Τόσο προσβάλλει η χροιά και ο ρυθμός
της αδέξιας σας λύρας, που αστραπιαία
γίνεται η διακριτικότητα θυμός
δυσαρέσκεια πηγαία,
και σεις μόνο, κύριε, νιώθετε ωραία.

Εγώ σε δύσβατα βουνά
πιστεύω ότι τέτοιος ύμνος θα σκλήραινε
τα θεριά τα δυνατά
ή γέλιο θα τους έφερνε
αν η φύση με το γέλιο τους έραινε.

Kαι όσα εκφράσατε σε ωδή
κάνουν τα πτηνά να φύγουν απ’ τη φωλιά,
και ο άγριος Άρης με οργή,
μπρος στην όψη σας, γελά
αφού τον Φοίβο χαμένος ακολουθείτε πιστά.

Αχ αυτοί οι θαλασσινοί
στις μεγαλοπρεπείς ρόδες ας σταθούν,
και ας είναι Γερμανοί,
αφού για να επαινεθούν
στη μούσα σας θα ‘πρεπε να συστηθούν!

Αλλά αχ, θέε μου, για εκείνη
που η ομορφιά της από σας θα εξυμνηθεί,
εσείς κάνετε εκείνη
να προτιμά να θαφτεί
παρά να επιθυμεί να επαινεθεί!

Γιατί η μούσα σας μόνη της σε όλα
αρκεί να στεγνώσει του κάμπου τα λαχανικά
και τον κρίνο και τη βιόλα,
ώσπου η τόση ομορφιά,
μένει χωρίς χρώμα και δροσιά.

Άμοιρος εκείνος ο σκλάβος
να σας ακούει, κύριε, είναι καταδικασμένος
γιατί ζωντανό τον παίρνει ο Χάρος
με στίχους όντας θυμωμένος,
και να λέει ότι είναι καλοί είναι αναγκασμένος.

Ως συνήθιζε, για σας,
ο Φοίβος δεν επιπλήττει μηδέ διορθώνει
την ποίηση της συμφοράς,
μηδέ πια τις πένες εξημερώνει,
και η υμέτερα σας μόνη πάει και μας καταρρακώνει.

Από το χέρι σας το στυγνό
η εν λύπη εκεί μετάφραση οργισμένη
δεν έχει τσαγανό,
και ζει υποψιασμένη
ότι τη ζωή της θα κάνετε πολύ πιο δυσκολεμένη.

Για σας η ειδήμων Μούσα
δεν ευνοεί κανέναν εν ωδή,
και με πλείονες διαμάχες συμφορούσα
ξεχειλίζει με μια κραυγή,
ποτέ από εδώ και μπρος μην την άγετε σε διαπομπή.

Είναι φίλος δικός σας
κύριος, αν δεν σας επαινεί, και εν θυμώ,
και αλήθεια αν πω σας,
φιλόδοξος θα ειπωθώ,
καχύποπτος ή άνθρωπος που δεν νοώ.

Ποιήματα αν έγραφα,
και είχαν γκρεμιστεί και χαθεί όλα,
στον Φοίβο θα έλεγα,
να κάνει εγιαμόλα,
να πάει εμπρός ή στο βρόντο όλα.

Ως δεν έχει συλληφθεί
η ποίηση από τη βάναυση γη,
για να μεταχειρισθεί
εν πολέμω ως εχθρική
από τον ομοιάζων φίλο που την εξωθεί.

Ατρόμητη προχωρεί
με δίκιο περίσσιο, και τόσο δειλή,
που ούτε καν μεμψιμοιρεί,
μηδέ κανείς την περιπολεί
ώστε ύπο την εξουσία σας να μην μεγαλαυχεί.

Και αφού κάνετε χάζι,
κατά του ξοφλημένου Φοίβου πάτε,
μα τα πάθη του άδει,
που τον περιγελάτε
και τον χορό των Μουσών στην αιδώ κρατάτε.

Καταδικαστέο από το νόμο είναι
το να κάνεις δουλειά ξένη,
και βέβαιο είναι
ότι με δουλειά που σε μαραίνει
χρυσός σε μη υπάρχουσα φλέβα δεν βγαίνει.

Έτσι, τί μπορείς να πεις
γι’ αυτόν που σε στίχους ολόγιομους πίκρα
μετάνοια δεν θα βρεις,
και για τέτοια λίγκρα
αντλεί ζέστη από την ψύχρα;

Κύριε, κάποιοι δώρισαν
στον κόσμο φήμη γι’ αυτό που έγραψαν,
και άλλους τους λοιδόρησαν,
γιατί, για έργα που έραψαν,
την ομοιότητα με άλλα ποτέ δεν την ξεσκέπασαν.

