Η μετάφραση των 10 ισπανικών ποιημάτων [Α + Β ΜΕΡΟΣ] έγινε, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή του ΑΠΘ και μεταφραστή Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στο πλαίσιο συλλογικής πτυχιακής εργασίας στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Επιμόρφωσης «Ελληνοϊσπανικές Σπουδές, Ιστορία, Λογοτεχνία, Μετάφραση [ΕΛΙΣ]» του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης του  Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τον Μάιο του 2025.

Συμμετείχαν οι σπουδαστές και σπουδάστριες:

Βασιλική Γάτσιου, Χρυσάνθη Γιαννιά, Θεώνη Κάμπρα, Μιχάλης Μερσίνης, Ειρήνη Οικονόμου, Βιβή Ουρανού, Μαργαρίτα Σαμψάκη, Γεώργιος Τζιρίτης, Γεώργιος Χατζητριανταφύλλου, Βασιλική Χρηστάκου.

 

***************************************************

Juan Lamillar

 

Tras el amor

Tras el amor, preguntas: ¿Qué es el amor?,
queriendo convencerme en tu silencio
de que tú ya lo sabes,
de que tienes respuesta para todo en la vida,
o al menos una envidiable capacidad de análisis.

Yo no sabría decirte
si el amor es quietud, es aventura,
o si tiene otros nombres
-penumbra, laberinto, intensidad, deseo-
con los que designarlo vagamente.

Yo tan sólo podría entreabrir la ventana
de esta isla desierta que ahora son nuestros cuerpos
y mostrarte un paisaje que ha vencido a la muerte.

(El arte de las sombras, 1991)

*

Χουάν Λαμιγιάρ

Μετά τον έρωτα

Μετά τον έρωτα, ρωτάς: «Τι είν’ ο έρωτας;»
θέλοντας με τη σιωπή σου να με πείσεις
πως εσύ το ξέρεις ήδη,
πως έχεις απάντηση για όλα στη ζωή,
ή τουλάχιστον μια ζηλευτή ικανότητα ανάλυσης.

Εγώ δεν θα ’ξερα να σου πω
αν ο έρωτας είναι γαλήνη, περιπέτεια,
ή αν παίρνει άλλα ονόματα
–μισοσκόταδο, λαβύρινθος, ένταση, πόθος–
με τα οποία μπορεί κανείς να τον ορίζει αόριστα.

Εγώ απλώς θα μπορούσα ν’ ανοίξω το παράθυρο
αυτού του έρημου νησιού που είναι τώρα τα κορμιά μας
και να σου δείξω ένα τοπίο που έχει νικήσει τον θάνατο.

(El arte de las sombras, 1991)

 

Ο Χουάν Λαμιγιάρ (Σεβίλλη, 1957) είναι Ισπανός ποιητής, συγγραφέας δέκα βιβλίων ποίησης. Έχει κερδίσει τα βραβεία Luis Cernuda, Vicente Núñez και Villa de Rota. Γράφει τακτικά σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Τελευταία ποιητική του συλλογή: Ley de fugas (2024).

 

**************

 

 

Luis García Montero

Canción 19 horas

¿Quién habla del amor? Yo tengo frío
y quiero ser diciembre.

Quiero llegar a un bosque apenas sensitivo,
hasta la maquinaria del corazón sin saldo.
Yo quiero ser diciembre.

Dormir
en la noche sin vida,
en la vida sin sueños,
en los tranquilizados sueños que desembocan
al río del olvido.

Hay ciudades que son fotografías
nocturnas de ciudades.
Yo quiero ser diciembre.

Para vivir al norte de un amor sucedido,
bajo el beso sin labios de hace ya mucho tiempo,
yo quiero ser diciembre.

Como el cadáver blanco de los ríos,
como los minerales del invierno,
yo quiero ser diciembre.

(Las flores del frío, 1991)

 

**

Λουίς Γκαρθία Μοντέρο

 

Τραγούδι 19 ώρες

Ποιος μίλησε για έρωτα; Εγώ κρυώνω
και θέλω Δεκέμβρης να ’μαι.

Θέλω να φτάσω σ’ ένα δάσος ανεπαίσθητο σχεδόν,
ως τον μηχανισμό μιας καρδιάς χωρίς πίστωση.
Εγώ θέλω Δεκέμβρης να ’μαι.

