Φωτογραφίες: Ina Schoof  

 

Η σύγχρονη ελληνική ποίηση βρίσκει στην Παυλίνα Μάρβιν μια από τις πιο αυθεντικές και δυναμικές φωνές της. Με έναν λόγο βαθύ, προσωπικό αλλά και συλλογικό, η ποιήτρια μάς προσκαλεί να αναστοχαστούμε πάνω στις σχέσεις, την απώλεια, την ταυτότητα και την ίδια την ουσία της ύπαρξης.

Στο βιβλίο της «Θαύματα στου Πολύφημου – Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς», που χωρίζεται σε δύο ξεχωριστές αλλά συνδεδεμένες ενότητες, ξεδιπλώνεται μια ποιητική αναζήτηση που αγγίζει το βιωματικό και το υπαρξιακό, το προσωπικό και το πολιτικό. Επιπλέον, μιλήσαμε και για το προηγούμενο έργο της, «Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου», όπου η ποιήτρια ερευνά τις σχέσεις εξουσίας και επιβολής μέσα από μια ιδιαίτερη, γκροτέσκα οπτική.

Στη συνέντευξη στο «Ποιητικό Καφενείο» του Ποιείν, η Παυλίνα μιλά για τις πηγές έμπνευσής της, τα σύμβολα που διαπερνούν το έργο της, αλλά και για τον τρόπο που η ποίηση γίνεται τόπος μνήμης, αγάπης και αντίστασης.

 

-Αγαπητή Παυλίνα, πολλοί κριτικοί και αναγνώστες σάς θεωρούν μία από τις πιο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Νιώθετε αυτό το βάρος της αναγνώρισης ή λειτουργεί για εσάς ως ώθηση για νέες ποιητικές αναζητήσεις;

Πιστεύω πως η σύγχρονη ελληνόφωνη ποιητική σκηνή αποτελείται από εξαιρετικά ενδιαφέρουσες/ντες δημιουργούς, εντούτοις οι αναγνώστριες/ες μας παραμένουν λίγες/οι. Όταν κάποια κείμενά μου κατορθώνουν να περάσουν απέναντι, η χαρά μου είναι μεγάλη. Σε έναν κόσμο πολυδιασπασμένο και εξαιρετικά σκληρό, προσπαθώ να μην ξεχνάω να κάνω τη δουλειά μου: να υπηρετώ τον ποιητικό λόγο με όποιον τρόπο μπορώ.

 

 

 

– Το βιβλίο «Θαύματα στου Πολύφημου- Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς» χωρίζεται σε δύο μέρη, που φαινομενικά είναι πολύ διαφορετικά. Ποιος είναι ο συνδετικός τους κρίκος; Πώς συνομιλούν αυτά τα δύο μέρη μεταξύ τους;

Όντως πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικά μέρη, που αφηγούνται, όμως, άλλη πτυχή της ίδιας ιστορίας: Τα «Θαύματα στου Πολύφημου» αφορούν τα εξωτερικά γεγονότα, ενώ η ενότητα «Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς» αποτυπώνει τα εσωτερικά γεγονότα. Υπάρχει και μια πιο προσωπική σημείωση, ένα «λοξό κλειδί»: Ο Ιβάν Ισμαήλοβιτς είναι ο «Πρόλαβες να διαβάσεις τον Ρίκλε;» του πρώτου ποιήματος των Θαυμάτων, ένας ξένος, ή και ένας ξένος εαυτός.

 

– Τα «Θαύματα στου Πολύφημου» φαίνεται να έχουν έναν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η πολυκατοικία και γιατί επιλέξατε να την αποδώσετε με τη μορφή «ιδιότυπων σονέτων»;

Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση αφιερωμένη στην πολυκατοικία όπου έζησα για δέκα χρόνια μαζί με την αδελφή μου ─ περίπου ογδόντα διαμερίσματα σε ένα κτίριο τεσσάρων ορόφων. Η ιδέα μου ήρθε όταν συνειδητοποίησα με κάποιες συγκεκριμένες αφορμές πόσο λίγο γνωριζόμαστε με τους ανθρώπους που μοιραζόμαστε τόσα πολλά ─τους ενοίκους της πολυκατοικίας στην οποία ζούμε─ και πόσο ξεχωριστές ιστορίες φέρουν. Το σονέτο είναι μια ποιητική φόρμα κομψή και συνάμα αρκετά περιοριστική. Εγώ δεν στάθηκα στην κομψότητα, το ξεχείλωσα, με ερευνητική διάθεση∙ γιατί, σε αυτή την περίπτωση με ενδιέφερε το περίσσιο και η στενότητα ─ σε συνάφεια, δηλαδή, με το πώς βίωνα την εμπειρία μου της πολυκατοικίας.

 

– Ο Πολύφημος είναι μυθικό πρόσωπο. Υπάρχει κάποιος συμβολισμός στην επιλογή αυτού του ονόματος; Αν ναι, ποιος είναι;

Είναι κάποιος που βλέπει πρώτα με ένα μάτι και έπειτα με κανένα. Είναι και το όνομα της οδού μας.

 

Ξεχώρισα το ποίημα «Θανάση μου»

Σήμερα στοὺς ἀνθρώπους μου ἐπιτρέπω/ν’ ἀπελπίζονται. κι ἂν αὐτὴ ἡ σιωπὴ δὲν/ εἶναι δική μας, μὰ δική σου, μαζί μας/εἶσαι. Στοὺς τόπους μας τὸ μηδὲν/τὸ ξέρουμε. Ζήσαμε ὅμως κι ἀλλοῦ/ –/τὴν ἴδια γυναίκα. κι αὐτὴ ἐπίσης./Θά ’θελα  νὰ μὴ γράφω/αὐτὸ τὸ ποίημα. κι ἐσὺ θὰ τό ’θελες/μὰ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀνεβαίνεις/ κι ἐμεῖς ἀνεβαίνουμε στὴ σέλα/τοῦ ποδηλάτου σου καὶ πρέπει/νὰ χωρέσουμε ὅλες

-Μοιάζει να γράφετε εκ μέρους μιας συλλογικότητας («μαζί σου», «εμείς»). Ποιοι είναι αυτοί οι «άνθρωποί σας»; Μια κοινότητα, μια γενιά;

Είναι μια κοινότητα γυναικών στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους, που αποχαιρετά έναν πολυαγαπημένο φίλο σε πολύ νεαρή ηλικία.

 

– Μιλάτε για «σιωπή» που δεν είναι δική σας, αλλά δική του. Είναι αυτή η σιωπή μια μορφή απουσίας ή μια νέα μορφή παρουσίας;

Είναι, μάλλον, και τα δύο. Ο θάνατος ως καταλύτης για την ενίσχυση του ψυχικού αποτυπώματος ενός ανθρώπου εντός μας.

 

– Το ποίημα φέρει έναν σπαραγμό, αλλά και μια βαθιά αγάπη. Τελικά, τι υπερισχύει; Ο πόνος ή η μνήμη της αγάπης;

Εξαρτάται. Όλα για μας είναι, πάντως, και δεν διαχωρίζονται απαραίτητα.

 

Ποίημα «Αντίο, κύκλωπα»

Τὰ δεκαέξι βαλιτσάκια μου κι ἐγὼ/βροντοῦμεστὰ τσιμέντα ἀντίοκαὶ παίρνουμε/τοὺς δρόμους. Στάζει τὸ σπήλαιο/καὶ τρέχουνε τὰ μάτια μας./ Μ’ αὐτὸ τὸ μάτι ἀγάπα μας, κλεῖνε μας/ποῦ καὶ ποῦ τὸ μάτι, ὥσπουνὰ φτάσουμε· /θὰ μᾶς πάρουν τὰ χρόνια, θὰ ξυπνᾶς/θὰ κοιμᾶσαι, θὰ πηγαίνουμε ἀκόμα./Στὸ διάβα μας θὰ βροῦμε χρήματα/νὰ καλέσουμε ἕνα ταξί, νὰ μᾶς φέρει/τὸ γράμμα ποὺ λέει ποιὸ εἶναιτὸ σπίτι μας./Ἐσὺ τὸ ἔγραψες. Ἐμεῖς δὲν πᾶμε./Ἔχουμε δουλειά, καλέσαμε καὶ νάνους, νὰ γίνουμε πολλοί:/῞Ολοι μαζί, σὲ χαιρετᾶμε. Γιὰ νὰ μᾶς βλέπεις σὲ χαιρετᾶμε

