζουν.
Δεν θα κερδίσω.
Δεν θα χάσω.
Θα ξεχαστώ.
Θα ξεχαστώ τέλεια με τον τρόπο που έχω εγώ επιλέξει.
Εσύ; Εσύ;Εσύ;Εσύ;
Εσύ και αιώνια σου η μνήμη:
Δείλαιος κι αρχομανής. Γεμάτος απαστράπτοντα λάφυρα που τα οξειδώνει ήδη αυτή η παμπάλαιακοινή μας κατάρα-η στέρηση.
Λιλιπούτειος
Νυμφαία εσπερινή τα χείλη σου κι από το ποίημα που μόλις χάθηκε στον πυρετό μιας αναβαλλόμενης βροχής έχω κρατήσει μια καινούργια γλώσσα κρυφή και όλους τους υπνοβάτες υπερσυντέλικους, να ξημερώνει απαλά όταν το τραχύ δόντι της νύχτας χτυπάει με οργή τυφλή κι αναμετριέται με το τρελό ξίφος των βασιλιάδων που ξέρουν πως φτάνει η ώρα τους αρνούμενοι ν’ αποχαιρετήσουν τον κόσμο συμβιβασμένοι. Πλοηγία. Θηρία τα κύματα, απειλή τα λιμάνια. Ένας ελάχιστος ασημένιος οβολός διευρύνει τις αγρύπνιες μου εσχάτως. Πού είχαμε μείνει; Σε εκείνο το τρεμάμενο σώμα που γεφυρώνει δυο εποχές που δεν έχουνε υπάρξει ακόμη. Όχι. Σε τούτο το εσωστρεφές μελαψό στήθος που ξυπνάει τη μνήμη των αιώνων που δεν είχαν μάθει ακόμη να απαγγέλουν το νερό. Αγγέλων ύμνοι και Μπαχ ψυχορραγήματαξανά κατεβαίνουν από τον ιδρώτα της πλάτης. Έρωτας, ψελλίζω και ζωντανεύουν ενώπιον μου τρομαχτικά πεδία μαχών, σφαγμένοι χιλιάδες. Η αόρατη σπίθα που καταπίνει τον κόσμο και μεγαλώνει τους λιμούς. Σήμερα είναι η μέρα που νόμιζα πως δεν θα έρθει ποτέ. Πόσα αύριο έχω στη διάθεσή μου για να το συνειδητοποιήσω; Σήμερα είναι η μέρα του μωβ άνθους και της βαθύτατης ζούγκλας. Βύζαινε το ένα τ’ άλλο, και τα δυο εμένα, πριν γεννηθώ, σε όνειρα παλιά. Και σε καινούργιες διευθύνσεις. Αν δεν χαθούμε στην πρώτη-πρώτη πρόταση, στο υστερόγραφο μας περιμένουν οι θάλασσες και οι τρικυμίες μιας παρθένας Σκωτίας που είναι και θα παραμείνει εσαεί 100 χρονών. Βρέφος (γιατί δεν έχει μάθει να μετράει πιο πέρα από κει).
Χρωστήρ
Εδώ, όσο πιο πολύ πεινάνε τα παιδιά, γελάνε και προσεύχονται ενδόμυχα να μην έρθει η στιγμή να καταλάβουν. Και οι άγγελοι αδυνατούν ν’ ακούσουνε τη μουσική στο δάκρυ τους. Κι εγώ, όποτε αλλάζω κουβέντα ή χάνω τα λόγια μου,σε ψάχνω, ανήμπορος να το παραδεχτώ, δέσμιος της χασμωδίας που εκρήγνυνται παντού και κυρίως εκεί που δεν το περιμένεις. Ένας πατέρας σαν ζέστη ασφυκτική. Ένα μπλουζ που τον θάνατο κιοτεύει. Δυσοίωνα μαντάτα κρυμμένα στη συνήθεια και τον κουρνιαχτό. Κάποια αναδυόμενη Λευκάδα εκεί που η θάλασσα είναι άγνωστη λέξη στην καρδιά ή μια τρεμάμενη Σαντορίνη που την τρομάζει το φως της καθώς το συλλαβίζει. Να σε ‘βρισκα τώρα θα ‘θελα στα φρεσκοθερισμένα χωράφια της προοπτικής. Να λάμπεις ολογάλανη-και καθόλου σαν σημαία- μες στον ακατανόητο σιτοβολώνα του καινούργιου φεγγαριού. Να πιω το τσίπουρο σου και στο κρύο σου νερό να νιφτώ, να ομορφύνω, να καθρεφτιστώ. Πρωτεϊκός να δω τον Όμηρο, τον Ευριπίδη, τον κόντε Διονύσιο, τον Αλέξανδρο Αδαμάντιου Εμμανουήλ κι όλα τα ποιήματα που αρνηθήκανε να μπουν σε κιτάπια ισολογισμών/προϋπολογισμών. Να είμαι της γλώσσας σου το τελευταίο της φυλάκιο, εκεί που όλες οι λέξεις γεννάνε τη σιωπή. Να είσαι της γλώσσας μου ο ακραίος πυρετός που φέρνει τις βροχές. Σε ένα ροδιού σποράκι να σε κρατάω συνεχώς κρυμμένη. Να πάψουν εδώ να πεινάνε τα παιδιά, ακόμη κι αν χρειαστεί να γελάνε λιγάκι λιγότερο.