Να κοιμηθώ
στη νύχτα δίχως ζωή
στη ζωή δίχως όνειρα,
στα ακύμαντα όνειρα που εκβάλλουν
στο ποτάμι της λήθης.

Υπάρχουν πόλεις που νυχτερινές
φωτογραφίες πόλεων είναι.
Εγώ θέλω Δεκέμβρης να ’μαι.

Για να ζήσω βορείως ενός έρωτα που υπήρξε,
κάτω από το παμπάλαιο φιλί δίχως χείλη,
εγώ θέλω Δεκέμβρης να ’μαι.

Όπως το λευκό κουφάρι των ποταμών,
όπως τα ορυκτά του χειμώνα,
εγώ θέλω Δεκέμβρης να ’μαι.

(Las flores del frío, 1991)

 

Ο Λουίς Γκαρθία Μοντέρο (Γρανάδα 1958) είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες και καθηγητής Ισπανικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Κέρδισε το σημαντικό βραβείο ποίησης Adonais το 1982, όταν ήταν μόλις 24 ετών, με το έργο El jardín extranjero. Μεταξύ άλλων ποιητικών συλλογών, δημοσίευσε το 1991 τη συλλογή Las flores del frío, εναρμονισμένη με τη «νέα συναισθηματικότητα», ένα ποιητικό ρεύμα που γεννήθηκε στη Γρανάδα με πρωτοστατούντα τον ίδιο.

 

 

 

*******

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Carlos Marzal

 

Uno y ninguno

Él cree saber quién soy, y se equivoca.
Tú puedes desandar, paso por paso,
toda la historia, todos los detalles
que dibujen un rostro, pero no seré yo
quien esté dibujado en ese rostro,
aunque sea mi rostro el dibujado.
Cualquiera que no sepa de mí lo sabe todo.
Yo no sé quién soy yo, pero estoy en lo cierto.

Esta acumulación de paradojas
exige un comentario y una pausa.
(Las palabras se pueden urdir y desurdir,
hasta no decir nada, queriendo decir todo.)
Cualquier hombre es ninguno, y es legión
y es nadie y uno mismo.
Y ahora que ya lo sabes, date cuenta:
estás equivocado por completo.

(Los países nocturnos, 1996)

 

**

Κάρλος Μαρθάλ

 

Ένας και κανένας

Εκείνος θεωρεί πως ξέρει ποιος είμαι, μα γελιέται.
Εσύ, μπορείς να ανατρέξεις, βήμα το βήμα,
σε όλη την ιστορία, σε όλες τις λεπτομέρειες
που απεικονίζουν ένα πρόσωπο, όμως δε θα ’μαι εγώ
αυτός που απεικονίζεται σ’ αυτό το πρόσωπο
ακόμα κι αν είναι το πρόσωπό μου αυτό που απεικονίζεται.
Όποιος δεν ξέρει τίποτα για μένα, ξέρει τα πάντα.
Εγώ δεν ξέρω ποιος είμαι εγώ, αλλά είμαι σε καλό δρόμο.

Τόσα παράδοξα συσσωρευμένα
απαιτούν μια επισήμανση και μια παύση.
(Ράβε ξήλωνε τις λέξεις
μέχρι να μη λένε τίποτα, θέλοντας να πουν τα πάντα)
Καθείς είναι κανένας, και είναι μυριάδες
και είναι κανείς μα κι ο εαυτός του.
Και τώρα που πια το ’μαθες, εμπέδωσέ το:
είσαι εντελώς γελασμένος.

(Los países nocturnos, 1996)

 

Κάρλος Μαρθάλ (Βαλένθια, 1961). Ποιητής, συγγραφέας αφορισμών, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε Ισπανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια. Θεωρείται ένας από τους εκπροσώπους της «Ποίησης της Εμπειρίας» που χαρακτήρισε την ποιητική έκφραση της Ισπανίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Για το έργο του Metales pesados του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 2002.

 

 

*************

 

Leopoldo Alas Mínguez

 

Al filo de los treinta

Supón que todo sigue…
La voz que siempre escuchas por las tardes
cuando a solas suspiras para aliviar el peso,
con ganas de cambiar y miedo a las personas
y cierta desazón de estar sin ellas.

Oigo la luz, más que verla, tumbado
en esta cama antigua, en Almería,
al filo de los treinta.
Las notas del silencio,
el cielo azul cansado y una torre dormida.

