Κατά Μάρκου, κατά Ματθαίου, κατά Λουκά, κατά Ιωάννου

 

 

Και είπεν αυτοίς!

Ω δύναμις ιερά εξαντλήσεως ζωογόνου!

Ω αβάσταγη του πνεύματος ροή θεία!

Όταν εβδομηντάχρονη εις γραφείον επάνω

εχάνετο, δοσμένη σε αυτό που η άποψις αποκαλεί

αύθαδες, χυδαίον, ηθικής κατακραυγή,

σε αυτό, που, την φαντασία της ζωης εγείροντας,

άδοντας της ψυχής την καλλιέπεια,

στην απόλαυση άγει.

 

—-

 

Τ’ αγέρωχα μαλλιά σου,

τα μαύρα μάτια,

εκδίδονται με θράσος στη βροχή.

Θυγατέρες τα χείλη σου ρουφούν,

τις άτεγκτες παρειές σου εμπιστεύονται,

ποθώντας τους φιλόπονους μηρούς σου.

Τα δάκρυά σου ψηλαφώ,

τα αγορίστικα Μαρία θέλγητρά σου.

—-

 

Διαστήματα ( μύχιες υποψίες ανεπαίσθητες ),

στα όμματά μας αχνοφέγγουν.

Τ’ απογέματα όλο και λιγότερο

απ’ του βασιλέματος τη ροδοβρύση πίνουν.

Τα αναστήματα υποκρίνονται,

σε πτώσης πορεία ομολογούν

των αναμνήσεων το αΐδιο

 

 

 

Στων κορφών τα πέρατα,

ο ουρανός όλος παράπονο

όταν κάτω κοιτά,

-παραμονεύει

 

στου ήλιου το καταλάγιασμα που την έκσταση υποβάλλει,

το γέλιο σου το παιδικό,

αυγή πρωτόγνωρη, να προβάλλει.

 

—-

 

Στης νύχτας τις ακαταλάγιαστες σιγές,

που τ΄άστρα ειρωνεύονται την απειλή του μαύρου,

πέννες χαράζουν επιθυμίες αθώπευτες,

ουλές ανεξίτηλες του λάβρου.

Τα χέρια αρωγοί πάλι,

την πέννα σφιχτά σέρνοντας,

την νόηση αυνανίζουν.

 

—-

 

Σύννεφο, όμβρος

αιδοιολείκτες αίσθησης

το πνεύμα νοτίζουν,

αφές, φθόγγοι υποτονικοί

κλίνες δονούν,

η γυμνότης προσφέρεται!

Γυναίκα εξέρχεται από την κάμαρα

στις μύτες των ποδιών,

την νομιμότητα μην αφυπνήσει.