Λέξεις εφαρμοσμένες
θα ήταν αυτές στη δική σας γραφή,
αλλά μη δεδειγμένες,
είναι σε πέτρα σκληρή,
και πια καμένη είναι η δική σας γραφή.
Ακόμα λέω εν τέλει,
αν και ο λόγος είναι φευγαλέος,
να μην κάνετε μέλη
να νιώθουν για σας δέος,
μέσω πένας και ξίφους, φρικαλέως.
Να χαθούν μετά εν ώρα
οι δημόσιες και οι κρυφές οικίες,
και μη θέλετε τώρα
οι δικές σας ανίες
και οι τραχιές στους ποιητές συγχρονίες
να γίνουν αθάνατα
για να τραγουδήσουν σε στοίχο οικτρό,
τη μιζέρια και τα σφάλματα
σε ύφος τόσο βδελυρό,
που ν’ αξίζει με γέλιο να μιλάν γι’ αυτό.

 

***************************

A UN BUEN CABALLERO, Y MAL POETA,
LA LIRA DE GARCILASO CONTRAHECHA

 

De vuestra torpe lira
ofende tanto el son, que en un momento
mueve al discreto a ira
y a descontentamiento,
y vos sólo, señor, quedáis contento.

Yo en ásperas montañas
no dudo que tal canto endureciese
las fieras alimañas,
o a risa las moviese
si natura el reír les concediese.

Y cuanto habéis cantado
es para echar las aves de su nido,
y el fiero Marte airado,
mirándoos, se ha reído
de veros tras Apolo andar perdido.

¡Ay de los capitanes
en las sublimes ruedas colocados,
aunque sean alemanes,
si para ser loados
fueran a vuestra musa encomendados!

Mas ¡ay, señor, de aquélla
cuya beldad de vos fuere cantada,
que vos daréis con ella
do verse sepultada
tuviese por mejor que ser loada!

Que vuestra musa sola
basta a secar del campo la verdura
y al lirio y la vïola,
do hay tanta hermosura,
estragar la color y la frescura.

Triste de aquel cautivo
que a escucharos, señor, es condenado
que está muriendo vivo
de versos enfadado,
y a decir que son buenos es forzado.

Por vos, como solía,
no reprehende Apolo ni corrige
la mala poesía,
ni ya las plumas rige,
pues la vuestra anda sola y nos aflige.

Por vuestra cruda mano
aquella triste traducción furiosa
no tiene hueso sano,
y vive sospechosa
que aun vida le daréis más trabajosa.

Por vos la docta Musa
no da favor a nadie con que cante,
y mil querellas usa
con un llanto abundante,
mas nunca escarmentáis para adelante.

A vos es vuestro amigo
grave, si no os alaba, y enojoso,
y si verdad os digo,
daisme por ambicioso,
por hombre que no entiende o sospechoso.

Si yo poeta fuera,
viendo la cosa ya rota y perdida,
a Apolo le escribiera,
pues que de sí se olvida,
que reforme su casa o la despida.

Que no ha sido engendrado
la poesía de la dura tierra,
para que sea tratada
como enemigo en guerra
de quien se muestra amigo y la destierra.

Ella anda temerosa
con sobrada razón, y tan cobarde,
que aun quejarse no osa,
ni halla quien la guarde
de que en vuestro poder no haga alarde.

Y estáis os alegrando,
el pecho contra Apolo empedernido,
y a su pesar cantando,
de que él está sentido
y el coro de las Musas muy corrido.

Por ley es condenado
cualquier que ocupa posesión ajena,
y es muy averiguado
que con trabajo y pena
el oro no se saca do no hay vena.

Pues ¿qué podrá decirse
de quien de versos llenos de aspereza
no quiere arrepentirse,
y para tal dureza
anda sacando fuerzas de flaqueza?

Señor, unos dejaron
fama en el mundo por lo que escribieron,
y de otros se burlaron,
que, en obras que hicieron,
ajeno parecer nunca admitieron.

Palabras aplicadas
podrían ser éstas a vuestra escritura,
pero no señaladas,
porque es en piedra dura,
y ya vuestro escribir no tiene cura.

Mas digo finalmente,
aunque decirlo es ya cosa excusada,
que no hagáis la gente
de vos maravillada,
juntando mal la pluma con la espada.
Mueran luego a la hora
las públicas estancias y secretas,
y no queráis agora
que vuestras imperfetas
obras y rudo estilo a los poetas
den inmortal materia
para cantar, en verso lamentable,
las faltas y miseria
de estilo tan culpable,
digno que no sin risa dél se hable.