-Στον στίχο «Μ’ αὐτὸ τὸ μάτι ἀγάπα μας, κλεῖνε μας ποῦ καὶ ποῦτὸ μάτι, ὥσπου νὰ φτάσουμε» υπάρχει μια ανατρεπτική τρυφερότητα: ζητάτε αγάπη, ακόμα και με το «ένα μάτι» του Κύκλωπα. Ζητάτε αποδοχή, άφεση ή απλώς χρόνο;

Είναι από τα αγαπημένα μου του δεύτερου βιβλίου και διαλέγεται κρυφά με το ποίημα «Μάθε με να χωρίζω» που ολοκλήρωνε την πρώτη μου συλλογή. Στο «Μάθε με να χωρίζω», η αφηγήτρια δεν είχε ιδέα πώς να χωρίζει. Στο «Αντίο Κύκλωπα», το πρόσωπο χωρίζει επιδεικτικά. Δεν ζητάει τίποτα πια, πέρα από το να πιστέψουν πως φεύγει για να το πιστέψει και η ίδια.

 

«Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς»

– Η σύνθεση «Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς» έχει έναν υπαρξιακό, σχεδόν αλληγορικό τόνο. Πώς γεννήθηκε αυτή η φιγούρα; Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ο Ιβάν;

Γεννήθηκε μέσα από την αναμέτρηση με ένα άγνωστο πολύ φοβιστικό και πολύ οικείο. Ο Ιβάν Ισμαήλοβιτς διανύει μια δύσκολη διαδρομή που πρέπει οπωσδήποτε να διανυθεί, να μην αμφισβητηθεί. Θα μπορούσε να είναι κάποια ή κάποιος που χρειάζεται οπωσδήποτε την προστασία μας, αλλά εμείς διατηρούμε καχυποψία για τον υψηλό βαθμό της επικινδυνότητας που ορίζει τη ζωή του. Ένας φυγάς εαυτός, επίσης.

 

– Η αφηγήτρια προσπαθεί να τον προστατεύσει χωρίς ποτέ να τον συναντήσει. Αυτό μοιάζει με έναν εσωτερικό αγώνα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Ιβάν είναι ένα alterego ή μια εσωτερική προβολή;

Το κείμενο είναι γραμμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει, νομίζω, τέτοιες ακριβώς συνδέσεις ─ όπως ο καθένας και η καθεμία μας τις χρειάζεται. Θα έλεγα πως οι κυρίαρχες διαστάσεις του είναι η αυτο-αναλυτική και η πολιτική.

 

-Μπορεί η ποίηση να πλησιάσει έναν φευγαλέο άνθρωπο περισσότερο απ’ ό,τι η ζωή;

Βέβαια, εκτός κι αν ο φευγαλέος αποφεύγει για δικούς του λόγους τα ποιήματα, τους ποιητικούς κόσμους.

 

 

 

 

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠ’ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΟΥ

Τὸ τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης

Δάσκαλε Ποιητὴ Βρικόλακα/ μικρὸ κορίτσι πράμα μ’ υἱοθέτησες/ μοῦ ’ταξες ἄλλα γι’ ἄλλα, μὰ τ’ ἀθέτησες/καὶ μ’ ἤθελες μονάχα κούκλα-κόλακα/ Καιρὸ σοῦ συνιστοῦσα ἀφελῶς /«μὴ μοῦ πετᾶςἔτσι κατάμουτρα/ τὸν ἥλιο σου –/ γιὰ νὰ γενεῖ τῆς ποίησής μου ὁ καρπός,/σιγὰ σιγὰ ἀφομοιώνεται τὸ φῶς» /Μὰ ἐσὺ νὰ μαίνεσαι, ἐξαίσια ἱλαρὸς/καὶ νὰ μὲ λούζεις μὲ τὶς λάμψεις, σὰν ἐχθρὸς