Κύαθος
Οι άγνωστες λέξεις δεν έχουν καμία απορία, οι γνωστές όμως σε υπογραμμίζουν. Θα ήθελα κάποτε να σου πω με πολλά γέλια το λίγο μου κλάμα. Αν κάποια στιγμή νιώσεις τον χρόνο σαν επινόηση που σε επινοεί για να τον επινοήσεις, έλα να με βρεις. Χθες βράδυ πηγάδι σκοτεινό. Σήμερα θριαμβεύουν τα ερείπια,τα στάχυα ποτίστηκαν, θεριεύουν πάλι, μεγαλώνουν. Θεέ μου, άνοιξε έναν δρόμο μέσα από τους κουραστικούς ανθρώπινους υπολογισμούς. Να θυμηθούμε γεύσεις από τσίπουρα παλιά και μουσικές από τραπέζια σε σάλες που δεν έμπαινε το κρύο. Πόσες χορδές μπορώ ν’ ανακαλύψω στο μέσα μου, πυρίμαχος σχεδόν, αδιανόητο, όταν πέφτει η μονόχορδη νύχτα ανάμεσά μας και δεν μ’ αφήνει να σε δω. Γιατί τώρα γνωρίζω το πνευστό φιλί που εγκυμονεί όλους τους ανέμους. Ως χθες τα πόδια μου ματώνανε σε χαλίκια σχεδόν βαμβακερά. Σήμερα οι βράχοι είναι παιχνίδι και γιορτή. Οι βράχοι σήμερα είναι παιχνίδι και γιορτή. Να έχεις όνομα πολέμου και να μελωδεί μέσα μου η ειρήνη όταν σ’ αγγίζω, είναι, δεν μπορείς να πεις, μια μαρμαρυγή για δίσεχτους καιρούς. Παιχνίδι είναι οι βράχοι σήμερα και γιορτή. Της θελήσεως. Της μεγαλαυχίας κονιορτός.
Κυναίγειρος
Δεν είναι πως φλέγεται η πολιτεία που έχτισε η περηφάνεια μας με τόσο κόπο, ούτε η Νέμεσις σε κάτοπτρα δανεικά κι αγύριστα, είναι που με όσα χαράζεις καμιά φορά κατά λάθος στο νερό, ανακαλύπτεις τον ύστατο ουρανό και δεν μπορείς να σε αναγνωρίσεις σε καμία ηλικία. Λαξευτής ακατανόητος και φρουρός της κρήνης ανάμεσα στο μέσα και στο έξω το κειμένου. Κάθε γνωστή λέξη αιφνίδιος τρόμος. Ανάβει χαροκόπι βουερό, ξέσπασμα χαράς των απόντων, πολλοί καλεσμένοι, πολλή ομορφιά, τραγούδια που δεν έχεις ακούσει ποτέ πριν, κι όλοι σε περιμένουν πως και πως. Αλλά ποτέ δεν φτάνεις, κι ας πασχίζεις. Υπάρχουν εκείνοι που ισχυρίζονται πως έχεις πεθάνει, εις μάτην τόση αναμονή, ορκίζονται κιόλας πως ήταν παρόντες στην κηδεία σου. Υπάρχουν κι εκείνοι που λένε πως είσαι ο μόνος που έχει απομείνει ζωντανός, κι έτσι θα συμβαίνει εσαεί, σε θεωρούν κατά κάποιον τρόπο τελεσίδικα καταδικασμένο. Καταραμένο. Τότε είναι ακριβώς που ξημερώνουν οι πιο ωραίες μέρες της ζωής σου, ενώ εσύ χορεύεις και μεθάς έξω απ’ τη ζωή σου. Εκεί που όποιον καρπό κι αν ποθήσεις, σου δίνεται. Αρκεί να τον συλλογιστείς σαν κάτι αυτονόητο, αμέσως ωριμάζει. Αλλά έτσι και δεν το συνειδητοποιήσεις εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο κόσμος σβήνεται στην έκρηξη ενός αναστεναγμού. Κι αναλαμβάνουν ύστερα τα όρνια των τύψεων.
