Μια δυστοπική ποίηση ταξικής και υπαρξιακής κατάρρευσης
Η τελευταία ποιητική συλλογή του Σωτήρη Νούσια, Λαιμητόμος στον ουρανό (ΑΩ, 2023), αποτελεί ένα έργο που ξεχωρίζει για τη δυναμική της γλώσσας και την τόλμη της κριτικής της. Συνδυάζει την πολιτική και κοινωνική κριτική με υπαρξιακά ερωτήματα, προσφέροντας μια δυναμική και συχνά δυστοπική προοπτική για τον σύγχρονο κόσμο.
Οι πολιτικές και υπαρξιακές προβολές της δημιουργούν μία ατμόσφαιρασκοτεινή, με στίχους γεμάτους εικόνες βίας, αποξένωσης και αντίστασης, όπου η αφηγηματική πυκνότητα ισορροπεί με μία γλώσσα συμβολική και μερικές φορές προκλητική.
Ξεχωρίζει η εικονιστική γλώσσα με τη χρήση μεταφορών και σκοτεινών εικόνων (μια λαιμητόμος ακρωτηριάζει τον Ουρανό). Ο ουρανός-λαιμητόμος μοιάζει να συμβολίζει το τέλος των αστικών ψευδαισθήσεων, οδηγώντας στην ταξική συνειδητοποίηση μέσω της καταστροφής.
Χαρακτηριστική είναι η μπαχτινικήπολυφωνία του έργου. Οι στίχοι του Νούσια εναλλάσσονται μεταξύ λυρισμού, σαρκασμού και προφητικού τόνου, δημιουργώντας μια δυναμική ανάγνωση. Η χρήση αντισυμβατικών εκφραστικών δομών αποκαλύπτει μια απόπειρα διατάραξης της γλωσσικής ρουτίνας.Ο ποιητής παραδίδει μια ριζοσπαστική, πολιτικά δραστική ποίηση με επαναστατικές και υπαρξιακές προεκτάσεις. Καταγγέλλει την καταπίεση, την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την υποκρισία των θεσμών, δείχνοντας μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ανθρωπιά της («Άδειος Θάνατος», «Ελευθερία Άπνευστη» κ.ά.).Φέρνει στην επιφάνεια την απελπισία και την απώλεια νοήματος σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από ψευδοαναπαραστάσεις και τεχνητές εμπειρίες («Αναρωτήσεις ονείρου», «Η χορωδία της νάρκωσης»).
Η ποιητική του Νούσια διαποτίζεται από τη μαρξιστική κριτική προβάλλοντας την αστική εκμετάλλευση(«Μάστιγα Καπηλείας») αναδεικνύοντας αισθητικά την καπιταλιστική δυστοπία και την αποτύπωση της ήττας («Τα πλάσματα πλάθουν») και δίνοντας έμφαση στον μετανεωτερικό υπαρξιακό προβληματισμό (αποξένωση, ασυνέχεια του εαυτού).Η συλλογή αγγίζει με ασυνήθιστη οξύτητα θέματα φύλου (ανδρικότητα) και περιθωριοποιημένων ομάδων, τα οποία όμως δεν παρουσιάζονται ως αυτόνομες κατηγορίες, αλλά ως τραυματικές εκδηλώσεις της διεφθαρμένης κοινωνίας. Αν και η γυναίκα δεν υφίσταται ως πολιτικό ή ποιητικό υποκείμενο στα ποιήματα αλλά μόνο ως σκιώδης μορφή (βλ. την ανώριμη παιδούλα στο «Ανάγκη Αγαλμάτων»), ο άνδρας συνδέεται σταθερά με τη βία και την κατάρρευση του αγώνα ή ως φορέα εκμετάλλευσης. Δεν υπάρχουν ‘συνηθισμένοι’ άντρες (εργάτες, πατέρες, εραστές) –μόνο εκφυλισμένες ή μυθικές μορφές. Η δε απουσία εθνοτικών ή σεξουαλικών αναφορών για την περιθωριοποίηση δείχνει ότι ο ποιητής βλέπει την καταπίεση ως αποτέλεσμα της ταξικής εκμετάλλευσης, καθιστώντας τους κοινωνικά περιθωριοποιημένους αφηρημένες τραγωδίες κι όχι υποκείμενα με φωνή. Δεν πρόκειται για ομάδες με ταυτότητα (απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε εθνοτικές μειονότητες, σεξουαλικές διαφοροποιήσεις), αλλά συμπτώματα μιας νεκρής κοινωνίας. Αυτοί οι περιθωριοποιημένοι άνθρωποι θα μπορούσαν να διαβαστούν ως προλετάριοι χωρίς συνείδηση ή φωνή, αλλά μόνο με πάθη. Οι εχθροί είναι πάντα αφηρημένοι μηχανισμοί ή κλόουν.
