Αν η λογοτεχνία είναι, εν τέλει, ένας τρόπος να κατοικήσουμε τον κόσμο, τότε η ποίηση της Pia Tafdrup δεν μας μαθαίνει απλώς πώς να κατοικούμε, αλλά πώς να αισθανόμαστε τον κόσμο εκ νέου. Η δανέζα ποιήτρια, με μια διαδρομή που εκτείνεται πάνω από τέσσερις δεκαετίες, έχει δημιουργήσει ένα σώμα έργου βαθιά προσανατολισμένο στη σωματικότητα, στη φύση, στη μνήμη, στη βίωση του υποκειμένου μέσα από τις αισθήσεις.

Η πρόσφατη ελληνική έκδοση Οι Πέντε Αισθήσεις, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν, προσφέρει στο ελληνικό κοινό ένα έργο-σταθμό, τόσο στην πορεία της ίδιας όσο και στην ευρωπαϊκή ποίηση των τελευταίων ετών.

Η Tafdrup, ήδη από τα πρώτα της βήματα, έδειξε πως δεν ενδιαφέρεται για την καθαρή φόρμα ούτε για τον πολιτικό θόρυβο. Ενδιαφέρεται για τη βραδύτητα με την οποία ένα παιδί ακουμπά το δάχτυλο σε ένα τζάμι τον χειμώνα· για την αμηχανία που φέρει η μνήμη μιας φωνής· για την εσωτερική πάλη που γεννά ο έρωτας, η γλώσσα και το σώμα. Με συλλογές όπως Η Πύλη της Βασίλισσας και Τα Άλογα του Ταρκόφσκι, μας είχε ήδη μυήσει σε έναν κόσμο όπου η μεταφυσική δεν είναι σύστημα σκέψης, αλλά ποιητική αίσθηση· μια ανοιχτή πληγή που μοιάζει με προσευχή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σειρά Οι Πέντε Αισθήσεις λειτουργεί σαν το αποκορύφωμα μιας μακρόχρονης ποιητικής αναζήτησης. Εδώ, η Tafdrup διαμορφώνει συστάδα ποιητικών ενοτήτων όπου κάθε αίσθηση αποκτά τη δική της ποιητική συντακτική και ρυθμική δυναμική. Η Γεύση του Ατσαλιού είναι ένα έργο αιχμηρό, σχεδόν μεταλλικό, γεμάτο μνήμες βίας, απωλειών και απογευματινών επιστροφών. Η Μυρωδιά του Χιονιού αγγίζει το σχεδόν άπιαστο — ο κόσμος γίνεται ανάμνηση πριν ακόμα συμβεί. HΘέα του Φωτός συνθέτει μια ποιητική του βλέμματος, όπου το βλέμμα είναι πάντα ενεργό, φορτισμένο, μερικές φορές και επικίνδυνο. Ο Ήχος Απ’ τα Σύννεφα ασχολείται με το απροσδιόριστο του ήχου, με την ηχώ του ανείπωτου. Τέλος, Το Άγγιγμα του Δέρματος — η πιο σπαρακτική ίσως από τις πέντε συλλογές — προσφέρει μια ποιητική της εγγύτητας, της απώλειας και της ανασύστασης της ταυτότητας μέσω του άλλου.

 

 

 

Ο κύκλος αυτός δεν είναι μονάχα τεχνικά άρτιος· είναι υπαρξιακά αναγκαίος. Μέσα από τον στοχασμό πάνω στις αισθήσεις, η Tafdrup κατορθώνει να μιλήσει για το εύθραυστο, για το πέρασμα του χρόνου, για τη φθορά της επιθυμίας, για την ένταση της ζωής. Σε κάθε στίχο, το σώμα είναι παρόν — άλλοτε ως εμπειρία, άλλοτε ως ερωτηματικό.

Η γλώσσα της Tafdrup είναι απλή χωρίς να είναι απλοϊκή· είναι λιτή, αλλά κάθε λέξη φέρει το βάρος ενός κόσμου. Δεν κατασκευάζει ρητορικά τεχνάσματα· αντιθέτως, καταργεί τις περιττές διαμεσολαβήσεις. Η ποίηση, για εκείνη, είναι ένας δρόμος που οδηγεί κατευθείαν στη σάρκα των πραγμάτων.

Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν είναι μια προσφορά υψηλής αισθητικής: με προσεγμένη επιμέλεια, κομψή τυπογραφία και έναν σεβασμό στο ποιητικό ήθος του πρωτοτύπου. Η μετάφραση του Δημήτρη Σουλιώτη αναμετριέται όχι μόνο με το ύφος και την ακρίβεια, αλλά και με το υπαρξιακό φορτίο του έργου — και το καταφέρνει χωρίς να γίνεται ποτέ επιδεικτική. Αντιθέτως, προσφέρει στον έλληνα αναγνώστη μια νέα πρόσβαση στον κόσμο των αισθήσεων, ακριβώς όπως θα το ήθελε η Tafdrup: αθόρυβα, αλλά αμετάκλητα.

Το έργο της Pia Tafdrup δεν είναι απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στη σύγχρονη σκανδιναβική λογοτεχνία· είναι ένας αργός, βαθύς παλμός που υπενθυμίζει στον αναγνώστη πως η ποίηση — η πραγματική ποίηση — δεν είναι θέμα ύφους, αλλά θέμα επιβίωσης. Όσο υπάρχουν ποιήτριες σαν την Tafdrup, υπάρχει ακόμη ελπίδα πως οι λέξεις μπορούν να μας επιστρέψουν σε έναν κόσμο βιωμένο, ολόκληρο, αισθαντικό.