Μωρὸ κι ἂν μ’ ἔκλεψε ςἀπὸ τὴν κούνια μου/ἔφτασε πλέον ὣςκαὶ στὰ ρουθούνια μου/ μία δυσωδία σεσηπότος/ κι ἀργὰ ἀργὰ τὸ πόνεσε, στὸ τέλος, ἡ καρδία μου/πὼς δὲν ἠγάπησες ποτὲ  τὸφῶς/ἀλλὰ τὸ πολυ σκότος/ Ποντίκια τρέχουνε οἱ λέξεις σου/σκωληκοφαγωμένα ὅλα σου τὰ ποιήματα /τὰ χείλη σου μοῦ φέρνουν ἀναγούλα/Βαρέθηκα ὑπάκουη στὶς ὀρέξεις σου – /τρέξε νὰ σκάψεις εἰς τα μνήματα/καὶ θὲ νὰ βρεῖς στὰ γρήγορα /ἄλλη χαζὴ μικρούλα/ Ἂν γιὰ μένα τώρα ἀναρωτιέσαι/ μάθε, γιὰ νὰ κλαῖς καὶ νὰ χτυπιέσαι:

Ἤδη κοιμᾶμαι μ’ ἄλλον δάσκαλο βρικόλακα/ποὺ σήμερα μὲ θέλει κούκλα-κόλακα/μὰ ἡ ὑπόσχεση ποὺ μοῦ ’δωκε μοῦ φτάνει/καὶ ἀπὸ σένα εὐτυχῶς ποὺ λάκισα: /Τρανὴ κι ἐξαίσια μιὰ μέρα θὰ μὲ κάνει

Ποιήτρια Βρικολάκισσα

– Στο ποίημα «Τὸ τραγούδι τῆς μικρῆς μουσόπληκτης» υπάρχει κάτι απελευθερωτικό στην εξομολόγηση αυτής της σχέσης, σαν η ποιήτρια να βγάζει μια παλιά σκιά από πάνω της. Ήταν αυτό το ποίημα μια «πράξη απελευθέρωσης»;

Όχι καθόλου, ήταν μια πλακίτσα για τους βρικόλακες δημιουργούς που συνάντησα στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής μου, για την επιρροή που διαισθανόμουν πως φαντάζονταν ότι θα ασκήσουν, για την επανάληψη του φαινομένου.

– Γιατί βρικόλακας; Ποιο στοιχείο του «δάσκαλου» είναι αυτό που τον μετατρέπει σε βρικόλακα;

Σκοτάδι γοητευτικό μα στείρο, ανεπίγνωστη δίψα για επιβολή σε κάποιον/αν που ως επί το πλείστον αγνοεί την πρόθεση και τα πάθη ενός ανθρώπου που καμώνεται τον πολύξερο, και σε καμία περίπτωση δεν είναι δάσκαλος.

 

– Η φράση «τρέξε νὰ σκάψεις εἰς τὰ μνήματα» είναι σκληρή αλλά σχεδόν κωμικά σπαρακτική. Τι ρόλο παίζει το γκροτέσκο στην ποίησή σας;

Κυρίαρχο, για πολλά χρόνια. Κάτι βαραίνει και το χάνω στην πορεία. Θα ψάξω να το ξαναβρώ. Μ’ ενδιαφέρει πολύ.

 

– Η μικρή μουσόπληκτη ξεκινά ως «κούκλα-κόλακας» και καταλήγει «Ποιήτρια Βρικολάκισσα» είναι αυτό ειρωνεία, ανατροπή, ή αποδοχή ενός ρόλου με δικούς της όρους;

Είναι ο εξορκισμός του φόβου για τη συνέχιση του βρικολακιασμένου παραδείγματος.

 

 

 

 

***********************************************************************

Η Παυλίνα Μάρβιν γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Το πρώτο της βιβλίο με τον τίτλο Ιστορίες απ᾽ όλον τον κόσμο μου (Κίχλη, 2017) τιμήθηκε με το «Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη» της Εταιρείας Συγγραφέων.