Η ποιητική όμως αυτή δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ούτε με την κλασική προλεταριακή ποίηση, αν και περιέχει ανανεωτικά στοιχεία και από τα δύο αισθητικά κινήματα. Όταν ο ιστορικός σοσιαλιστικός ρεαλισμός επιδιώκει να εκπροσωπήσει την “ηρωική εργατική τάξη” και την ιστορική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού για προβολή μιας εγγενούς αισιοδοξίας που προβάλλει τη συλλογική δράση μέσα από ευανάγνωστες εικόνες και αφηγήσεις, ο Νούσιας εγκαταλείπει τη λογική του αγώνα και τα ελπιδοφόρα μηνύματα. Αντίθετα, εστιάζει στην αποξένωση, την ήττα και τη διαφθορά («Άδειος Θάνατος», «Κέρινα Ομοιώματα»), αξιοποιώντας λειτουργικά μια γλώσσα συμβολική και συχνά απόκοσμη, κινούμενος κοντύτερα στη σύγχρονη ποίηση της κοινωνικής αγωνίας. Χρησιμοποιεί συμβολισμούς (γυάλινος κόσμος, κέρινα ομοιώματα κ.ά.) που απαιτούν μία ερμηνευτική προσέγγιση η οποία εγκαταλείπει τον ρεαλισμό. Ταυτόχρονα, η έμφαση του Νούσια δεν πέφτει σε ηρωικούς εργάτες/αντάρτες, αλλά σε νεκρές ψυχές («Ελευθερία Άπνευστη»), τη μνήμη των ηττημένων («Τελευταίο Επεισόδιο) και σε προδότες (απόγονοιανταρτών σε βολικάκοστούμια).Το‘σφυρί και το δρεπάνι’, για παράδειγμα, εμφανίζονται «Επιζώντες» ως εργαλεία ποιητικής και πολιτικής δράσης:
Θα είναι η ποίηση δρεπάνι και σφυρί
Τα δυο μας χέρια θ’ ατενίζουν πέλαγος
Συνδέοντα ιμεν με την προλεταριακή ρητορική και τη μαρξιστική εικονοποιία αλλά με έναν προσωπικό τρόπο.Ενώ, στην κλασική οπτική, οι ποιητές χρησιμοποιούν το σφυρί και το δρεπάνι ως σύμβολα νίκης (βλ. Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και ΝαζίμΧικμέτ), ο Νούσιας τα χρησιμοποιεί ως όπλα αντίστασης, χωρίς όμως την αισιόδοξη οπτική των λογοτεχνικών προγόνων τους, χωρίς ελπίδα. Έτσι, εισάγει μια αποδομητική αυτοαναφορά στην ποίηση, που προσπερνά τις παλαιότερες καλλιτεχνικές βεβαιότητες, αλλά τις χρησιμοποιεί για να δείξει την κρίση της εποχής.
Αναλόγως, ο σύγχρονος δημιουργός δεν περιορίζεται στην εργατική τάξη ως θεματική (προλεταριακή ποίηση). Εξετάζει ευρύτερες κοινωνικές δομές (ιδεολογία, ιστορία, υπαρξιακή κρίση) και χρησιμοποιεί πολυεπίπεδους συμβολισμούς («Η χορωδία της νάρκωσης»), μέσα από ένα πολυσύνθετο ύφος. Οι εικόνες της αλλοτρίωσης (ηλεκτρονικοί κλόουν) και της ιδεολογικής χειραγώγησης («Η Θέμιδα ως μαριονέτα») ευθυγραμμίζονται με τη μαρξιστική ανάλυση.
Επιλογικά, η Λαιμητόμος στον Ουρανό του Σωτήρη Νούσια αποτελεί μία ποιηιτκή αναπαράσταση του σύγχρονου ανοιχτού πολιτικού τραύματος, μια δυστοπική προφητεία για έναν κόσμο που έχει χάσει τόσο την αίσθηση της ιστορικής του μνήμηςκαι την ικανότητά του να ονειρευτεί ένα διαφορετικό αύριο. Η ποίηση του Νούσια αποκαλύπτει τις ρωγμές μιας κοινωνίας που έχει μετατρέψει την πολιτική σε θέαμα και την αγάπη σε εμπόρευμα.Αν ο Μαγιακόφσκι έδειχνε το μέλλον ως επανάσταση και ο Ρίτσος έφερε στο φως την τραυματική συλλογική μνήμη, ο Νούσιας παρουσιάζει μια σειρά από ηττημένες στιγμές, όπου ακόμα και τα σύμβολα της ελπίδας έχουν διαλυθεί ή ακρωτηριαστεί. Δεν είμαστε ούτε νικητές ούτε θύματα. Είμαστε οι επιζώντες μιας μάχης που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ −και η ποίηση είναι το μόνο όπλο που μας έμεινε.









