Για χρόνια είχα την εντύπωση ότι αποκλείεται να κλάνουν οι γυναίκες. Ναι, τόσο ανόητος ήμουν! Από τη μια οι κοινωνικές συμβάσεις, δηλαδή η πεποίθηση ότι το γυναικείο στάτους δεν επιτρέπει τέτοιου είδους παρεκτροπές, απ’ την άλλη η δικιά μου άγνοια…Δεν χρειαζόταν και πολύ για να πιστέψω πως η έξοδος εντερικών αερίων αφορά μόνο τους αντρικούς πρωκτούς, άλλωστε απ’ όσο μπορούσα να θυμηθώ, τα αγόρια πάντα ήταν αυτά που περηφανεύονταν για τις πόρδο-επιδόσεις τους. Μια ματιά σε σχετικές ιστορικές αναφορές για τον επονομαζόμενο μετεωρισμό με έπεισαν. Τέρμα πια με τις αντιφεμινιστικές απορίες, το κλανίδι είναι γέννημα θρέμμα της πατριαρχίας, πάει και τελείωσε, και τέτοιο παραμένει. Έλα όμως που δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία σ’ ένα σουμεριακό επίγραμμα που χρονολογείται στην 2η προχριστιανική χιλιετία! Αναφέρει: «Κάτι που δεν ξανασυνέβη από αμνημονεύτων χρόνων, νεαρά δεν έκλασε καθισμένη στα πόδια του άντρα της».

Τελικά έπρεπε να παντρευτώ πρώτα, για να διαπιστώσω πως το μεσοποταμιακό ανέκδοτο είναι πέρα για πέρα αληθινό και πως το κλάσιμο δεν είναι αποκλειστική υπόθεση των αρσενικών. Ακόμη κι ένας πρωτοετής φοιτητής ιατρικής μπορεί να το επιβεβαιώσει: το μη κλάσιμο ενέχει σοβαρές εντερικές απειλές. Έτσι, και παρ’ όλο που δε δίσταζα ως τότε να δηλώνω «καταπιεσμένος φαλλοκράτης» που του ξεφεύγει πότε-πότε καμιά δυνατή πορδή-λόγω καταπίεσης ασφαλώς-ήταν ο γάμος και η συμβίωση τελικά οι βασικές αιτίες, για ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου για τη μητριαρχία και τις στερεοτυπικές μορφές της εκτόνωσης αερίων. Με άλλα λόγια, ο «αερισμός» είναι αταξικός κι αντιρατσιστικός, δηλαδή μια μικρή πράξη αντίστασης απέναντι σε καθοδηγούμενες συμμορφώσεις κι αναπαραγωγές κανόνων ευπρέπειας.

Κάποτε λοιπόν έφτασε και για μένα η στιγμή ν’ αντιμετωπίσω, πέρα από ιστορικές αναφορές και στερεότυπα, τη σκληρή πραγματικότητα. Ένα πρωινό, σαν όλα του κόσμου τούτου, ξυπνώντας κάπως νωρίτερα να ετοιμαστώ για τη δουλειά, βρήκα την πόρτα της τουαλέτας ερμητικά κλειστή. Η γυναίκα μου ήταν ξύπνια. Μόλις ξημέρωνε. Η ουροδόχος κύστη μου έτοιμη να εκραγεί. Άρχισα να χοροπηδάω απ’ τον πόνο. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα, με την απαρέγκλιτη ανάγκη να κατουρήσω σε όποια γλάστρα βρω μπροστά μου. Άλλωστε τα φυτά στο μπαλκόνι δεν καταλαβαίνουν από κοινωνικές συμβάσεις και πρόθυμα δέχονται την ουρική αμμωνία των θηλαστικών. Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να χαϊδεύουν την ατμόσφαιρα, κι ενώ βρισκόμουν ήδη στο μπαλκόνι, έτοιμος να ξαλαφρώσω στη θέα ενός φίκου, άκουσα ένα δυνατό θόρυβο, έμοιαζε να προέρχεται από βουλωμένη εξάτμιση κάποιου δίκυκλου. Τον διαπεραστικό αυτόν ήχο ακολούθησε ένα ορμητικό κατούρημα. Ήταν απ’ τη γυναίκα μου στην τουαλέτα. Ξέχασα αμέσως τις δικές μου προτεραιότητες, θυμήθηκα όμως τις δηλώσεις της, κάθε φορά που εκτόνωνα μπροστά της τα αέρια μου:

«Ντροπή…εγώ δεν κλάνω ποτέ!»

Το ασήμαντο αυτό πρωινό στιγμιότυπο φωτίστηκε από μια λάμψη ανυπέρβλητης αλήθειας. Και οι γυναίκες κλάνουν, και πολύ δυνατά μάλιστα, πώς να το κάνουμε, η φυσική νομοτέλεια δεν υπακούει στις ανθρώπινες μικροπρέπειες. Ένα χαμόγελο ανακούφισης μου ξέφυγε κι αγκομαχώντας έτρεξα στην τουαλέτα.

Η «ωδή στην πορδή» ήταν μια λυρική και συγχρόνως συμβολική διαμαρτυρία ενάντια στον αγγλικό συντηρητισμό των αρχών του 17ου αιώνα, αλλά και πολύ παλιότερα ο Αριστοφάνης είχε μιλήσει για βροντές και πορδές. Η περιφρόνηση που συνοδεύει γλωσσικές εκφράσεις της καθομιλουμένης με περιεχόμενο με τις εκκενώσεις διαφόρων μορφών, δείχνει ασφαλώς ένα πράγμα, ότι είμαστε κατά βάση πολύ επιεικείς με τα δικά μας ελαττώματα. Αλλά πείτε μου τώρα πού ακούστηκε…εγώ δεν κλάνω ποτέ.