 

 

 

**********************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Στρατιωτικός και Ισπανός ποιητής
― Ένας μονάρχης, μια αυτοκρατορία και ένα ξίφος ―

Ο Έρνάντο δε Ακούνια και Θούνιγα γεννήθηκε το 1518 στην πόλη Βαγιαδολίδ, στην Ισπανία. Ήταν το πέμπτο παιδί από τα εφτά της Λεονόρ δε Θούνιγα και του Πέδρο δε Ακούνια, ονομαζόμενος Καβεθούδο. Και οι δυο τους προέρχονταν από οικογένειες ευγενών. Το Σεπτέμβρη του 1536, μπήκε στον αυτοκρατορικό στρατό του Κάρλος Ά και πολέμησε ως στρατιώτης στην Ιταλία υπό τις διαταγές του μαρκήσιου του Βάστο μαζί με τον αδερφό του Πέδρο, που ήταν λοχαγός πεζικού. Τα δύο αδέρφια πήραν μέρος σε διάφορες στρατιωτικές ενέργειες. Μία από αυτές ήταν και ο πόλεμος του Πιαμόντε όπου ο Πέδρο πέθανε.Το 1542 ονομάστηκε κυβερνήτης του κάστρου του Τσεράσκο. Δύο χρόνια αργότερα αιχμαλωτίστηκε από τους Γάλλους στη μάχη της Σερεσόλα, παραμένοντας τέσσερις μήνες στη φυλακή της Ναρβόνα. Αφού ελευθερώθηκε ονομάστηκε κυβερνήτης του Τσεράσκο, αξίωμα που υπηρέτησε μέχρι το 1546.
Ύστερα πολέμησε στην Γερμανία. Για χρόνια ήταν ένας από τους πιο κοντινούς συνεργάτες του αυτοκράτορα, που του ανέθεσε το Τάγμα της Αλκάνταρα. Επίσης υπήρξε μέλος του στρατού του Φελίπε ΄Β και πολέμησε στη μάχη του Σαν Κιντίν. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία, συμμετείχε στον στρατό αλλά και έγραψε ποίηση. Το έργο του ήταν ένα από τα πιο εξέχοντα της πρώτης γενιάς των πετραρχικών ποιητών(Ρεύμα αισθητικής που μιμείται το στιλ, τη δομή της σύνθεσης και της φαντασίας του λυρικού ποιητή Φρανσίσκο Πετράρχη).Τα πιο παλιά ποιήματα του είναι από την περίοδο αυτή της διαμονής του στην Ιταλία. Σε αυτά διηγείται την αγάπη του Συλβάνο με τη Σύλβια και του Δαμόν με τη Γαλατέα.

Επίσης έγραψε ποιήματα που αφιέρωσε στον μαρκήσιο δε Βάστο και άλλα όπως τα σονέτα γραμμένα ‘’Στις γαλλικές φυλακές’’. Είναι γνωστός για τα βουκολικά ποιήματα, τα μαντριγάλ, τις ελεγείες και τα σονέτα, ανάμεσα στα οποία εξέχουν ο Μύθος του Νάρκισσου και η Διαμάχη του Άγιαξ Τελαμόνιο και του Οδυσσέα. Ο πιο γνωστός στίχος του, στίχος που τον έκανε φημισμένο είναι ο: ‘’ Ένας μονάρχης, μια αυτοκρατορία και ένα ξίφος’’, έντεκασύλλαβος και βρίσκεται στο σονέτο ‘’Στον Βασιλιά και Κύριο μας’’ προς τιμή του Καρόλου Έ. Yπήρξε πολύ καλός γνώστης της ιταλικής γλώσσας και των λατινικών, βασικές για τις μελλοντικές δουλειές του και για τις πολυπληθείς μεταφράσεις που θα έκανε στη ζωή του από κλασσικά έργα όπως οι Ηρωίδες του Οβίδιου, Ορλάντο ο ερωτευμένος και ο ελευθερωμένος Ιππότης του Ολιβιέ Μαρτσε. Το 1560 περίπου αποσύρθηκε από το στρατιωτική ζωή και επέστρεψε στην Ισπανία, όπου και παντρεύτηκε την ξάδερφή του Χουάνα δε Θούνιγα. Εγκαταστάθηκαν στη Γρανάδα. Από τότε αφιερώθηκε μόνο στη λυρική ποίηση. Ο Ερνάντο δε Ακόυνια και Θούνιγα πέθανε στις 22 Ιουνίου του 1580 στη Γρανάδα, στην Ισπανία. Το 1591 η χήρα του εξέδωσε το έργο του: Διάφορα είδη ποίησης γραμμένα από τον δον Ερνάντο δε Ακούνια.

Πηγή: https://www.buscabiografias.com/biografia/verDetalle/11745/Hernando%20de%20Acuna