Παρακείμενος
Αόριστος ή ερωτικός δεν είναι απαραιτήτως ο αυτόφωτος ή ο εθιμοτυπικός, είναι και ο αιφνίδιος σεισμός, μες στα μεσάνυχτα, της έννοιας που νόμιζες πως δεν κατείχες, σαν αγκαλιά μετά από χρόνια ξενιτειάς. Όνειρα στην κόψη του μαχαιριού, κι όταν μιλώ για όνειρα δεν εννοώ ούτε ενύπνια ούτε φαντασιώσεις. Ούτε ακριβώς για τους δρόμους που ανοίγεις περπατώντας, όπως έλεγε ο μέγας Antonio Machado. Και όταν λέω τελευτώ σημαίνει: τη μια βλέπω μπροστά μου τον πλέον απροσμέτρητο βυθό και την άλλη είμαι μέσα του και τρυγώ τα μυστικά του. Και πώς μιλά κανείς για την καρδιά της Άνοιξης με λόγια αδιάφορα, για να μη γίνει αντιληπτή η πυρκαγιά που λυσσά στα ενδόμυχα του δάση; Αν είναι να μοιραστούμε τα θεμελιακά μας μυστικά καλύτερα να πάμε κοντά σε έναν γκρεμό, περισσότερη επιείκεια θα δείξει από τους γραφειοκράτες των φιλικών σχέσεων. Αν είναι να σταθούμε μπροστά σε μια τεράστια φωτιά με φλόγες που γλείφουνε τον ουρανό γυρεύοντας τουπέρτατο χρυσάφι των ωρών, κι ας φωνάξει: «δωσ’ μου το βελόνι σου απογοήτευση, να κεντήσω το βινύλιο της μνήμης ένα παραλήρημα οργασμικό». Μετά από την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, και τα ρέκβιεμ στα στοιχειωμένα δάση των παιδικών δωματίων-Θεέ μου- κρουνηδόν.
Πίδαξ
Τώρα που με ψάχνει η βαθιά εύνοια ενός γαλάζιου ουρανού σαν ανταμοιβή που υπήρξα αχθοφόρος σκουριασμένων αιώνων, και κυρίως της κούρασής μου σκαπανεύς, τώρα θέλω να σε ευχαριστήσω με τη μαθηματική σταθερά π. Έχω μεγάλη ανάγκη να αποδεχτώ πως όσα ξέρω υπογραμμίζουν με ένταση μέσα μου αυτό το υπέροχο Τίποτα που ξέρω πως δεν ξέρω. Έχω μεγάλη ανάγκη να μη τελειώσει αυτή η αγκαλιά, αυτό το κύμα να μη χαμηλώσει, αυτό το φως να εξορίσει το μέσα και να καλωσορίσει το έξω. Μπορεί να είναι η χαρά ένα δέντρο γυμνό που χάνει διακριτικά τα φύλλα του. Μπορεί να είναι και ένα κορμί που έπειτα από πλήθος περίπλοκων πράξεων να καταλήξει με ανακούφιση στις συνήθεις προσθαφαιρέσεις που κρατάνε σφιχτά με τα δόντια τους τη συνήθεια. Τι δρόμος κι αυτός σήμερα. Να νιώθεις χαμένος μες στην πόλη, σε μια πόλη που σε υποχρεώνει να ξεχνάς το όνομά της, και ταυτόχρονα να επαναπατρίζεσαι σε ένα φιλί. Που, όσο δεν έρχεται, είναι παντού.