…que todo siga siendo tan sencillo:
despenar sin heridas como en los viejos tiempos,
madrugadas difusas y, a la tarde,
un rato nada más en el abismo.

(La posesión del miedo, 1996)

 

**

Λεοπόλδο Άλας Μίνγκεθ

 

Στο κατώφλι των τριάντα

Πες πως όλα συνεχίζονται…
Η φωνή που πάντα ακούς τ’ απογεύματα
όταν μονάχος αναστενάζεις για να ελαφρύνεις το βάρος,
με όρεξη ν’ αλλάξεις και φόβο για τους ανθρώπους
αλλά και με κάποια ταραχή να είσαι ξέχωρά τους.

Πιότερο ακούω το φως παρά το βλέπω, ξαπλωμένος
σ’ αυτό το αρχαίο κρεβάτι, στην Αλμερία,
στο κατώφλι των τριάντα.
Οι νότες της σιωπής,
ο μπλε ουρανός κατάκοπος κι ένας πύργος αποκοιμισμένος.

…και ας παραμείνουν όλα το ίδιο απλά:
να αναθαρρεύεις αλώβητος όπως τα παλιά τα χρόνια,
θαμπά χαράματα και, το σούρουπο,
μια στιγμή μονάχα στην άβυσσο.

(La posesión del miedo, 1996)

Ο Λεοπόλδο Άλας Μίνγκεθ (Αρνέντο, Λα Ριόχα, 1962 – Μαδρίτη, 2008) ήταν Ισπανός ποιητής, συγγραφέας, αρθρογράφος και εκδότης, απόγονος του σπουδαίου μυθιστοριογράφου του 19ου αιώνα, Λεοπόλδο Άλας «Κλαρίν». Σπούδασε Ιταλική Φιλολογία και το 1986 ίδρυσε, μαζί με τους Λουίς Κρεμάδες, Μάριο Μίγκεθ και Ντανιέλ Γκαρμπάδε, το περιοδικό ποίησης Signos, το οποίο διηύθυνε μέχρι το 1992. Ήταν γνωστός για τη συμβολή του στις διεκδικήσεις της LGBTQ+ κοινότητας της χώρας του, όντας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της κουήρ λογοτεχνίας στην Ισπανία.

 

 

 

*****


Esperanza López Parada

 

Nο es éste un lugar habitable, donde nada
puedo llamar mío, menos mi habitación
blanca, mi techo diminuto o la esquina,
el país medido en que cuento las tardes.
Por turnos se duermen las luces al oeste,
se ensombrece aquella página en que leo.
Corren los años hacia su única noche,
se levanta viento y lluvia. Una vez sólo
se entorna la puerta y una vez vemos.

Ahora oigo a través del tabique
el paso sin figura de mi prójimo.

(Los tres días, 1993)

 

**

Εσπεράνθα Λόπεθ Παράδα

 

Δεν είναι τόπος αυτός να μένει κάποιος, εδώ που τίποτα
δεν μπορώ ν’ αποκαλώ δικό μου, πέρα από το λευκό
δωμάτιό μου, τη μικροσκοπική μου στέγη ή τη γωνιά,
τη μια σταλιά χώρα όπου μετρώ τα βράδια.
Σε βάρδιες κοιμούνται τα φώτα στη δύση,
σκοτεινιάζει εκείνη η σελίδα που διαβάζω.
Τρέχουν τα χρόνια προς τη μοναδική νύχτα τους,
σηκώνεται αέρας και βροχή. Μια φορά μόνο
μισανοίγει η πόρτα και μια φορά βλέπουμε.

Τώρα ακούω απ’ τη μεσοτοιχία
το δίχως μορφή βήμα του διπλανού μου.

(Los tres días, 1993)

 

Η Εσπεράνθα Λόπεθ Παράδα είναι Ισπανίδα ποιήτρια γεννημένη στη Μαδρίτη το 1962. Είναι διδάκτωρ Ισπανοαμερικανικής Λογοτεχνίας, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και συντονίστρια του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών στην Ισπανοαμερικανική Λογοτεχνία. Έχει διδάξει σε πανεπιστήμια της Αργεντινής, του Μεξικού και των Ηνωμένων Πολιτειών και έχει συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα διεθνών φορέων στην Αργεντινή, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία. Εκτός από ποιήματα έχει γράψει δοκίμια, άρθρα και έχει μεταφράσει γαλλική ποίηση.